Ο Άγιος Νικηφόρος γεννήθηκε το 758 μ.Χ. στην Κωνσταντινούπολη, σε οικογένεια ευγενικής καταγωγής. Οι γονείς του, Θεόδωρος και Ευδοκία, παρά την υψηλή κοινωνική τους θέση, διακρίνονταν για την πίστη και την ενάρετη ζωή τους. Φρόντισαν να αναθρέψουν τον γιο τους μέσα στο πνεύμα της Ορθοδοξίας, μεταδίδοντάς του από νωρίς την αγάπη για τον Θεό και τη μελέτη των Θείων Γραφών.

Ο πατέρας του, βαθιά αφοσιωμένος στην ορθόδοξη πίστη, διώχθηκε από τον εικονομάχο αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Ε’ τον Κοπρώνυμο και εξορίστηκε στη Νίκαια, όπου και τελικά πέθανε, μαρτυρώντας την πίστη του. Ο Νικηφόρος, από νεαρή ηλικία, έδειξε πνευματική ωριμότητα και ξεχώρισε για την ευφυΐα και τη σοβαρότητά του. Απέκτησε ανώτερη μόρφωση, τόσο θεολογική όσο και φιλοσοφική, και εργάστηκε αρχικά σε κρατικές θέσεις.

Ωστόσο, η καρδιά του ποθούσε την ησυχία και την εσωτερική καλλιέργεια. Έτσι, αποσύρθηκε στο ιδιόκτητο κτήμα του κοντά στον Βόσπορο, όπου επιδόθηκε στην προσευχή, τη νηστεία και τη μελέτη των Γραφών. Παρά την επιθυμία του για ησυχαστική ζωή, η φήμη του ανδρός και η αρετή του τον έφεραν ξανά κοντά στα κοινά. Ο αυτοκράτορας τον διόρισε υπεύθυνο του μεγάλου πτωχοκομείου της Κωνσταντινουπόλεως, θέση που υπηρέτησε με αυταπάρνηση και φιλανθρωπία.

Μετά την κοίμηση του Πατριάρχη Ταρασίου, το 806 μ.Χ., ο Νικηφόρος επιλέχθηκε από τον αυτοκράτορα Νικηφόρο Α’ ως διάδοχός του. Η ενθρόνισή του συνέπεσε με την Κυριακή του Πάσχα, δίνοντας θεολογικό συμβολισμό στη διακονία του. Ωστόσο, ο Πατριαρχικός Θρόνος αποδείχθηκε σταυρικός. Ο Άγιος Νικηφόρος βρέθηκε αντιμέτωπος με μεγάλες προκλήσεις, κυρίως λόγω της εικονομαχικής έριδας που ταλάνιζε την Εκκλησία και την αυτοκρατορία.

Η αποφασιστικότητά του να υπερασπιστεί την τιμή και την προσκύνηση των ιερών Εικόνων τον έφερε αντιμέτωπο με τον νέο αυτοκράτορα Λέοντα Ε’ τον Αρμένιο, ο οποίος το 813 μ.Χ. εξαπέλυσε διωγμό κατά των εικονοφίλων. Ο Νικηφόρος αρνήθηκε να υποκύψει στις πιέσεις και παρέμεινε σταθερός στην ορθόδοξη πίστη. Η γενναία και ακλόνητη στάση του εξόργισε τον αυτοκράτορα, ο οποίος τον εκθρόνισε και τον εξόρισε.

Στην εξορία, ο Άγιος έζησε σε συνθήκες σκληρές και δύσκολες, μα κράτησε την καρδιά του στραμμένη προς τον Θεό. Υπέμεινε με υπομονή και πίστη τις ταλαιπωρίες, και τελικά, στις 2 Ιουνίου 822 μ.Χ., αναπαύθηκε εν Κυρίω. Η Εκκλησία τον τιμά ως ομολογητή της Ορθοδοξίας και προασπιστή των ιερών παραδόσεων, έναν Πατριάρχη που με τη ζωή του δόξασε τον Θεό και άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα στην ιστορία της πίστης.

Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Νίκην ἤνεγκε, τὴ Ἐκκλησία, ἡ σὴ ἔνθεος, ὁμολογία, Νικηφόρε Ἱεράρχα θεόληπτε• τὴν γὰρ Εἰκόνα τοῦ Λόγου σεβόμενος, ὑπερορία ἀδίκως ὠμίλησας. Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἠμὶν τὸ μέγα ἔλεος.

Έτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’.
Κανόνα πίστεως, καὶ εἰκόνα πραότητος, ἐγκρατείας διδάσκαλον, ἀνέδειξε σε τῇ ποίμνῃ σου, ἡ τῶν πραγμάτων ἀλήθεια· διὰ τοῦτο ἐκτήσω τῇ ταπεινώσει τὰ ὑψηλά, τῇ πτωχείᾳ τὰ πλούσια. Πάτερ Ἱεράρχα Νικηφόρε, πρέσβευε Χριστῷ τῷ θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Εκκλησία Online
Γράψε το σχόλιό σου

Αφήστε μια απάντηση

Comment moderation is enabled. Your comment may take some time to appear.