Ενα από τα αξιολογότερα δείγματα της βυζαντινής τέχνης αλλά και περίλαμπρο μνημείο του Νομού Εβρου αποτελεί ο ναός της Παναγίας της Κοσμοσώτειρας, που βρίσκεται στην πόλη Φέρες.
Ο εν λόγω ναός, που κατά το παρελθόν υπήρξε το καθολικό του ομώνυμου μοναστηριού, συγκεντρώνει κατά τους θερινούς μήνες μεγάλο αριθμό επισκεπτών από όλα τα σημεία της Θράκης και συνδέεται με την έως σήμερα ιστορική διαδρομή της πόλης των Φερών (παλαιότερη ονομασία Βήρα). Επίσης, τα τελευταία χρόνια ο ναός αυτός αποτελεί την επίσημη έδρα του Παγκοσμίου Σωματείου Θρακών.
Η ύπαρξη της Ιεράς Μονής της Παναγίας Κοσμοσώτειρας οφείλεται στον αυτοκράτορα Ισαάκιο Κομνηνό -τριτότοκο γιο του Αλέξιου Α’. Εχοντας προσβληθεί αυτός από ανίατη ασθένεια αποφάσισε το 1150 -και σε ηλικία 57 ετών- την οικοδόμηση ενός ιδιωτικού μοναστηριού, ώστε να αποσυρθεί εκεί και να ζήσει την υπόλοιπη ζωή του. Έτσι λοιπόν προσέφερε μεγάλο μέρος της περιουσίας του για την ανέγερση της Κοσμοσώτειρας επιβλέποντας μάλιστα ο ίδιος τις εργασίες ανοικοδόμησης. Το 1152 το μοναστήρι ήταν πλέον έτοιμο για την εγκατάσταση του Ισαάκιου Κομνηνού, έτσι ώστε να πραγματοποιήσει την επιθυμία του για την ανακούφιση της ψυχής του αλλά και για να αποτελέσει την τελευταία κατοικία του. Τα αμέσως επόμενα χρόνια ο ίδιος συνέβαλε στο να καταστήσει το μοναστήρι ιδιαίτερα εύπορο και οικονομικά αυτάρκες. Στην κατοχή της μονής είχαν περάσει απέραντες εκτάσεις καλλιεργημένης γης με τους οικισμούς τους, οι οποίες βρίσκονταν στο νότιο τμήμα της βυζαντινής Θράκης -μεταξύ άλλων συμπεριλαμβανόταν και μεγάλο τμήμα της πόλης της Αίνου(σημερινή Ενέζ της Τουρκίας). Πέραν των παραπάνω η μονή διέθετε το προνόμιο να έχει υπό την δική της ευθύνη και διαχείριση 12 ποταμόπλοια τα οποία μετέφεραν έσοδα στο μοναστήρι, το απόλυτο δικαίωμα διαχείρισης των ποταμών Μαρίτζα και Σαμία όπως και το Μετόχι του Αγ. Στεφάνου του Αυρηλιανού στην Κωνσταντινούπολη.
ΤΟ «ΤΥΠΙΚΟΝ»
Ο Ισαάκιος συνέταξε ο ίδιος το «Τυπικόν» του μοναστηριού, αφού στην εποχή του υπήρξε μια εξέχουσα μορφή των γραμμάτων και των τεχνών. Με δική του πρωτοβουλία επίσης έγινε η τοποθέτηση του ηγούμενου όπως και ο ορισμός των μοναχών, στους οποίους ανατέθηκαν συγκεκριμένα λατρευτικά καθήκοντα. Συγχρόνως στα κτίρια της μονής εγκαταστάθηκαν και 26 λαϊκοί που είχαν αναλάβει την εκτέλεση εργασιών σε καθημερινή βάση, ενώ εντός της μονής διέμενε και σώμα ενόπλων επιφορτισμένο με την φύλαξη του συγκροτήματος. Ως προς τα χαρακτηριστικά που είχε το μοναστήρι, διέθετε φρουριακό περίβολο (τείχη, πύργους, πύλη) όπως και καθολικό στον τύπο του σταυροειδούς εγγεγραμμένου δικιόνου ναού με πεντάτρουλη στέγαση. Όσο για τον εικονογραφικό διάκοσμο αυτός δικαίως έχει αναγνωριστεί ως εξαίρετο δείγμα της τέχνης του 12ου αιώνα της Σχολής της Κωνσταντινούπολης.
Οσον αφορά στη φυσιογνωμία του καθολικού, που έχει διασωθεί στη σημερινή του μορφή, στη ΝΑ γωνία του ναού υπάρχει εντοιχισμένο κεραμικό κόσμημα που έχει ως θέμα τον αετό-οικόσημο της οικογένειας των Κομνηνών που καταγόντουσαν από την Κόμνη της Θράκης. Ο νάρθηκας έχει κατεδαφιστεί χωρίς ωστόσο να είναι γνωστό πότε συνέβη αυτό. Μεταγενέστερες επιδιορθώσεις έχουν δεχτεί η κεντρική αψίδα όπως και η πρόθεση. Μεταγενέστερες επίσης είναι και οι τέσσερις αντηρίδες που βρίσκονται εξωτερικά. Παρόλο ότι ο εν λόγω ναός μπορεί να χαρακτηριστεί μέτριος ως προς τον όγκο του, αποπνέει την εμφάνιση ενός επιβλητικού κτίσματος χάρη στο εντυπωσιακό ύψος του, τον ιδιαίτερα μεγάλο τρούλο, τις σωστά ρυθμισμένες αναλογίες των διαστάσεων αλλά και την έλλειψη κιονοστοιχιών. Ακόμη και σήμερα ο ναός συνεχίζει να αποσπά τον θαυμασμό όχι μόνο των αρχιτεκτόνων-μηχανικών αλλά και των πολυάριθμων πιστών που καταφθάνουν από όλη την Ελλάδα για να προσκυνήσουν.
ΟΙ ΑΓΙΟΓΡΑΦΙΕΣ ΠΟΥ «….ΛΙΓΟ ΛΕΙΠΕΙ ΝΑ ΜΙΛΗΣΟΥΝ ΓΛΥΚΑ
Σ’ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΤΙΣ ΚΟΙΤΑΖΟΥΝ»
Οσον αφορά στις αγιογραφίες δεν είναι εξακριβωμένο εάν η παράσταση της Θεοτόκου σε συνδυασμό με την αντίστοιχη του Χριστού είναι οι ίδιες που περιγράφονται στο Τυπικό με τα εξής λόγια: «…με πολλή θαυμαστή τέχνη έχουν εικονισθεί ο υπεράγαθος Χριστός και η Θεομήτωρ και Κοσμοσώτηρα, έχουν δε απεικονισθεί με τέτοιο τρόπο ώστε να φαίνονται ότι είναι εικόνες ζωντανές και λίγο λείπει να μιλήσουν γλυκά σ’ αυτούς που τις κοιτάζουν…». Πέραν όμως εκείνων της Παναγίας και του Ιησού Χριστού από αυτές που έχουν διασωθεί, ξεχωρίζουν εκείνες που βρίσκονται στο κέντρο του ναού. Πρόκειται για ανεπίγραφες αγιογραφίες τεσσάρων στρατιωτικών αγίων, που έχουν ταυτιστεί με πρόσωπα της οικογένειας των Κομνηνών -μεταξύ αυτών συμπεριλαμβάνονται και αυτή του κτήτορα Ισαάκιου Κομνηνού. Μετά την αφαίρεση του σοβά με τον οποίο οι Τούρκοι είχαν καλύψει τις επιφάνειες των τοίχων, είναι σήμερα στο χαμηλότερο σημείο του ναού ευδιάκριτες δύο επισκοπικές πομπές που καταλήγουν στις επισκοπικές μορφές του ιερού. Προβαίνοντας σε ένα γενικό σχόλιο ως προς την τεχνοτροπία θα λέγαμε ότι οι μορφές των τοιχογραφιών παρουσιάζονται πλατιές, με στρογγυλά πρόσωπα και με απλή φωτοσκίαση. Εμφανίζουν έναν υπερβολικό ρεαλισμό, κάτι που δεν χαρακτηρίζει συνήθως τις βυζαντινές αγιογραφίες. Σε αυτό το σημείο αξίζει να αναφέρουμε τον Φώτη Κόντογλου, ο οποίος αναφερόμενος στις τοιχογραφίες της Κοσμοσώτειρας είχε επισημάνει πως αυτές διακρίνονται από πολύ «λαϊκό πνεύμα».
ΕΚΕΙ ΕΒΡΙΣΚΑΝ ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΚΑΙ ΟΙ ΚΑΤΟΙΚΟΙ ΤΩΝ ΓΥΡΩ ΧΩΡΙΩΝ
Το αστραφτερό μάρμαρο του δαπέδου, οι κίονες, το τέμπλο καθώς και η επένδυση του χρυσού συμβάλλουν στο να φωτίζεται ακόμη πιο έντονα το εσωτερικό του ναού μαζί με το πλήθος των παραθύρων. Με βάση τα όσα ιστορικά στοιχεία είχαν καταγραφεί, γύρω από το Καθολικό οι τεχνίτες κατασκεύασαν επίσης τα κελιά και τα λουτρά των μοναχών, την Τράπεζα, την Βιβλιοθήκη με το σκευοφυλάκιο, το οίκημα του γραμμικού Μιχαήλ, τον πύργο με τα σήμαντρα και την δεξαμενή νερού. Όλα τα παραπάνω τα περιέκλεισαν στον εσωτερικό περίβολο. Είχε φροντίσει επίσης ο Ισαάκιος να καταφεύγουν στο νοσοκομείο της Μονής και όσοι από τους κατοίκους των γύρω χωριών ήταν ασθενείς για να βρίσκουν εκεί περίθαλψη. Γνωρίζουμε, ακόμη, πως υπήρχαν και δεύτερα λουτρά για τους περιοίκους και τους επισκέπτες. Επίσης, μαζί με τα παραπάνω και ο ξενώνας, το δεσποτικό όπως και το παρεκκλήσι το αγίου Προκοπίου προστατεύονταν από τον εξωτερικό περίβολο. Οι δε μύλοι, οι στάβλοι, όπως και το νεκροταφείο των μοναχών τοποθετήθηκαν έξω από τα τείχη της Μονής.
Ο ΝΕΟΣ ΟΙΚΙΣΜΟΣ ΠΟΥ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΗΚΕ ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΗ ΜΟΝΗ, ΚΑΙ ΟΙ ΛΕΗΛΑΣΙΕΣ
Η ίδρυση του μοναστηριού έγινε η αιτία για να δημιουργηθεί ένας νέος οικισμός η Βήρα (σημερινές Φέρες). Οι κάτοικοί της ήταν κυρίως εργάτες γης, που απασχολούνταν στα απέραντα κτήματα της μονής και εξαναγκάστηκαν σε μετοίκηση από γειτονικά χωριά– όσα ανήκαν στην κυριότητα του Ισαάκιου. Εδώ, σύμφωνα με τον ιστορικό Στέφανο Σίνο, έχουμε τη σπάνια περίπτωση μετακίνησης πληθυσμών ολόκληρων χωριών και ίδρυσης ενός νέου οικισμού γύρω από ένα μοναστήρι. Οι λεηλασίες των επόμενων αιώνων κατέστρεψαν το έργο ζωής του Ισαάκιου Κομνηνού. Μαζί χάθηκε και όλη η κινητή περιουσία της Μονής πολύτιμες εικόνες– μωσαϊκή της Παναγίας Κοσμοσώτειρας, χρυσή του Παντοκράτορος Χριστού και αργυρή της Παναγίας, η πλούσια βιβλιοθήκη όπως και τα έγγραφα της Μονής. Διασώθηκε ωστόσο το «Τυπικό», που βρέθηκε μετά από πέντε αιώνες να φυλάσσεται στο μοναστήρι του Αγίου Γεράσιμου στην Κεφαλλονιά μαζί με άλλα επτά διαφορετικά Τυπικά. Οι αναστηλωτικές εργασίες που πραγματοποιήθηκαν το 1940 αποκατέστησαν τη βόρεια, την ανατολική και τη νότια όψη του καθολικού. Το τύμπανο του τρούλου δέθηκε με μετάλλινο στεφάνι, το νότιο ζεύγος των κιόνων στηρίχθηκε με χαλύβδινα ελάσματα και όλοι οι κίονες σφίχτηκαν με χαλύβδινα στεφάνια. Έγιναν, επίσης, μερικές επισκευές στην μολυβδοστέγαση αλλά και συντήρηση του οχυρωματικού περιβόλου.
Οπως είναι γνωστό η εικόνα της Παναγίας Κοσμοσώτειρας κάθε χρόνο εκτίθεται σε προσκύνημα την παραμονή και ανήμερα του Δεκαπενταύγουστου. Ωστόσο τα τελευταία χρόνια αποστέλλεται και σε διάφορες ενορίες ανά την Ελλάδα – κυρίως σε μέρη όπου υπάρχουν κοινότητες καταγόμενων από την Θράκη. Από το 2018 και μετά η εικόνα αυτή συνοδεύεται και από δύο βυζαντινές αυτοκρατορικές φορεσιές, οι οποίες κατασκευάστηκαν στις Φέρες ειδικά γι’ αυτό τον σκοπό. Για να φοριούνται δηλαδή από κοπέλες που θα συνοδεύουν την εικόνα υπερθεματίζοντας τη βυζαντινή καταγωγή της. Οι στολές ράφτηκαν από μοδίστρα των Φερών και η ιδέα αυτή προέκυψε, όταν η Μητρόπολη Αλεξανδρούπολης είχε δανειστεί δύο αντίστοιχες από τη Μητρόπολη του Μυστρά και το Λύκειο Ελληνίδων προκειμένου να συνοδεύσουν την εικόνα τον Δεκαπενταύγουστο του 2017.





































