Την ερχόμενη Τρίτη, 26 Μαΐου, αναμένεται να συνέλθει εκ νέου η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Κύπρου προκειμένου να εξετάσει και να εγκρίνει τον κατάλογο των υποψηφίων για την πλήρωση του Μητροπολιτικού Θρόνου της Ιεράς Μητροπόλεως Πάφου, ενώ δεν αποκλείεται να προχωρήσει και στην εκλογή, όπως δήλωσε σήμερα στους δημοσιογράφους ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Γεώργιος, μετά την ολοκλήρωση των τριήμερων εργασιών της Συνόδου.
Σύμφωνα με τον Αρχιεπίσκοπο, η δυνατότητα εκλογής Μητροπολιτών από την Ιερά Σύνοδο προβλέπεται στον νέο Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας, ο οποίος εγκρίθηκε ομόφωνα.
«Όλο το Καταστατικό πέρασε ομόφωνα και μάλιστα σε πολύ ήρεμο και εποικοδομητικό διάλογο», δήλωσε, εκφράζοντας παράλληλα ευχαριστίες προς τα μέλη της Ιεράς Συνόδου για τη στάση που τήρησαν κατά τις συνεδρίες.
Όπως ανέφερε, βασική αλλαγή του νέου Καταστατικού Χάρτη αφορά τον τρόπο εκλογής Μητροπολιτών, ενώ οι υπόλοιπες τροποποιήσεις σχετίζονται κυρίως με επικαιροποίηση θεσμών και διαδικασιών.
Παράλληλα, όπως είπε, η Ιερά Σύνοδος αποφάσισε ομόφωνα την προκήρυξη της διαδικασίας για την εκλογή νέου Μητροπολίτη Πάφου. Σε ό,τι αφορά τα προσόντα των υποψηφίων, ο Αρχιεπίσκοπος δήλωσε ότι «διατηρείται η πρόνοια για δεκαετή ευδόκιμη υπηρεσία, ενώ απαιτούνται επίσης ηλικία 35 ετών και πτυχίο Θεολογίας. Η δεκαετής υπηρεσία μπορεί να αφορά ιδιότητα κληρικού διακόνου, πρεσβυτέρου ή μοναχού».
«Η Ιερά Σύνοδος θα συνέλθει την Τρίτη, 26 Μαΐου. Θα εξετάσει τον κατάλογο που θα υποβληθεί, θα τον εγκρίνει και πιθανότατα να προβεί και στην εκλογή. Πιθανότατα, αν δεν υπάρξει πρόβλημα, σύμφωνα με τον καταστατικό, μπορεί να το κάνει αυτό», συνέχισε ο Αρχιεπίσκοπος.
Διευκρίνισε ακόμη ότι για τροποποιήσεις άρθρων του Καταστατικού Χάρτη εξακολουθεί να απαιτείται αυξημένη πλειοψηφία δύο τρίτων.
Ακόμη, αναφερόμενος στις σχέσεις της Εκκλησίας της Κύπρου με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, σημείωσε ότι αυτές παραμένουν αμετάβλητες. «Είμαστε αναπόσπαστο τμήμα της Μίας Αγίας Καθολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Αναγνωρίζουμε τον Οικουμενικό Πατριάρχη ως τον Πρώτον μεταξύ ίσων. Και ουδέποτε αφισβητήσαμε, έστω και αν έχουμε το αυτοκέφαλό μας, όχι από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, αλλά από Οικουμενική Σύνοδο, ουδέποτε αφισβητήσαμε τη σπουδαιότητα και την αναγκαιότητα της ύπαρξής του Πρώτου και του Οικουμενικού Πατριαρχείου», δήλωσε μεταξύ άλλων.
Σε ερώτηση εάν τέθηκε προς συζήτηση η υπόθεση του εν αργία Μητροπολίτη Τυχικού, ο Αρχιεπίσκοπος απάντησε ότι «για την Εκκλησία είναι κάτι το οποίο είναι τετελεσμένο, δεν υπάρχει θέμα. Αν υπήρχε θέμα θα το εξετάζαμε», προσθέτοντας ότι «έχει τελειώσει, τελεί εν αργία».






































Η μεγάλη υποκρισία του Αρχιεπισκόπου Κύπρου και της Ιεράς Συνόδου
ΑπάντησηΚατά τις πρόσφατες βουλευτικές εκλογές, ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου έσπευσε — και πολύ σωστά — να ασκήσει το εκλογικό του δικαίωμα, χαρακτηρίζοντας μάλιστα την ψήφο ως «ιερό δικαίωμα» και «μεγάλη ευθύνη». Μίλησε για δημοκρατία, για συμμετοχή και για το καθήκον του λαού να επιλέγει τους καλύτερους εκπροσώπους του.
Λίγες μόλις ημέρες προηγουμένως, όμως, ο ίδιος άνθρωπος και η Ιερά Σύνοδος προχώρησαν στην ουσιαστική κατάργηση του δικαιώματος του λαού να συμμετέχει στην εκλογή Μητροπολιτών, αφαιρώντας ακόμη και τη μέχρι σήμερα περιορισμένη δυνατότητα έκφρασης της λαϊκής βούλησης μέσω της διαδικασίας του τριπροσώπου.
Με άλλα λόγια, όταν πρόκειται για τη Βουλή, η ψήφος είναι «ιερή». Όταν όμως πρόκειται για την ίδια την Εκκλησία και τη διατήρηση του ελέγχου της εξουσίας, τότε η γνώμη του λαού θεωρείται περιττή.
Αυτή είναι η απόλυτη υποκρισία.
Οι δικαιολογίες περί «αποφυγής φανατισμού», «εντάσεων» και «απλοποίησης διαδικασιών» δεν πείθουν κανέναν. Στην πραγματικότητα, πίσω από τις αλλαγές αυτές διακρίνεται ξεκάθαρα η επιδίωξη για ακόμη μεγαλύτερη συγκέντρωση εξουσίας στα χέρια μιας κλειστής ομάδας ανθρώπων, οι οποίοι επιθυμούν να αποφασίζουν χωρίς ουσιαστικό έλεγχο και χωρίς τη συμμετοχή του εκκλησιαστικού πληρώματος.
Το μήνυμα που στέλνουν είναι σαφές:
Οι πιστοί είναι χρήσιμοι για να γεμίζουν τις εκκλησίες, να στηρίζουν οικονομικά το εκκλησιαστικό σύστημα και να συμμετέχουν στις τελετές. Όμως όταν έρθει η ώρα της λήψης αποφάσεων, της έκφρασης άποψης ή της επιλογής ηγετών, τότε μετατρέπονται σε απλούς θεατές.
Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η προσπάθεια περιορισμού της παρουσίας και εκπροσώπησης δικηγόρων σε σημαντικές εκκλησιαστικές διαδικασίες. Με πρόσχημα την «ευελιξία» και την «απλοποίηση», επιχειρείται ουσιαστικά η αποδυνάμωση θεμελιωδών δικαιωμάτων, όπως το δικαίωμα υπεράσπισης και δίκαιης διαδικασίας.
Όταν ένας οργανισμός επιδιώκει να περιορίσει:
• το δικαίωμα συμμετοχής,
• το δικαίωμα εκπροσώπησης,
• τη διαφάνεια,
• και τον δημόσιο έλεγχο,
τότε δεν μιλάμε για εκσυγχρονισμό. Μιλάμε για αυταρχισμό.
Και το πιο τραγικό είναι ότι όλα αυτά παρουσιάζονται ως δήθεν «εκκλησιαστική τάξη» και «σεβασμός στους ιερούς κανόνες», ενώ στην ουσία πρόκειται για μηχανισμό ελέγχου και διατήρησης της εξουσίας.
«Αυτοί αποφασίζουν, αυτοί ελέγχουν, αυτοί δικάζουν και αυτοί επιβάλλουν τις ποινές».
Χωρίς λογοδοσία.
Χωρίς ουσιαστική συμμετοχή του λαού.
Χωρίς πραγματική διαφάνεια.
Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί και η σιωπή του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου απέναντι σε τέτοιες εξελίξεις. Ο αποκλεισμός δικηγόρων από κρίσιμες διαδικασίες και η αποδυνάμωση βασικών αρχών δίκαιης διαδικασίας θα έπρεπε να προκαλούν σοβαρό προβληματισμό σε κάθε δημοκρατικά σκεπτόμενο πολίτη.
Η Εκκλησία της Κύπρου φαίνεται δυστυχώς να απομακρύνεται ολοένα και περισσότερο από το ποίμνιό της και να μετατρέπεται σε ένα αυστηρά ελεγχόμενο διοικητικό σύστημα, όπου η εξουσία συγκεντρώνεται στους λίγους και η φωνή των πολλών θεωρείται ενοχλητική.
Ελπίζω ο κυπριακός λαός να αντιληφθεί έγκαιρα το πραγματικό πρόσωπο αυτής της νοοτροπίας και να απαντήσει με τον μόνο τρόπο που καταλαβαίνουν όσοι περιφρονούν τη συμμετοχή του κόσμου:
με αποστασιοποίηση, με αντίδραση και με μειωμένη συμμετοχή στα εκκλησιαστικά δρώμενα.
Γιατί ο σεβασμός προς τους πιστούς δεν αποδεικνύεται με λόγια περί «ιερών δικαιωμάτων», αλλά με πράξεις δημοκρατίας, διαφάνειας και λογοδοσίας.