Η Ορθόδοξη Ανατολή μένοντας πιστή, παρά τις ιστορικές περιπέτειές της (αραβοκρατία, λατινοκρατία, τουρκοκρατία) στην αρχαία εκκλησιαστική παράδοση, έγινε μετά το σχίσμα ο κύριος κατακτητικός στόχος της Δύσεως, και κυρίως της Παλαιάς Ρώμης.

Η υποταγή της Ανατολής, κυρίως μετά το σχίσμα, εντάχθηκε στις βασικές προτεραιότητες του Παπισμού για την πνευματική αφομοίωση του τμήματος εκείνου της Χριστιανοσύνης, που με τον τρόπο υπάρξεώς του αναιρούσε (και αναιρεί), τη δυτική αλλοτρίωση. Στην ασυγκράτητη παπική (αργότερα και προτεσταντική) επιβουλή η Ελληνική Ανατολή θα συνειδητοποιήσει ότι το «δυτικό απέναντι», με το οποίο επί αιώνες θα αντιπαλεύει, είναι περισσότερο δυσπολέμητο από το «ανατολικό», αφού απειλούσε όχι τα σώματα, αλλά την ίδια την ψυχή,κατά τον Πατροκοσμάτόν Αιτωλό.

Ανάλογα με τη στάση τους απέναντι στην Ορθοδοξία οι Έλληνες θα διαιρεθούν, αμέσως μετά το τελικό σχίσμα (1054), σε «ενωτικούς» (φιλοδυτικούς) και «ανθενωτικούς» (αντιδυτικούς).

Ενωτικοί ήσαν κυρίως οι διανοούμενοι και οι πολιτικοί. Οι πρώτοι ταυτίζονταν στις θεωρητικές τους αναζητήσεις με τους δυτικούς ομοτέχνους τους, ενώ οι δεύτεροι υπέκυπταν στην πολιτική σκοπιμότητα (προσδοκία βοήθειας). Οι φιλενωτικοί, δεμένοι ιδεολογικά με τη Δύση και πιστεύοντας στις υποσχέσεις της, ήσαν πάντα πρόθυμοι να μειοδοτήσουν στα θέματα πίστεως. Η δουλική όμως στροφή προς τη Δύση, ως μανία εκδυτικισμού –εξευρωπαισμού, συντηρούμενη στον χώρο των διανοουμένων, θα κορυφωθεί τον 18/19ο αιώνα με το κύμα του ελληνικού διαφωτισμού.

Παράλληλα όμως με τη «μετακενωτική» προσπάθεια των ενωτικών – ευρωπαιστών κινήθηκε και η ίδια η «Δύση» προς την Ανατολή, όχι μόνο ανταποκρινόμενη στις προσκλήσεις, αλλά και σπεύδοντας να καλύψει τα υπαρκτά η και κατασκευαζόμενα κενά. Σ΄ όλη τη διάρκεια της δουλείας (Λατινοκρατίας / Ενετοκρατίας και Τουρκοκρατίας) πρώτα οι παπικοί και μετά οι προτεσταντικοί επεκτατικοί μηχανισμοί αναπτύσσονται στον ιστορικό ελληνικό χώρο, δημιουργώντας σφύζουσες δυτικές εστίες, άψογα οργανωμένες, που θα λειτουργούν ως κοινωνικοί πνευματικοί καταλύτες στην εμπερίστατη ελληνική πραγματικότητα, κατεργαζόμενοι μεθοδευμένα το δυτικότροπο κοινωνικοιδεολογικό μετασχηματισμό της. Όχημα της παπικής και προτεσταντικής προπαγάνδας θα είναι η ιεραποστολή (mission). Οι δυτικοί Μισσιονάριοι νόθευσαν την έννοια της Χριστιανικής «Ιεραποστολής», κάτι κοινό στο δυτικό κόσμο, στον οποίο ο θρησκευτικός χώρος θα συμμετέχει πρόθυμα στην αποικιοκρατική πολιτική, υπηρετώντας τα συμφέροντα των δυτικών πολιτικών δυνάμεων, στις οποίες ανήκει και σήμερα ο Παπισμός (Κράτος Βατικανού).

Η ΠΑΠΙΚΗ ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑ
Ήδη από την έναρξη της Φραγκοκρατίας (1204) το παπικό στοιχείο είχε απλωθεί στις ελληνόφωνες περιοχές φθάνοντας σε πολλά σημεία να είναι το συμπαγέστερο πληθυσμιακό στοιχείο (Χίος, Κυκλάδες, Επτάνησα, Κρήτη). Την λατινική υπονόμευση στην ελληνική πραγματικότητα ευνοούσε η προνομιακή θέση της λατινικής Εκκλησίας στις φραγκοκρατούμενες η ενετοκρατούμενες περιοχές. Η όλη προσπάθεια εκινείτο στο πλαίσιο, που καθόριζαν οι ακόλουθες ιστορικές σταθερές: η καθολική διαφοροποίηση από την ελληνική Ανατολή, η έντονη προκατάληψη για το ρωμαίικο (ορθόδοξο κόσμο), θεμελιωμένη στην πολιτική του Καρλομάγνου και των διαδόχων του, και ο άσβεστος πόθος για υποταγή και απορρόφηση της «βυζαντινής» αυτοκρατορίας (οριακοί σταθμοί: 1204 και 1439). Η στάση των Λατίνων έναντι των Ορθοδόξων προσδιορίστηκε από τη Δ΄ Σύνοδο του Λατερανού (1215: ιδεολογική θεμελίωση της Ουνίας) και τις (ουνιστικές) αποφάσεις της Συνόδου της Φλωρεντίας (1439). Η στρατηγική τακτική της Ρώμης συνοψιζόταν στο δίπολο: προσηλυτισμός (υποταγή) η διώξεις κάθε είδους. Χαρακτηριστικότερη εφαρμογή, η περίπτωση του μαρτυρικού Πατριάρχη Κυρίλλου Λούκαρη.

Στα 1622 ιδρύεται η Sacra Congregatio de Propaganda fide, ο πρώτος στην ανθρώπινη ιστορία μηχανισμός ιδεολογικής προπαγάνδας και μεθοδικής «πλύσεως εγκεφάλου» των μαζών (Χρ.Γιανναράς).
Η μεγάλη εξόρμηση της Ρώμης έγινε το 16ο αιώνα. Εμπνευστής ο καρδινάλιος Bellarmino (1542-1621), γνωστός διότι έριξε τον Giordano Bruno στη πυρά και πρωτοστάτησε στην καταδίκη του Γαλιλαίου. Αυτός υποστήριξε ανοικτά και ευρύτατα τους μισσιοναρίους της Ρώμης.

Πρωτοστατούν τα μοναχικά τάγματα, που αναδεικνύονται σε ακαταμάχητες μισσιοναριστικές δυνάμεις. Ο δυτικός μηχανισμός από τα τέλη της πρώτης χιλιετίας έχει πιά αλλοτριωθεί χάνοντας τον αρχαίο ασκητικό χαρακτήρα του. Οι μονές γίνονται «τάγματα», δυνάμεις δηλαδή κρούσεως στη διάθεση του Πάπα. Στην Ανατολή δρούν Δομινικανοί, Καπουτσίνοι, Φραγκισκανοί, Ιησουίτες. Πέρα από την προπαγανδιστική τους δράση θα επιδοθούν και σε κυνήγι ελληνικών χειρογράφων, λεηλατώντας τις ορθόδοξες μονές. Βέβαια, το πρόσχημα ήταν η σωτηρία των Χριστιανών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από τον εξισλαμισμό, αλλά ο στόχος αυτός συνδυαζόταν με τη μεταστροφή στο λατινισμό
και στο δικό τους τελικά όφελος.

Οπλισμένοι με την πείρα των κοινωνιών τους, γνώριζαν καλά ότι ο αποτελεσματικότερος τρόπος πραγμάτωσης των σκοπών τους ήταν ο δρόμος της παιδείας, και μάλιστα στον φυσικό της χώρο, το σχολείο. Γι΄ αυτό, πέρα από την κηρυκτική δράση, ανέπτυξαν ένα τεράστιο εκπαιδευτικό έργο. Στον τομέα αυτό δραστηριοποιήθηκαν ιδιαίτερα οι Καπουτσίνοι, εγκαινιάζοντας μάλιστα πρώτοι τη διδασκαλία των Θηλέων (Κωνσταντινούπολη –Χίος).

Οι μισσιονάριοι (λατίνοι και προτεστάντες) έδωσαν μεγάλη σημασία στην ευαισθησία της γυναικείας καρδιάς στην αφομοίωση και διάδοση της θρησκείας (Βλ. Β΄ Τιμ.3: 6-7). Εξ ίσου όμως εκμεταλλεύτηκαν τον ρόλο του γιατρού, μόνιμο μέσο όλων των προπαγανδών σε αναξιοπαθούσες κοινωνίες. Tο 1544 ιδρύεται το τάγμα των Ιησουητών, που θα αναπτύξουν τη φοβερότερη προπαγάνδα, όχι μόνο στον χώρο του Ελληνισμού, αλλά σ΄όλη την ορθόδοξη Ανατολή. Τον αντίκτυπο της εδώ παρουσίας ενσαρκώνει η φόρτιση του όρκου «Ιησουίτης» στη συνείδηση και γλώσσα του λαού μας, ανάλογη με εκείνη του (άλλου δυτικού) όρου «μασσόνος»! Το τάγμα αυτό ανέλαβε, μάλιστα, την υποστήριξη της Ουνίας (= δούρειος ίππος του Παπισμού στις ορθόδοξες χώρες). 

Ιησουίτες μισσιονάριοι ανέπτυξαν σημαντική διπλωματική δράση στην Κωνσταντινούπολη, καλλίνικο θύμα της οποίας υπήρξε ο πατριάρχης Κύριλλος Λούκαρις (1638). Στα μέσα της προπαγάνδας τους περιλαμβανόταν στο κήρυγμα (στη λαική γλώσσα), τα σχολεία, οι εντυπωσιακές λιτανείες. Ο Λούκαρις σημειώνει: «…επίασαν τα παιδιά και με το μέσον των παιδίων κλέπτουσι τας γνώμας των πατέρων τους». Ήταν η κοινή μέθοδος όλων των μισσιοναρίων: μέσω των σχολείων να επιδρούν στις οικογένειες των μαθητών.

Τη θρασύτητά τους δείχνει η ίδρυση της 1635 παπικής σχολής στο Άγιο Όρος (Καρυές). Ήταν, βέβαια αίτημα του ηγουμένου της Μονής Βατοπεδίου Ιγνατίου (1628). Οι αντιδράσεις των αγιορειτών, αλλά και η καχυποψία των τουρκικών αρχών συντέλεσαν στη μεταφορά της σχολής το 1651 στη Θεσσαλονίκη. Ενδιαφέρει ιδιαίτερα ο στόχος των Ιησουιτών στο Άγιο Όρος: «Αν κερδίσουμε τους μοναχούς του Αγίου
Όρους»- έγραφε ο Γραμματέας της προπαγάνδας Incoli το 1628 – «θ’ ανοίξουμε ένα μεγάλο δρόμο προς την ένωση της εκκλησίας αυτής (=της Ορθόδοξης) με τη δυτική και αυτό, γιατί τους μοναχούς αυτούς τους έχουν σε μεγάλη υπόληψη οι επίσκοποι και οι πληθυσμοί της Ελλάδος. Ακόμη μερικοί βεβαιώνουν, πως αν ενωθεί το Άγιον Όρος με την ρωμαική εκκλησία, αμέσως η Μοσχοβία θα δεχθεί την ένωση αυτή, γιατί οι μοσχοβίτες τρέφουν μεγάλη υπόληψη στους μοναχούς αυτούς…».

Τα σχέδια αυτά ενίσχυσε σημαντικά η ίδρυση (1577) του «Ελληνικού Κολλεγίου» του Αγίου Αθανασίου στη Ρώμη. Πολλοί από τους αποφοίτους του (ουνίτες) άσκησαν φιλοπαπική προπαγάνδα. Επισημότεροι υπήρξαν ο Πέτρος Αρκούδιος (ονομάστηκε «ελληνομάστηξ») και ο Λέων Αλλάτιος. Το έργο της παιδείας προωθούσαν οι εκδόσεις. Στην κατεύθυνση αυτή συνέβαλλαν επιφανείς Έλληνες Ουνίτες, όπως ο Νικαίας Βησσαρίων, καρδινάλλιος και πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως» από το Μάιο του 1462. Ηγήθηκε της ουνιτικής προπαγάνδας, καθιερώνοντας υποτροφία για δεκαέξι Έλληνες κληρικούς- Ουνίτες που θα προωθούσαν τον ενωτισμό από θέσεις πρωτοπαπάδων, εκκλησιαστικών δηλαδή ηγετών. 

ΤΕΛΙΚΕΣ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ
Αναφερόμενος ο Κύριλλος Λούκαρις στις επιτυχίες των Ιησουιτών, επισημαίνει ότι «έσυραν τους ήμισυ παπάδες και χριστιανούς εις την γνώμην των». Η αλλοίωση των κριτηρίων και η αδρανοποίηση των αντανακλαστικών ήταν ενίοτε εξουθενωτική. Περιστασιακή μυστηριακή διακοινωνία (Intercommunio), αλλαξοπιστίες (όχι μαζικές), αποδοχή και ενίσχυση των δυτικών στόχων. Οι μισσιονάριοι στηρίχθηκαν πάντα στους φίλους τους Ρωμηούς και στις ενδορθόδοξες διενέξεις.

Η επιτυχία της δράσης όμως των μισσιονάριων ήταν ενίοτε καρπός της ανεκτικότητας η και αβελτηρίας της ελληνικής πνευματικής ηγεσίας (κλήρου). Επίσκοποι, μειωμένων ηθικών αντιστάσεων και προσόντων, επέτρεπαν σε μισσιονάριους να λειτουργούν σε ορθόδοξους ναούς, να κηρύττουν και να εξομολογούν. Τα εσωτερικά πάθη – ακόμη – λαού και ηγεσίας (αμάθεια, πλεονεξία, δεισιδαιμονίες, ηθικές εκτροπές, αμέλεια και αδιαφορία κ.α.) η και τα υπάρχοντα κενά (π.χ. στην παιδεία) ευνοούσαν τη μισσιοναριστική δράση.

Δεν έλειψε όμως και η αντίδραση, στο βαθμό φυσικά που ήταν δυνατή και αποτελεσματική λόγω της ξένης κυριαρχίας. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο αμύνθηκε με εξάρχους, ιεροκήρυκες και κληρικούς η μοναχούς στη διείσδυση των ξένων. Η απόφαση μάλιστα, για τη χρήση λαικής γλώσσας στο κήρυγμα ήταν το τολμηρότερο, αλλά και δραστικότερο, μέτρο στην αντιμετώπιση της δυτικής προπαγάνδας, που μετέδιδε τα μηνύματά της με τη λαική (προφορική και γραπτή) γλώσσα. «Σε μία εποχή, όπου στη Δύση ο Γαλιλαίος διώκεται, καταδικάζεται και φυλακίζεται από την Εκκλησία, το Πατριαρχείο της Πόλης συσταίνει σχολεία, τυπογραφείο, ευνοεί τη μετάφραση των Γραφών, χρησιμοποιεί τη λαική γλώσσα, για να φωτίσει το ποίμνιο» (Κ. Δημαράς). Οι θεολόγοι, εξ άλλου, λαικοί, μοναχοί και κληρικοί, με τη συγγραφική τους δράση ενίσχυσαν την άμυνα της Εθναρχίας. Συμπαγέστερη όμως και δυναμικότερη ήταν η αντίδραση των λαικών στρωμάτων. Εδώ πρέπει να εξαρθεί και η αφομοιωτική δύναμη των Ελληνίδων στις περιπτώσεις μεικτών γάμων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι Τυπάλδοι της Κεφαλλονιάς (14ος αιώνας κ.ε.) που από τις ελληνίδες συζύγους τους έγιναν ορθόδοξοι παπικοί και μέσω της Ορθοδοξίας Έλληνες. Στην παράδοση του Γένους μας πάντα η γυναίκα σώζει την πίστη. Μεγάλη, τέλος, βοήθεια στην Ελληνικότητα και Ορθοδοξία προσέφεραν οι συγκρούσεις Παπικών και Προτεσταντών στο έδαφός μας, κάτι όμως που παύει να ισχύει με την ανάπτυξη του Οικουμενισμού από τον 19ο αιώνα.

Από τα παραπάνω γίνεται αντιληπτό, γιατί η επιβίωση του Ελληνισμού στη δουλεία δεν εκπλήσσει τόσο, όσο η διάσωση της πνευματικής συνέχειάς του. Μπορούμε να μιλούμε για θαύμα, που με τη χάρη του θεού πραγματοποίησε το Γένος. Τα ανεξάντλητα ψυχικά αποθέματά του φάνηκαν στην Επανάσταση του ΄21 και την εθνική παλιγγενεσία. Η απογοήτευση όμως ήλθε με το Ελληνικό Κράτος (μετά το 1833!), στο οποίο η επιβουλευόμενη το Γένος Δύση θα αποβεί «καθολική του μητρόπολη» (Κ.Μοσκώφ). Αυτό θα εκφράζει το παράπονο του Μακρυγιάννη: «Αν μας έλεγε κανένας αυτήνη τη λευτεριά, όπου γευόμαστε, θα περικαλούσαμε τον Θεόν να μας αφήσει εις τους Τούρκους άλλα τόσα χρόνια…..»

Και αυτό, γιατί; Διότι όλοι οι κυβερνώντες την Ελλάδφα, πλην του Καποδίστρια, ελάχιστη η μηδενική σχέση είχαν (έχουν) με την ελληνορθόδοξή μας παράδοση. Αρχικά μας κυβέρνησαν οι τοποτηρητές των ξένων, ώσπου να καταντήσουν και αυτοί ξένοι. Γι’ αυτό δεν θα παύσω να επαναλαμβάνω: θέλω να είμαι Έλληνας – Ορθόδοξος στην Ευρώπη και όχι Ευρωπαίος στην Ελλάδα! 

Γιώργος Λακαφώσης

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.