Αν ο 3ος αι. μ.Χ. έχει χαρακτηριστεί (και δικαίως) ο «χρυσούς αιών» των Μαρτύρων της Εκκλησίας, θα μπορούσε να υποστηριχθεί με βεβαιότητα ότι αποτελεί τον αντίστοιχο χρυσό αιώνα της ανθήσεως του ασκητικού βίου, αρχής γενομένης από την Αίγυπτο.

Ο καθηγητής της ερήμου και θεμελιωτής του ερημητικού μοναχισμού είναι ο Μέγας Αντώνιος. Την ίδια εποχή μ’ εκείνον και ακολουθώντας το παράδειγμά του θα κάνουν την εμφάνισή τους και οι άλλες μεγάλες μορφές: ο Όσιος Μακάριος ο Μέγας, ο Όσιος Μακάριος ο Αλεξανδρεύς, ο Όσιος Αμούν της Νιτρίας, ο Όσιος Παμβώ, ο Όσιος Ποιμήν, ο Όσιος Μωυσής ο Αιθίοπας, ο Όσιος Σισώης, ο Όσιος Παφνούτιος, ο Όσιος Παύλος ο Απλούς… Και η χρυσή γραμμή του χορού των Οσίων Πατέρων, των εν ασκήσει διαλαμψάντων, μοιάζει ατελεύτητη, ενώ δεν απουσιάζουν και οι Όσιες γυναίκες, που ακολούθησαν το παράδειγμά τους και δεν υπολήφθηκαν σε τίποτα από τους άνδρες συναγωνιστές τους, αν δεν τους ξεπέρασαν μάλιστα κάποιες φορές, όπως η Οσία Συγκλητική ή η Οσία Μελάνη, για να αναφέρουμε ενδεικτικά δύο μόνο ονόματα.

Στο βιβλίο «Ἡ κατ’ Αἴγυπτον τῶν μοναχῶν ἱστορία», έργο του 397 μ.Χ., του οποίου ο συγγραφέας, που δεν θέλησε να αποκαλύψει το όνομά του, είχε επισκεφθεί τα μοναστήρια της Αιγύπτου και είχε γνωρίσει από κοντά τους μοναχούς της εποχής του, διαβάζουμε στον πρόλογο: «Εἶδον ἀληθῶς τὸν τοῦ Θεοῦ θησαυρὸν έν ἀνθρωπίνοις κεκρυμμένον σκεύεσι… Εἶδον ἐκεῖ πολλοὺς πατέρας ἀγγελικὸν βίον βιοῦντας, ὡς ἀληθῶς Θεοῦ θεράποντας, οὐδὲν γήϊνον φρονοῦντας, οὐδέ τι τῶν προσκαίρων λογιζομένους· ἀλλ’ ὡς ὄντως ἐπὶ τῆς γῆς ζῶντες, ἐν οὐρανοῖς πολιτεύονται… καὶ πᾶσιν εὔδηλόν ἐστι ὡς δι’ αὐτῶν ἕστηκεν ὁ κόσμος καὶ δι’ αὐτοὺς παρά Θεῷ ἕστηκεν καὶ τετίμηται ἡ ἀνθρωπίνη ζωή» (Είδα αληθινά τον θησαυρό του Θεού κρυμμένο σε ανθρώπινα σώματα. Είδα πολλούς πατέρες να ζουν αγγελικό βίο, σαν αληθινοί υπηρέτες του Θεού, που δεν υπάρχει τίποτα γήινο στο φρόνημά τους, ούτε σκέπτονται κάτι από τα εφήμερα, αλλά πράγματι, ζώντας τέτοια ζωή στη γη, το πολίτευμά τους είναι στους ουρανούς. Και είναι σε όλους φανερό ότι ο κόσμος συντηρείται χάρη σ’ αυτούς και χάριν αυτών είναι πολυτίμητη η ανθρώπινη ζωή στα μάτια του Θεού).

Και το παράδειγμά τους, βέβαια, βρήκε μιμητές και τους επόμενους αιώνες, και όχι μόνο στην Αίγυπτο, αλλά και στη Συρία, στην Παλαιστίνη, στη Μεσοποταμία, στη Μ. Ασία και λίγο αργότερα και στην (ορθόδοξη τότε ακόμα) Δύση.

Η λέξη αβάς σημαίνει «πατέρας». Αυτή ήταν η προσφώνηση για τους Οσίους ασκητές της ερήμου. Μεταξύ αυτών, ο Όσιος Σισώης (ο αβάς Σισώης) είναι ένα από τα επίλεκτα στελέχη της χορείας των Αγίων Πατέρων, «τῶν ἐν ἀσκήσει διαλαμψάντων». Όσα γνωρίζουμε για τον βίο του είναι, κατ’ αρχάς, ότι κατοίκησε στη Σκήτη, με τη συντροφιά των Αγίων αβάδων Μακαρίου, Ωρ και Αθρέ. Μετά την κοίμηση του Μεγάλου Αντωνίου, όταν πολύς κόσμος άρχισε να μαζεύεται εκεί, εγκατέλειψε τη Σκήτη και εγκαταστάθηκε στο Όρος του Αντωνίου, στην εσωτέρα έρημο, όπου βρήκε την ησυχία που είχε πλέον χαθεί από τη Σκήτη. Εκεί έζησε με τον μαθητή του αβά Αβραάμ έως το 429 μ.Χ., οπότε, υπέργηρος πλέον, εγκαταστάθηκε στην περιοχή Κλύσμα της Αιγύπτου, όπου και τελείωσε τον επίγειο βίο του.

ΕΙΧΑΝ ΦΤΑΣΕΙ ΣΤΟ ΙΔΙΟ ΥΨΟΣ ΑΓΙΟΤΗΤΑΣ

Η φήμη του είχε απλωθεί παντού και, ιδίως μετά την κοίμηση του Μ. Αντωνίου, το 356 μ.Χ., όταν κατοικούσε στο Όρος του Αντωνίου, εθεωρείτο ένας από τους μεγαλύτερους ασκητές και δέχθηκε τις επισκέψεις πολλών ασκητών που ήθελαν τις πνευματικές συμβουλές του. Μεταξύ των επισκεπτών ήταν και ο Επίσκοπος Νικοπόλεως Αδέλφιος. Στο Κλύσμα τον επισκέφθηκε δύο φορές ο αβάς Αμούν της Ριθούς, ενώ γνώρισε τον μεγάλο δάσκαλο της Νιτρίας, αβά Παμβώ. Υπάρχει μάλιστα μία διήγηση του Γεροντικού, στην οποία αποκαλύπτεται ότι οι δύο γέροντες είχαν φτάσει στο ίδιο ύψος αγιότητας.

Αναφέρεται ένα συγκλονιστικό περιστατικό από τον βίο του, το οποίο έχει απεικονιστεί σε πολλές ορθόδοξες τοιχογραφίες. Κάποτε ο αβάς Σισώης επισκέφθηκε τον τάφο του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Όταν στάθηκε μπροστά στον τάφο, ο μεγάλος ασκητής αναλογίστηκε τη ματαιότητα των εγκοσμίων και το άστατο του ανθρώπινου βίου. Συλλογίστηκε το μεγαλείο και τη δόξα του μεγάλου στρατηλάτη των Ελλήνων, τα κατορθώματα και τις νίκες του στους πολέμους, την αχανή αυτοκρατορία που εγκαθίδρυσε.

Όπως αποτυπώνεται και στην εικόνα, βλέπει κανείς δύο δόξες. Η μία είναι η επίγεια, του ανθρώπου που ήταν βασιλιάς της Μακεδονίας και αρχιστράτηγος των Ελλήνων, για να γίνει Μέγας Βασιλεύς των Περσών, Φαραώ των Αιγυπτίων, βασιλεύς των Ινδιών. Το τέλος όμως ήταν η κοινή μοίρα των ανθρώπων. Όπως λέει ο Μέγας Βασίλειος στην ομιλία του «Εἰς τὸ πρόσεχε σεαυτῷ»: «Δες εκείνους που πριν από σένα είχαν τέτοιες καυχήσεις (σ.σ.: για την ευγενή καταγωγή, τους προγόνους, τη σωματική ομορφιά, τις τιμές και την εξουσία). Πού είναι όσοι είχαν περιβληθεί την πολιτική εξουσία; Πού είναι οι ακαταμάχητοι ρήτορες… οι στρατηγοί, οι σατράπες, οι ασκούντες την εξουσία; Δεν είναι όλα σκόνη; Δεν είναι όλα ένας μύθος; Δεν απέμεινε μέσα σε λίγα οστά η μνήμη τους; Σκύψε στους τάφους, διέκρινε, αν μπορείς, ποιος είναι ο δούλος και ποιος ο κύριος, ποιος ο φτωχός και ποιος ο πλούσιος, ξεχώρισε, αν έχεις τη δύναμη, τον δέσμιο από τον βασιλιά, τον ισχυρό από τον αδύνατο, τον όμορφο από τον άσχημο. Κι αν θυμάσαι τη φύση σου, δεν θα επαρθείς ποτέ».

Από την άλλη, απεικονίζεται ο ταπεινός ασκητής που θρηνεί την κοινή μοίρα των ανθρώπων, αλλά έχει περιβληθεί τη θεϊκή δόξα, μέτοχος του Ακτίστου Φωτός, ο οποίος, έχοντας ούτως ή άλλως «μνήμη θανάτου», βλέπει στην πράξη τη ματαιότητα της επιγείου δόξας και των αξιωμάτων και θρηνεί για την κοινή μοίρα του μεταπτωτικού ανθρώπου.

Οι μαθητές του αβά Σισώη ζωγράφισαν την εικόνα του γέροντά τους πάνω από τον τάφο και έγραψαν το εξής επίγραμμα: «Ὁρῶν ὁ μέγας ἐν ἀσκηταῖς Σισώης τὸν τάφον βασιλέως Ἑλλήνων Ἀλεξάνδρου, τοῦ πάλαι λάμψαντος τῇ δόξῃ, φρίττει· καὶ τὸ ἄστατον τοῦ καιροῦ καὶ τῆς δόξης τῆς προσκαίρου λυπηθεὶς, ἰδού, κλαίει· “Ὁρῶν σε τάφε, δειλιῶ σου τὴν θέαν καὶ καρδιοστάλακτον δάκρυ χέω, χρέος τὸ κοινόφλητον εἰς νοῦν λαμβάνων· πῶς οὖν μέλλω διελθεῖν πέρας τοιοῦτον; Αἴ, αἴ, θάνατε, τίς δύναται φυγεῖν σε;”». Δηλαδή, bλέποντας ο μέγας μεταξύ των ασκητών Σισώης τον τάφο του βασιλιά των Ελλήνων Αλεξάνδρου, που έλαμψε κάποτε με τη δόξα του, φρίττει. Και, λυπημένος από το άστατο του καιρού και της πρόσκαιρης δόξας, ιδού, κλαίει:

«Βλέποντάς σε τάφε, δειλιάζω στη θέα σου και χύνω δάκρυα από τα βάθη της καρδιάς μου, αναλογιζόμενος το κοινό χρέος που έχουμε να εξοφλήσουμε όλοι οι άνθρωποι (δηλαδή τον θάνατο). Πώς λοιπόν μέλλω κι εγώ να διαβώ τέτοιο τέλος; Θάνατε, ποιος μπορεί να σε αποφύγει;».

Ο Όσιος Σισώης διακρίθηκε για την ταπείνωση, τη φιλαδελφία και τη σύνεσή του, καθώς και για την ακατάπαυστη μέριμνά του να επιστρέψει σε μετάνοια έστω και έναν αμαρτωλό. Υπήρξε από τους κορυφαίους ασκητές του 4ου αιώνα, μια ελεήμων ψυχή που προσευχόταν θερμά για κάθε άνθρωπο, πλούσιο ή φτωχό, δίκαιο ή αμαρτωλό, λαϊκό ή κληρικό, «ὑπὲρ τοῦ κόσμου παντός».

Το τέλος του επίγειου βίου του έχει καταγραφεί στο Γεροντικό και αξίζει να κλείσουμε με αυτή τη διήγηση που φανερώνει όλο το ψυχικό μεγαλείο του και την παρρησία του προς τον Θεό: «Έλεγαν για τον αβά Σισώη ότι, όταν έμελλε να τελευτήσει και κάθονταν οι πατέρες γύρω του, έλαμψε το πρόσωπό του σαν τον ήλιο. Και τους λέει: “Να, ο αβάς Αντώνιος ήλθε”. Και μετά από λίγο λέει: “Να, η χορεία των προφητών ήλθε”. Και πάλι το πρόσωπο του έλαμψε περισσότερο και είπε: “Να, η χορεία των Αποστόλων ήλθε”. Και έλαμψε το πρόσωπο του ακόμα πιο πολύ. Και ιδού, ήταν σαν να μιλούσε με κάποιους. Και τον ρώτησαν οι γέροντες, λέγοντας: “Με ποιον μιλάς, πάτερ;”».

Και εκείνος είπε: “Να, οι Άγγελοι ήλθαν να με πάρουν και παρακαλώ να με αφήσουν για να μετανοήσω λίγο ακόμη”. Και του λένε οι γέροντες: “Δεν έχεις ανάγκη να μετανοήσεις, πάτερ”. Και τους είπε ο γέροντας: “Σας βεβαιώνω ότι δεν βλέπω να έχω κάνει αρχή”. Και πληροφορήθηκαν όλοι ότι είναι τέλειος. Και πάλι, ξαφνικά, έγινε το πρόσωπό του σαν τον ήλιο. Και φοβήθηκαν όλοι. Και τους λέει: “Βλέπετε, ο Κύριος ήλθε και λέει: Φέρτε μου το σκεύος της ερήμου”.

Και ευθύς παρέδωσε το πνεύμα. Και έγινε σαν αστραπή. Και γέμισε όλο το κελί από ευωδία».

Εκκλησία Online
Γράψε το σχόλιό σου

Αφήστε μια απάντηση

Comment moderation is enabled. Your comment may take some time to appear.