Αναστάσιος Γ. Λέκκας.

Οι άνθρωποι γνωρίζουνε πολλά, και έκαναν και κάνουν σπουδαία επιτεύγματα, που βελτιώνουν, αλλά, και πολύ συχνά, καταστρέφουν τη ζωή τους.

Αγνοούν, ωστόσο, ένα πράγμα, ή τουλάχιστον θέλουν και επιμένουν να αγνοούν:

ΤΟ ΣΚΟΠΟ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥΣ, το σπουδαιότερο, δηλαδή, στοιχείο της ανθρώπινης ύπαρξης, ένας σκοπός που δεν είναι απλός, αλλά δισυπόστατος, καθώς έχει την επίγεια και ουράνια πτυχή του, κι αυτό γιατί το δέντρο της ζωής έχει τις ρίζες του στη γη, τα κλαδιά του, όμως, στολίζουν τον ουρανό με τους καρπούς και τα εύοσμα άνθη του.

Έτσι, από τη φύση του ο άνθρωπος έχει δύο επιλογές: Να πορεύεται στη ζωή του σ’ ένα δρόμο πλατύ και ευρύχωρο, που στο τέλος γίνεται αδιέξοδος, ή να διαβαίνει, με αγώνες, με πόνο και θυσίες σ’ ένα δρόμο στενό και δύσβατο, που στο τέλος, όμως, οδηγεί στην κορυφή, από όπου βλέπει να ανατέλλει η χαρά και η Σωτηρία του.

Θα ρωτήσει, λοιπόν, κανείς:

Ποια επιλογή κάνουν, και ποια οδό ακολουθούν οι άνθρωποι στην εποχή μας;

Από τις πράξεις και τα λόγια τους, και από αυτά που βλέπουμε και ακούμε, εύκολα διαπιστώνει κανείς ότι η πλειοψηφία των ανθρώπων με πάθος πορεύεται μέσα στην αποπνικτική ατμόσφαιρα ενός ακραίου, άκρατου και αχαλίνωτου ευδαιμονισμού, στον οποίο πλήρως παραδίδεται, με αποτέλεσμα, όλο και περισσότερο να βυθίζεται στου βούρκου τα βαλτόνερα.

«βεβυθισμένοι υπάρχουν εξ’ απογνώσεως», όπως λέει ένα Δεσποτικό κατανυκτικό.

Έτσι, η προγονική αποστασία του ανθρώπου από τον Θεό, έχει πλέον προαχθεί και μετεξελιχθεί σε πλήρη άρνηση και περιφρόνηση του Θεού, από όσους αλόγιστα χειραγωγούνται από ηδονιστικές αντιλήψεις, που συστηματικά στοχεύουν στην απορρύθμιση των υπαρξιακών στοιχείων της ψυχής τους.

Κι όλα αυτά γιατί, ο αβίωτος βίος, στο λάκκο των παθών, αναγνωρίζεται και υποστηρίζεται, ενώ οι πνευματικοί αγώνες για την κατάκτηση των αρετών πολεμούνται και λοιδορούνται.

Τέτοια είναι η κατάντια και ο ξεπεσμός του ανθρώπου, που αδιαφορεί για την ψυχή του, ώστε να ακούγεται, και στις ημέρες μας, το διαχρονικό παράπονο του Θεού, όπως το καταγράφει ο Προφήτης Του:

«Πώς έγινε πόρνη η πόλη η πιστή; Σ’ αυτήν που εξεχείλιζε τυφλή δικαιοσύνη; Πώς στην καρδιά της έσβησε και κοιμήθηκε η δίκαιη η κρίση;»

Και η απάντηση:

«Γιατί, το χρήμα βρώμικο έγινε και διέφθειρε συνειδήσεις, και οι κάπηλοι στα καπηλειά νοθεύουν το κρασί, και οι άρχοντες απειθαρχούν σε νόμους και κανόνες. Κλεπταποδόχοι γίνανε, που δώρα και ξεπλήρωμα όλοι αποζητούν, και κρίση άδικη κάνουνε για χήρες κι ορφανά» (Ησαΐας)

Και αν αυτό ήταν το παράπονο του Θεού έξι αιώνες πριν από την αυτοπρόσωπη κάθοδό Του στη γη, και τη Σταυρική Του θυσία για τη Σωτηρία των ανθρώπων, αντιλαμβάνεται κανείς ποιο μπορεί να είναι, στις ημέρες μας, το θεϊκό παράπονο για τον ξεπεσμό και την ηθική κατρακύλα μας.

Αυτό, άλλωστε, το προσεγγίζουμε και το βλέπουμε, αν θέλουμε να ανοίξουμε τα μάτια μας, μέσα από τα δεινά και τις συμφορές, που συνεχώς και απανωτά μας πλήττουν, δίχως να καταλαβαίνουμε τι μας γίνεται, δίχως να αντιλαμβανόμαστε ότι, η δυστυχία μας, οι πόνοι και οι λύπες μας, τις περισσότερες φορές, είναι αποτέλεσμα της κακής συμπεριφοράς μας προς τον Θεό, και της αφροσύνης μας να θέλουμε να βάλουμε το προσωπικό μας θέλημα, πάνω από το θέλημα του Θεού.

Γι’ αυτό ο προαιώνιος Λόγος του Θεού μας φωνάζει και μας λέει:

«Ακούστε τα ουράνια, και αφουγκράσου γη: Υιούς εγώ σας γέννησα, σας ύψωσα ψηλά, κι εσείς το λόγο μου αστόχαστα τον αφήσατε άρριζο στην καρδιά σας. Άρχοντες και λαός, ποτέ σας δεν θελήσατε να μάθετε για μένα, ούτε να κατανοήσετε ποια είναι η Αλήθεια. Αλλοπαρμένοι και αλόγιστοι, δούλοι της αμαρτίας, άνομο σπέρμα πονηρό, που τον Θεό σας κάνατε ξένο και μακρινό, και μ’ όλη σας τη δύναμη και την αλλοφροσύνη ριχτήκατε ασυλόγιστα στο λάκκο των πληγών σας, και γίνατε τόπος άνυδρος και έρημος γυμνή…» (Ησα. Ν’ 2-4)

Στην ξέφρενη πορεία του, μακριά απ’ τον Θεό, ο άνθρωπος δεν θέλει να μάθει, ούτε κατανοεί πόσο ανώφελο είναι να χάνεται παράλογα η ψυχή του στη φυλακή των παθών του κλεισμένος, να τρέχει αξεδίψαστος πίσω από του κόσμου, τα μάταια, τα «ηδέα» και τα φθαρτά, όπως οι άφρονες ιππείς, που ιππεύουνε άλογα αχαλίνωτα μέσα στην καταχνιά, και τρέχουνε ασυγκράτητοι στην άκρη του κατάραχου, στα χείλη του γκρεμού.

Παρόλα τα χτυπήματα, τα μύρια δεινά του, ο άνθρωπος αυτός δεν θέλει, δεν ανέχεται να βάλει φραγμό στην άφρονη και ατείχιστη ζωή του, στα ψεύτικα όνειρά του, και αντί να αλλάξει ρότα βαθύτερα βυθίζεται στου βούρκου τη σαπίλα.

Έτσι, ο πλανεμένος και δυστυχισμένος άνθρωπος πορεύεται πλέον σε δρόμο αδιέξοδο, με την καρδιά του σκληρή και αποξηραμένη, και με την ψυχή του φορτωμένη με ενοχές, φόβο και απελπισία.

Κανείς, όμως, δεν μπορεί να ματαιώσει, να ακυρώσει η να καταργήσει τα έργα του Θεού, ιδιαιτέρως, μάλιστα, το Θέλημά Του.

Κατά συνέπεια, και ο Παράδεισος δεν είναι δυνατό, ποτέ, να μείνει άδειος από ανθρώπους, αφού ο θεός τον έφτιαξε γι’ αυτούς.

Πορεύεται, λοιπόν, ο μακράν του Θεού άνθρωπος στο δικό του δρόμο του αδιέξοδου χαμού, πορεύεται, όμως, και ο Θεός το δικό Του δρόμο για τη Σωτηρία των χαμένων παιδιών Του.

Πορεύεται μυστικά και διακριτικά, πάνω στις θάλασσες και τα ύδατα της γης, για να βρει και να σώσει όλους εκείνους που τα αφρισμένα κύματα έχουνε ρίξει στα βράχια.

«Εν τη θαλάσσει αι οδοί Σου και αι τρίβοι Σου εν ύδασι πολλοίς και τα ίχνη Σου ού γνωσθήσονται», όπως λέει ο Ψαλμωδός. (Ψαλμ. 76,20)

Πορεύεται και ο Χριστός, «ως έχων της μακροθυμίας το πέλαγος έμφυτον και της ευσπλαχνίας την άβυσσον», για να βγάλει τον αχάριστο άνθρωπο, από το σκοτάδι της ζωής του, και μας προσκαλεί να ακολουθήσουμε, όσοι θέλουμε, τα ίχνη τα δικά Του, αυτά που χάραξε στη γη, με τις θυσίες Του, και το Αίμα Του στο Σταυρό.

Και τον ακολούθησαν, ανά τους αιώνες, και τον ακολουθούν:

Εκείνοι που δεν κουράστηκαν να κουβαλάνε πόνο, και το Σταυρό τους, κι αυτό τους νοιάζει μόνο.

Εκείνοι, που μεσ’ τα βάσανα κράτησαν την ελπίδα, και στον Θεό στηρίχτηκαν μέσα στην καταιγίδα.

Εκείνοι, που δεν γονάτισαν στους κάμπους να θερίζουν, και τους μισθούς τους δεν πήρανε, αυτούς που τους αξίζουν.

Εκείνοι, που για το δίκαιο δίψασαν, πάλεψαν, δε το βρήκαν, κι εκείνοι που τη λευτεριά αγάπησαν και στη σκλαβιά ριχτήκαν.

Εκείνοι, που του φτωχού τη συμφορά θέλουν να ανακουφίζουν, και τον γυμνό στην παγωνιά θέλουνε να τον ντύνουν.

Εκείνοι, που συνθλίβονται μ’ αυτούς που έχασαν την ελπίδα, και όλων των συνανθρώπων τους, τους κόπους και τα βάσανα δε νιώθουν να είναι ξένα.

Εκείνοι, που δε γεύονται μόνοι τους το ψωμί τους, ούτε γι’ αυτούς εστέναξε η γη γιατί μόνο αυτοί τη δύναμή της πήραν, ούτε στο χώμα σκάβουνε, με τα χέρια τους να θάψουνε σ’ αυτό τα πλούτη και τη σάρκα τους, μαζί εκεί να λιώσουν.

Όλοι αυτοί πετάξανε από πάνω τους το ένδυμα του παλαιού ανθρώπου, και ντύθηκαν το θώρακα της άδολης δικαιοσύνης, και κάνανε έτσι δυνατό το πέρασμα, με κόπους και θυσίες, απ’ της φθοράς την όχθη, της πλάνης και της απάτης, στην όχθη την αντίπερα της Αλήθειας του Χριστού.

Όλοι αυτοί, του κόσμου οι σαλοί, της γης οι αδικημένοι, στην καταφρόνια έζησαν φτωχοί, ταπεινωμένοι.

Κάστρα, όμως, ελπίδας έχτιζαν κάτω απ’ το Σταυρό Του. Καθάριο έπιναν νερό, μόνο απ’ το δικό Του. Και καρτερώντας τον Χριστό στον ίσκιο της Πηγής Του, απ’ την καθαρή καρδιά τους έβγαινε γλυκός ψιθυρισμός:

Σ’ ευχαριστούμε, Κύριε,

γιατί, ποτέ δεν άφησες

κανένα μοναχό του

ο πονεμένος άνθρωπος

κοιτάζει στο Σταυρό Σου

και το δικό του το σταυρό

στηρίζει στο δικό Σου.

Εκκλησία Online
Γράψε το σχόλιό σου

Αφήστε μια απάντηση

Comment moderation is enabled. Your comment may take some time to appear.