«Διακρίνω έναν κίνδυνο αποκοπής της νέας γενιάς από το Χριστό και την Εκκλησία. Πρόκειται για μία πρόκληση στην οποία καλούμεθα όλοι να απαντήσουμε και να ενεργοποιηθούμε». Στην εκτίμηση αυτή προβαίνει μιλώντας στην «Ορθόδοξη Αλήθεια» ο Μητροπολίτης Σύρου, Τήνου, Άνδρου, Κέας, Μήλου, Δήλου και Μυκόνου κ. Δωρόθεος. Αναφέρεται επίσης στα χρόνια της νεότητάς του αλλά και στις σημαντικότερες στιγμές που έχει ζήσει στην έως τώρα διαδρομή του αρχιερατικού του βίου.
Ως προς τις εξελίξεις στο τομέα των επιστημών και της τεχνολογίας σημειώνει, ότι η Εκκλησία επιβάλλεται να παρακολουθεί τις εξελίξεις και να επισημαίνει κάθε περίπτωση κατά την οποία η επιστήμη στρέφεται κατά του ανθρώπου και απειλεί την προσωπικότητά του. Εκφράζει επίσης την αισιόδοξη εκτίμηση, πως παρά τα όποια προβλήματα, δεν διαβλέπει κίνδυνο ολοκληρωτικής αλλοίωσης των χαρακτηριστικών του ελληνικού πολιτισμού, ενώ υπογραμμίζει ότι οι νησιώτες μας φρουρούν Θερμοπύλες και ότι είμαστε όλοι υποχρεωμένοι να τους στηρίζουμε.
Σεβασμιότατε, στην έως σήμερα διαδρομή σας ως Μητροπολίτης Σύρου ποιες ήταν οι σημαντικότερες στιγμές που έχετε ζήσει και είναι οι πιο αξιομνημόνευτες;
Στα 25 χρόνια της αρχιερατείας μου είναι πολλές, πάμπολλες, οι αξιομνημόνευτες στιγμές που έζησα. Κάθε ημέρα, κάθε επαφή με τους ευλογημένους κατοίκους των νησιών μας είναι για μένα αξιομνημόνευτη. Εάν βέβαια πρέπει να επιλέξω την σημαντικότερη στιγμή που έχω ζήσει, αυτή είναι η αλησμόνητη ημέρα της ενθρονίσεώς μου στη Σύρο. Ήταν 19 Ιανουαρίου 2002 όταν χιλιάδες Συριανοί, Ορθόδοξοι και Ρωμαιοκαθολικοί, είχαν πλημμυρίσει το λιμάνι και τους δρόμους της Ερμούπολης και με ενθουσιώδεις εκδηλώσεις αγάπης και σεβασμού με υποδέχθηκαν και με ενθρόνισαν στο θρόνο της Μητρόπολης και της καρδιάς τους. Αλησμόνητη θα μου μείνει η υποδοχή από τον αείμνηστο Επίσκοπο των Ρωμαιοκαθολικών Σύρου Φραγκίσκο Παπαμανώλη, ο οποίος ήταν ο πρώτος που με υποδέχτηκε και με τον οποίο θεμελιώσαμε μία αγαστή συνεργασία των δύο εκκλησιαστικών κοινοτήτων της Σύρου, που αποτελεί πρότυπο και παράδειγμα ομαλής και δημιουργικής συμβίωσης διαφορετικών Εκκλησιών για όλο τον κόσμο.
Από τα χρόνια της νεότητάς σας έως και σήμερα -επιχειρώντας έναν σύντομο απολογισμό- υπήρξαν κάποια πρόσωπα τα οποία αποτέλεσαν σημείο αναφοράς και επηρέασαν τις αποφάσεις στον έως σήμερα ιερατικό σας βίο;
Σας ευχαριστώ για την ερώτηση αυτή, διότι έτσι μου δίνεται η ευκαιρία να τιμήσω και να μνημονεύσω τις μορφές εκείνες που στήριξαν και προσδιόρισαν την πορεία μου στο χώρο της Εκκλησίας. Πρώτα αναφέρω τον κατά σάρκα αδελφό μου Νικόλαο και τους αείμνηστους κατά σάρκα γονείς μου, τον πατέρα μου Χρήστο και την μητέρα μου Αικατερίνη, που με γαλούχησε στην πίστη και με στήριξε σε κάθε βήμα της ιερατικής μου διακονίας, με στοργή, με αγάπη και με χαμόγελο. Στην αγκαλιά της μέχρι και πριν από δύο χρόνια έβρισκα γαλήνη, ηρεμία και έπαιρνα δύναμη να ξεπερνάω τις πίκρες και τις δυσκολίες, οι οποίες αναπόφευκτα συνοδεύουν έναν κληρικό -και μάλιστα έναν Επίσκοπο. Αναφέρω επίσης τον προκάτοχό μου, τον Μακαριστό Μητροπολίτη Σύρου Δωρόθεο Α’ (Στέκα), τον συμπατριώτη μου, ο οποίος μου ενεφύσησε την αγάπη, την επιείκεια και την ανεκτικότητα. Μνημονεύω καθηκόντως τον αείμνηστο ηγούμενο της Ιεράς Μονής Τουρλιανής Μυκόνου, αρχιμανδρίτη Φιλάρετο Γεροντάρη, ο οποίος με χειραγώγησε στην λειτουργική ζωή της Εκκλησίας μας, με ενίσχυσε στα πρώτα βήματα της ιερατικής μου διακονίας, πνευματικός μου ως αληθώς πατέρας γενόμενος. Οφείλω, προσέτι, να αναφερθώ στη μορφή του αείμνηστου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος Χριστοδούλου, ο οποίος με εισήγαγε στην Αρχιεροσύνη, καθώς και τον νυν Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμο Β’ ο οποίος με περιβάλλει με την αγάπη του και με διδάσκει σύνεση, μετριοπάθεια και διακριτικότητα. Στους ανωτέρω δικαίως συμπεριλαμβάνω και τον πνευματικό μου, πρωτοπρεσβύτερο Κωνσταντίνο Αντύπα και τους πανεπιστημιακούς μου διδασκάλους στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, και προεχόντως τους αείμνηστους Νικόλαο Μπρατσιώτη, Ευάγγελο Θεοδώρου και Βλάσιο Φειδά.
Ερχεστε συχνά σε επικοινωνία με πολλούς ανθρώπους είτε από την Μητρόπολή σας είτε από άλλες περιοχές. Ποιες εντυπώσεις αποκομίζετε από τις συναντήσεις με τους πιστούς; Τι σας ζητούν πιο συχνά;
Τόσο ως ιεροκήρυκας όσο και ως μητροπολίτης της πολυνησιακής Μητροπόλεως Σύρου είχα και έχω την ευκαιρία, θα έλεγα και το προνόμιο, να έρχομαι σε επαφή με πολλούς ανθρώπους εντός και εκτός Μητροπόλεως, όπως σωστά επισημάνατε. Θα έλεγα ότι οι άνθρωποι αυτοί δεν ζητάνε τόσο, όσο συζητάνε. Συζητάνε μαζί μου τα προβλήματά τους, τις αγωνίες τους, τις ελπίδες τους, τους φόβους τους και περιμένουν ν’ ακούσουν ένα καλό λόγο, λόγο αγάπης και παραμυθίας. Βέβαια, στις δύσκολες εποχές που ζούμε, είναι πολλοί αυτοί που αντιμετωπίζουν προβλήματα επιβίωσης, υγείας, ανέχειας και ανεργίας. Δεν είναι λίγοι εκείνοι, οι οποίοι έρχονται και ζητούν τη βοήθειά μου και της Μητροπόλεως, για να αντιμετωπίσουν οικονομικά αδιέξοδα και να αποπληρώσουν λογαριασμούς, ενοίκια ή και νοσήλεια. Με τη βοήθεια του Θεού, τις συνεισφορές των ναών και των μοναστηριών μας, τον πιστών αλλά και φιλάνθρωπων ευεργετών μας, μπορούμε να ανταποκρινόμαστε σε μεγάλο βαθμό στα αιτήματά τους.
Σήμερα περισσότερο από άλλη φορά, διαπιστώνετε ότι εμείς οι Ελληνες ως λαός στρεφόμαστε ακόμη πιο συνειδητά στο Θεό ζητώντας την μεσιτεία Του ή διακρίνετε ότι αποδυναμώνεται το στοιχείο της σταθερής και ακλόνητης πίστης;
Είναι κοινή διαπίστωση ότι ζούμε σε μια κοινωνία έντονα αντιπνευματική, μια κοινωνία υλιστική και ατομοκεντρική, που θεοποιεί την ύλη και την τεχνολογία. Ο σύγχρονος Ελληνας βομβαρδίζεται από πλήθος μηνυμάτων και επιδράσεων, που συχνά διαφοροποιούνται ή και αντιτίθενται στα στοιχεία εκείνα της Ελληνορθόδοξης παράδοσής μας, που στήριξαν το έθνος μας σε δύσκολες στιγμές. Επιτρέψτε μου, λοιπόν, να πω ότι διακρίνω ένα κίνδυνο αποκοπής της νέας γενιάς -και έχουμε πολύ καλά νέα παιδιά- από το Χριστό και την Εκκλησία. Πρόκειται για μία πρόκληση στην οποία καλούμεθα όλοι να απαντήσουμε και να ενεργοποιηθούμε, ώστε το μήνυμα της εν Χριστώ σωτηρίας να γίνει βίωμα της νέας γενιάς αλλά και όλων μας.
Τι θα συμβουλεύατε έναν νέο που σκέπτεται να ενδυθεί του ιερατικού σχήματος;
Πρώτα θα τον προέτρεπα να συνειδητοποιήσει το μεγαλείο της ιεροσύνης και ύστερα -μέσα από τη διαδικασία της αυτογνωσίας- να κρίνει εάν μπορεί να αναλάβει ένα τόσο μεγάλο υπούργημα ως λειτουργός των μυστηρίων του Θεού και ως ποιμένας λογικών προβάτων. Προ πάντων, θα τον συμβούλευα να έχει πίστη ακλόνητη στο Χριστό, αστείρευτη υπομονή και θυσιαστική αγάπη προς τον άνθρωπο, εφ’ όσον, βέβαια, συντρέχουν οι ιεροκανονικές προϋποθέσεις για τη χειροτονία του.
Εν μέσω πολλών επιστημονικών ανακαλύψεων και συνεχούς προόδου της τεχνολογίας σε όλα τα πεδία η Εκκλησία ποια στάση οφείλει να τηρήσει;
Η επιστήμη γενικά και η τεχνολογία, ειδικά, είναι δώρα του Θεού προς τον άνθρωπο, με στόχο να βελτιώσουν την ποιότητα της ζωής του. Δεν είναι εξ ορισμού ούτε καλά ούτε απορριπτέα. Το θετικό ή το αρνητικό πρόσημο το θέτει ο ίδιος ο άνθρωπος, ανάλογα με το πώς τα χρησιμοποιεί. Το μαχαίρι κόβει ψωμί, αλλά κόβει και τη ζωή! Κατά συνέπεια η Εκκλησία δεν πρέπει να τηρήσει και αρνητική και θετική στάση. Εκείνο που επιβάλλεται είναι να παρακολουθεί τις εξελίξεις και να επισημαίνει κάθε περίπτωση κατά την οποία η επιστήμη στρέφεται κατά του ανθρώπου και απειλεί την προσωπικότητά του.
Η ελληνική κοινωνία βρίσκεται αντιμέτωπη με την επιβολή ξένων προς τα ήθη της συνηθειών και αντιλήψεων, που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην αλλοίωση των χαρακτηριστικών της;
Κατά τη διάρκεια της μακραίωνης ιστορίας του ο Ελληνισμός βρισκόταν και βρίσκεται σε μία διαρκή και δυναμική διαδικασία ανταλλαγής πολιτιστικών στοιχείων. Από αυτά κρατούσε και υιοθετούσε κάθε στοιχείο που ανταποκρινόταν στις ανάγκες του, το προσάρμοζε σε αυτές και το αφομοίωνε στα δεδομένα του εμπλουτίζοντας τον πολιτισμό και τις ιδέες του. Αλλωστε ο πολιτισμός είναι μία δυναμική έννοια, μοιάζει με ένα ποτάμι που δέχεται το νερό των παραποτάμων, με αποτέλεσμα το ρεύμα του να γίνεται ισχυρότερο και καθαρότερο. Σήμερα, όμως, διαπιστώνουμε ότι οι επιδράσεις που δέχεται ο πολιτισμός μας είναι έντονες και καταιγιστικές. Ο σύγχρονος Ελληνας κατακλύζεται από ξένα ήθη, έθιμα, στοιχεία γλώσσας, τρόπους ζωής, ιδεολογίες, τα οποία επιβάλλονται από τα μέσα ενημέρωσης, κοινωνικής δικτύωσης και το διαδίκτυο κατά τρόπο απόλυτο. Παρά ταύτα, δεν διαβλέπω κίνδυνο ολοκληρωτικής αλλοίωσης των χαρακτηριστικών του πολιτισμού μας, διότι ο ελληνισμός έχει όλα εκείνα τα αντισώματα που του επιτρέπουν να διατηρεί την ταυτότητά του -μέσα από συχνά δύσκολες καταστάσεις και συγκυρίες- και να συνεχίζει την πορεία του στην ιστορία, προσφέροντας στην ανθρωπότητα το Αρχαιοελληνικό μέτρο και την χριστιανική αγάπη.
Σε ποιο σημείο βρίσκονται σήμερα οι σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας; Πώς βλέπετε να εξελίσσεται σήμερα ο διάλογος ανάμεσα στις δύο πλευρές;
Θα ήθελα καταρχάς να επισημάνω ότι Εκκλησία και Πολιτεία δεν είναι δύο αντίπαλοι θεσμοί αλλά δομικά στοιχεία της κοινωνίας, που τα συνδέει η επιθυμία και η προσπάθειά τους να διακονήσουν τον Ελληνα πολίτη. Με το πνεύμα αυτό, τα όποια προβλήματα τυχόν αναφύονται αντιμετωπίζονται κατά κανόνα με καλή θέληση, αμοιβαίο σεβασμό και γόνιμο διάλογο. Σήμερα, οι σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας στηρίζονται στην αναγνώριση των διακριτών ρόλων τους και το δημιουργικό διάλογο για την επίλυση και προώθηση θεμάτων, που αφορούν την Εκκλησία, τους κληρικούς και τις ποιμαντικές και κοινωνικές της δραστηριότητες.
Απευθυνόμενος προς το ελληνικό κράτος υπάρχουν κάποια αιτήματα, τα οποία αφορούν στη Μητρόπολή σας και θα θέλατε να τα θέσετε υπ’ όψιν των αρμόδιων φορέων;
Ενα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της Μητροπόλεως μας είναι η νησιωτικότητα. Αποτελείται από 12 νησιά, τα οποία εκτείνονται από το Σούνιο μέχρι το Κρητικό Πέλαγος. Είναι γνωστά τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι νησιώτες μας. Προβλήματα συγκοινωνίας, δυσκολίες μετακινήσεων, ελλείψεις σε ιατρικό και εκπαιδευτικό προσωπικό, σε υποδομές, που επηρεάζουν την καθημερινότητα και την ποιότητα της ζωής τους. Οι νησιώτες μας φρουρούν Θερμοπύλες! Είμαστε όλοι υποχρεωμένοι να τους στηρίζουμε, διότι κάθε νησί μας είναι έπαλξη του ελληνισμού στο Αιγαίο.
*Αναδημοσίευση από την εφημερίδα “Ορθόδοξη Αλήθεια”





































