Οἱ πρῶτοι κτήτορες τῆς μονῆς τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου, εἶναι οἱ ὅσιοι ἀδελφοί Συμεών καί Θεόδωρος. Γεννήθηκαν στή Θεσσαλονίκη (310-320 μ.Χ.). Ἔφτασαν, κατά τό θεῖο χρησμό, στό ἐσωτερικό τῆς Ἀχαΐας, στόν ποταμό Σελινοῦντα. Ποῦ ἔπρεπε νά στρέψουν τά βήματά τους; Κατά τά μεσάνυχτα στό ὄνειρό τους ὁραματίστηκαν τούς τρεῖς Ἀποστόλους, οἱ ὁποῖοι τούς εἶπαν.

Βαδίσετε ἀνατολικά καί ἐκεῖ θά συναντήσετε κόρην παρθένον, τήν Εὐφροσύνη, ἡ ὁποία, σάν τίς κόρες τοῦ Ραγουήλ, βόσκει τίς γίδες τοῦ πατέρα της. Αὐτή θά σᾶς ὁδηγήσει στόν τόπο τῆς παρουσίας τῆς χαριτόβρυτης εἰκόνας τῆς Παναγίας.

Βαδίζοντες ἀνατολικά, συνάντησαν τήν ἁγία κόρη, πού ἔβοσκε «τό μικρόν ἐξ αἰγῶν αἰπόλιον» (κοπάδι), καί τῆς εἶπαν:
– Χαῖρε, ἐν Κυρίῳ, κόρη.
– Χαίρετε Συμεών καί Θεόδωρε. Ἀντιχαιρέτησε ἡ κόρη.

Ἐθαύμασαν οἱ ὅσιοι πῶς ἐγνώριζεν ἡ ἄγνωστη τά ὀνόματά τους, ἄγνωστοι αὐτοί σέ ἄγνωστο τόπο. Τότε ἡ ὁσία Εὐφροσύνη ἔκανε μέ τό ραβδί της στή γῆ τό σημεῖο τοῦ Σταυροῦ, κατά τήν προσταγή τῆς Παναγίας, ἔσκισε ὁ βράχος στά δύο καί ἀνέβλησε πηγή γλυκυτάτου νεροῦ. Συγχρόνως βλάστησε καί τό ραβδί της. Μέχρι σήμερα ἡ πηγή ὀνομάζεται «Πηγή τῆς ἁγίας Κόρης».

Ἡ ἁγία Κόρη τούς εἶπε πώς ὀνομάζεται Εὐφροσύνη καί πώς ἡ Παναγία τῆς ἀποκάλυψε τά χαρακτηριστικά τους καί τά ὀνόματά τους καί πώς τῆς ἀποκαλύφτηκε στό Σπήλαιο, ἀπό τήν Παναγία, ἡ ἱερή εἰκόνα:

– Βλέπετε τό μικρό κοπάδι τῶν κατσικιῶν πού βόσκει; τούς εἶπε. Ἕνα μεσημέρι, ἐνῷ βρισκόμουν κάτω ἀπό ἕνα δέντρο, βλέπω ἕναν τράγο νά ξεκόβει ἀπό τό κοπάδι καί νά βαδίζει πρός τόν γκρεμό, ὅπου εἶναι τό στόμιο τῆς μεγάλης σπηλιᾶς. Σέ λίγο γυρίζει καί στέκεται ἐμπρός μου, μέ τό γένειό του βρεγμένο καί μέ κοίταζε στά μάτια.

Δέν ἔδωσα σημασία. Προχθές ἔφυγε πάλι ὁ τράγος, πρός τή σπηλιά. Σέ λίγο γύρισε πάλι μέ τό γένειό του βρεγμένο, μέ κοίταζε καί βέλαζε συνέχεια μέ ἀνησυχία, σά νά μέ προσκαλοῦσε σέ κάτι σπουδαῖο. Τότε κατάλαβα πώς ἦταν θεῖο σημάδι, γιά κάποιο μήνυμα.

Κατευθύνθηκα πρός τή σπηλιά μέ ὁδηγό τόν τράγο. Ἔκανα τό σταυρό μου καί μπῆκα μέσα. Τήν πηγή δέν τήν εἶδα. Ἦταν σκεπασμένη μέ κισσούς καί δέντρα. Τότε ἄκουσα μιά ἀθέατη καί οὐράνια φωνή νά μέ καλεῖ:
– Εὐφροσύνη! Εὐφροσύνη, μή φοβηθεῖς. Ἐγώ εἶμαι, ἡ μητέρα τοῦ Θεοῦ.

Φοβήθηκα. Ἔστρεψα τό βλέμμα δεξιά καί εἶδα τή χαριτόβρυτη εἰκόνα τῆς Παναγίας μέσα στούς κισσούς, ἡ ὁποία ἀκτινοβολοῦσε. Τήν εἶχε το ποθετήσει ἐκεῖ ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς ὅταν περιερχόταν, νά διδάξει τό Χριστιανισμό, τήν Ἀχαΐα, στόν καιρό τῶν ἀντιχρίστων καί εἰδωλολατρῶν, γιά νά μήν πέσει στά χέρια τους.

Ἡ ἀόρατη φωνή ἐξακολούθησε νά μοῦ μιλᾶ:
– Εὐφροσύνη, πάρε εὐθύς τό ποίμνιόν σου. Νά μεταβεῖς εἰς τό χωριό σου, τούς Γαλάτες, καί νά ὑποδεχτεῖς τόν Συμεών καί τόν Θεόδωρον, τούς ὁποίους ἐγώ ἀποστέλλω πρός ζήτησιν τῆς ἁγίας μου εἰκόνος.

Μοῦ περιέγραψε τά χαρακτηριστικά τοῦ προσώπού σας.
– Δέ θά γίνεις κατ’ ἀρχάς πιστευτή, μοῦ εἶπε ἡ Παναγία. Γιά νά τούς πείσεις θά κάνεις εἰς τήν γῆν τό σημεῖο τοῦ σταυροῦ καί τότε θά ἐξέλθει ἄφθονον νερό, θά ἀνθίσει καί τό ραβδί σου, καί βλέποντες τά θαύματα οἱ δύο μοναχοί θά σέ ἀκολουθήσουν.

Μέ ὁδηγό τήν ὁσία Εὐφροσύνη, κατευθύνθηκαν «ὥσπερ ἔλαφοι προφητικοί, ἐπί τήν πηγήν τοῦ ὕδατος καί τόν ταμιευμένον θεομητορικόν ἐκεῖνον καί θεοδόξαστον θησαυρόν».

Στό ἐσωτερικό τοῦ σπηλαίου βρῆκαν, ἀνάμεσα στούς κισσούς, τή θεοφανέρωτη ἀποστολική εἰκόνα τῆς Παναγίας. Εὐθύς, πέφτουν «ἐπί πρόσωπον τῆς γῆς», προσκυνοῦν τήν Παναγία, καί ἀναφωνοῦν τήν κραυγή τοῦ Ἰώβ: «Εἴη τό ὄνομα Κυρίου εὐλογημένον ἀπό τοῦ νῦν καί ἕως τοῦ αἰῶνος».

Πῆραν τήν εἰκόνα καί ἔβαλαν φωτιά στό σπήλαιο, γιά νά τό καθαρίσουν ἀπό τούς κισσούς καί τά δέντρα. Τότε, μέσα ἀπό τίς φλόγες, ξεπήδησε παμμεγέθης δράκοντας φοβερός, πού προσπαθοῦσε νά ξεφύγει ἀπό τό στόμιο τῆς σπηλιᾶς. Τότε ἡ Παναγία, μέσα ἀπό τήν εἰκόνα Της, ἔστειλε ἀστραπή καί κτύπησε τόν μετέωρο ἐκεῖνο δράκοντα, ὁ ὁποῖος «συστρεφόμενος καί ἀνελισσόμενος, καί τό ἔδαφος πατάσσων (χτυπῶντας), καί συρίζων φοβερόν» ἐξέπνευσε.

Τότε παρουσιάστηκε καί ἡ ἁγία Τράπεζα, πού ἱερουργοῦσε ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς. Πιθανόν στό σπήλαιο αὐτό νά ἔγραψε καί τό Εὐαγγέλιό του ὁ Εὐαγγελιστής, καθώς ἀναφέρουν παλαιά χρυσόβουλα καί Νικόλαος ὁ Μαλαζός μᾶς βεβαιοῖ. Σ’ αὐτήν τήν ἁγία Τράπεζα οἱ τρισμακάριοι πατέρες ἐναπέθεσαν τήν χαριτόβρυτη εἰκόνα τῆς Παναγίας. Ἡ θεοφανέρωση τῆς ἱερῆς εἰκόνας ἔγινε τό 363 μ.Χ.

Σήμερα, ἡ Ἀποστολική εἰκόνα τοῦ Λουκᾶ, βρίσκεται στή δεξιά τελευταία ὑποδοχή τοῦ Τέμπλου τοῦ Καθολικοῦ. Εμπρός ἀπό τήν εἰκόνα τοῦ Εὐαγγελιστοῦ, ὑπάρχει ἄλλη εἰκόνα τῆς Παναγίας, πού κλειδώνει σάν παράθυρο. Ὁ προσκυνητής σκύβει νά δεῖ τήν Ἀποστολοχάρακτη εἰκόνα. Εἶναι κηρόχυτη, κατασκευασμένη ἀπό κερί καί ἄλλα ὑλικά.

Εἶναι ἀνάγλυφη καί ἐξέχει τοῦ ἐπιπέδου, μικρῶν διαστάσεων. Ἡ Παναγία φέρει στούς ὤμους «τήν ἱεράν ἐσθῆτα κεχρωματισμένη (χρωματιστή) καί μετάξι διάχρυσον». Γι’ αὐτό καί πολλοί τήν ἀποκαλοῦν: Χρυσοσπηλαιώτισσα. Κατασκεπασμένη ἀπό τό χρυσάφι της ἡ εἰκόνα μόλις ἀφήνει ἐλεύθερο τό πρόσωπο τῆς Παναγίας – μαῦρο ἀπό τούς αἰῶνες, γλυκύ σάν τήν ἄνοιξη τοῦ Βουραϊκοῦ, δυνατό σάν τήν αἰωνιότητα.

Ἡ εἰκόνα εἶναι τοῦ 50 μ.Χ. καί κατάμαυρη ἀπό τόν καπνό τῆς μεγάλης πυρκαγιᾶς τοῦ 1640, χωρίς νά τήν καταστρέψει, ὕστερα ἀπό ἐπέμβαση τῆς Παναγίας. Ἀλλά, μαύρη ἡ Παναγία, παρουσιάζεται νά λέει: «Μέλαινά εἰμι ἐγώ καί καλή» (Ἆσμ. α΄ 5). Ἀγκαλοφέρνει τόν Υἱό Της δεξιά (δεξιοκρατοῦσα).

Εκκλησία Online
Αποστολή
Αξιολόγηση επισκεπτών 5 (2 ψήφοι)

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.