ΠΑΡΕΝΘΕΤΗ ΜΗΤΕΡΑ: Η κατηγορία ότι ο καπιταλισμός έχει μετατρέψει τα γυναικεία σώματα σε μηχανές για την παραγωγή εργατικής δύναμης αποτελεί κεντρικό θέμα της φεμινιστικής λογοτεχνίας από τη δεκαετία του 1970. Ωστόσο, η έλευση της παρένθετης μητρότητας συνιστά σημείο καμπής στη διαδικασία αυτή, καθώς προσλαμβάνει την κύηση ως καθαρά μηχανική διαδικασία, ως αλλοτριωμένη εργασία στην οποία η γυναίκα που προσλαμβάνεται δεν πρέπει να έχει συναισθηματική συμμετοχή.
Η παρένθετη μητρότητα αποτελεί επίσης μια νέα τροπή από την άποψη της εμπορευματοποίησης της ανθρώπινης ζωής, καθώς αφορά την οργάνωση και τη νομιμοποίηση μιας αγοράς παιδιών και τον ορισμό του παιδιού ως ιδιοκτησίας που μπορεί να μεταβιβαστεί, να αγοραστεί και να πωληθεί. Αυτή, στην πραγματικότητα, είναι η ουσία της «παρένθετης μητρότητας», μιας πρακτικής ευρέως διαδεδομένης πια σε πολλές χώρες, ξεκινώντας από τις Ηνωμένες Πολιτείες, που συνεχίζει ωστόσο να περιβάλλεται από ένα σύννεφο σύγχυσης.
Όπως επισημαίνει η Ιταλίδα φεμινίστρια κοινωνιολόγος Dianela Danna στο βιβλίο της Contract Children, η ίδια η έννοια της «παρένθετης» είναι παραπλανητική, γιατί υποδηλώνει ότι η «κυοφορούσα μητέρα» δεν είναι η πραγματική, αλλά είναι απλώς «ένα βοήθημα, μια αρωγός» που ενεργεί για λογαριασμό της «πραγματικής μητέρας» – της παρόχου του ωαρίου, το οποίο η παρένθετη μητέρα μεταμορφώνει στη συνέχεια σε παιδί. Η αιτιολόγηση αυτής της ορολογίας προέρχεται από τις νέες τεχνολογίες αναπαραγωγής -εξωσωματική γονιμοποίηση και εμβρυομεταφορά- που δημιουργούν την ψευδαίσθηση ότι οι κύριοι του εμφυτευμένου ωαρίου έχουν δικαιώματα ιδιοκτησίας πάνω στο παιδί, μιας και η κυοφορούσα μητέρα δεν συνδέεται γενετικά με αυτό. Όπως σχολιάζει η Danna, πρόκειται για ένα λανθασμένο επιχείρημα που μπορεί να ισχύσει μονάχα μέσω μιας αφηρημένης αντίληψης περί ιδιοκτησίας, αγνοώντας ότι «κυοφορούσα μητέρα» είναι αυτή που δημιουργεί και τρέφει το παιδί, μια διαδικασία που συνεπάγεται όχι μόνο εννέα μήνες κυοφορίας αλλά και μεταβίβαση γενετικού υλικού, καθώς το παιδί πράγματι δημιουργείται από τη σάρκα και τα οστά της.
Χάρη στην ανωτέρω συλλογιστική και στην ανάπτυξη μιας επικουρικής, εμπορικής και θεσμικής μηχανής, αποτελούμενης από από ασφαλιστικές εταιρείες, γιατρούς και δικηγόρους, η παρένθετη μητρότητα έχει επεκταθεί σημαντικά τις τελευταίες τρεις δεκαετίες. Για την ώρα, χιλιάδες παιδιά γεννιούνται κάθε χρόνο με αυτό τον τρόπο και σε ορισμένες χώρες έχουν δημιουργηθεί «φάρμες μωρών», όπου «παρένθετες μητέρες» γονιμοποιούνται και διαμένουν εκεί για όλη τη διάρκεια της εγκυμοσύνης τους. Στην Ινδία, για παράδειγμα, πριν από την απαγόρευση της παρένθετης μητρότητας σε ξένους σε διακρατικό επίπεδο το 2015, υπήρχαν τρεις χιλιάδες τέτοιες κλινικές που παρείχαν τις υποδομές για μια βιομηχανία αναπαραγωγής, στο πλαίσιο της οποίας η συγκρότηση του γυναικείου σώματος σε μηχανή αναπαραγωγής ήταν σχεδόν ολοκληρωτική.
Τα προβλήματα ωστόσο παραμένουν. Στις περισσότερες χώρες της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η παρένθετη μητρότητα εξακολουθεί να απαγορεύεται επίσημα ή υπόκειται σε όρια και κανονισμούς. Στην Ολλανδία, για παράδειγμα, δίνεται στην παρένθετη μητέρα περιθώριο λίγων εβδομάδων μετά τον τοκετό για να αποφασίσει εάν θέλει να αποχωριστεί το παιδί. Όμως, όπως επισημαίνει η Danna, μεταξύ άλλων, αντί να περιστέλλουν την πρακτική, οι κανονισμοί αυτοί συνιστούν τον ταχύτερο δρόμο για τη νομική αναγνώρισή της.
Μία από τις αρχές που χρησιμοποιούνται για την υπέρβαση των υφιστάμενων απαγορεύσεων σε αμφισβητούμενες υποθέσει ή για τη διευκόλυνση της νομικής αναγνώρισης παιδιών που αποκτήθηκαν μέσω παρένθετης μητρότητας στο εξωτερικό είναι ότι η απόφαση πρέπει να λαμβάνεται «με γνώμονα το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού». Αυτό ωστόσο συνιστά σκόπιμη παράκαμψη του νόμου και οδηγεί στη νομιμοποίηση των ταξικών και ρατσιστικών επιπτώσεων της εν λόγω πρακτικής, καθώς πάντοτε προκρίνεται το συμφέρον των εύπορων λευκών ζευγαριών όταν πρόκειται για την ανάθεση του παιδιού.
Προβληματικός καθίσταται επίσης ο επιτακτικός χαρακτήρας των «συμβολαίων» που υποχρεώνουν τις παρένθετες μητέρες να δίνουν το παιδί μετά τον τοκετό. Η παρένθετη μητρότητα, πράγματι, είναι ένα εξαιρετικό παράδειγμα του πώς ο νόμος διαδραματίζει κρίσιμο ρόλο στην υποστήριξη της νεοφιλελεύθερης μεταρρύθμισης, καθώς τα συμβόλαια προσλαμβάνουν ένα ιερό στάτους, χωρίς όμως να λαμβάνονται υπόψη οι συνθήκες υπό τις οποίες συντάχθηκαν. Ωστόσο, όπως κατέστησε σαφές η περίφημη περίπτωση του «Baby M», είναι δύσκολο για τις γυναίκες να προβλέψουν τα συναισθήματά τους τη στιγμή της υπογραφής της σύμβασης, προτού βιώσουν, μέρα με τη μέρα για εννέα μήνες την εμπειρία μιας νέας ζωής να μεγαλώνει μέσα στη μήτρα τους.
Επιπλέον, στη σύναψη των συμβολαίων δεν λαμβάνονται υπόψη οι συνέπειες του χωρισμού από το παιδί. Στο μεταξύ, οι ίδιες οι συμβάσεις έχουν γίνει πιο περίπλοκες και περιοριστικές. Όχι μόνο υποχρεώνουν την παρένθετη μητέρα να εγκαταλείψει το παιδί μετά τη γέννηση, αλλά απαιτούν επίσης αυστηρό έλεγχο της καθημερινής ζωής της κατά την περίοδο της εγκυμοσύνης, όσον αφορά την ιατρική περίθαλψη, τη σεξουαλική συμπεριφορά, την πρόσληψη τροφής κλπ. Ακόμα ένα νομιμοποιητικό επιχείρημα είναι η νομική θεωρητικοποίηση του δικαιώματος στη γονεϊκότητα, με την παρένθετη μητρότητα να αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για κάτι τέτοιο. Αυτό το επιχείρημα χρησιμοποιείται παραδόξως ακόμη και σε ριζοσπαστικούς κύκλους, για λογαριασμό ομοφυλόφιλων αρσενικών ζευγαριών τα οποία υποτίθεται ότι πρέπει να προσλάβουν μια παρένθετη μητέρα για να πραγματοποιήσουν το δήθεν απόλυτο δικαίωμα της πατρότητας.
Εν ολίγοις, όλα δείχνουν ότι η παρένθετη μητρότητα είναι η τάση του μέλλοντος. Εντούτοις, καθώς η παρένθετη μητρότητα κανονικοποιείται, καθίσταται ζήτημα ζωτικής σημασίας να επισημανθούν οι ταξικές και ρατσιστικές προϋποθέσεις στις οποίες βασίζεται, καθώς και οι καταστροφικές συνέπειες, τόσο για τα παιδιά που γεννιούνται με αυτό τον τρόπο όσο και για τις γυναίκες. Ανησυχητικό είναι το φαινόμενο των «παιδιών σε αναστολή», στα οποία για διάφορους λόγους δεν έχει χορηγηθεί νομική πιστοποίηση στις χώρες όπου διαμένουν οι «προβλεπόμενοι» γονείς, ή των παιδιών με αναπηρία που απορρίπτονται και από την παρένθετη μητέρα και από το αιτούν ζευγάρι. Μια ερευνητική έκθεση του Reuters διαπίστωσε επίσης ότι οι θετοί γονείς, τουλάχιστον στις ΗΠΑ, μπορούν μέσω διαδικτύου να απορρίψουν τα παιδιά που υιοθετήθηκαν στο εξωτερικό, χωρίς καμία δυσκολία, μέσω μιας εντελώς ανεξέλεγκτης πρακτικής που ονομάζεται «ιδιωτική μετεγκατάσταση».
Ακόμα πιο ανησυχητικά είναι τα ευρήματα που αποκαλύπτουν ότι ορισμένα παιδιά που γεννήθηκαν μέσω παρένθετης μητρότητας διοχετεύονται στην αγορά οργάνων, καθώς από τη στιγμή που θα πραγματοποιηθεί η εν λόγω συναλλαγή δεν προβλέπεται θεσμική επίβλεψη της πορείας παιδιών που πωλούνται με αυτό τον τρόπο και που στις περισσότερες περιπτώσεις οδηγούνται σε άλλες περιοχές, χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από τον τόπο γέννησής τους.
Πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη το τραύμα που υφίστανται τα νεογέννητα κατά τον χωρισμό τους από την «κυοφορούσα μητέρα». Δεν έχει περάσει αρκετός χρόνος από τότε που εμφανίστηκε η παρένθετη μητρότητα ώστε να έχει προκύψει επαρκής αριθμός ιστορικών περιστατικών. Είναι δεδομένο ωστόσο ότι η μητέρα και το παιδί γνωρίζονται πολύ πριν από τη γέννηση, ότι στους τρεις μήνες μετά τη σύλληψη το έμβρυο αναγνωρίζει τη φωνή της και ότι είναι μέρος του σώματός της σε τέτοιον βαθμό που αμέσως μετά τη γέννησή του το βρέφος ξέρει πού να αναζητήσει τροφή και φροντίδα. Προφανώς, ορισμένα μωρά «δεν μπορούν να ηρεμήσουν αν τα απομακρύνουν από τη μητέρα τους» και μερικές φορές κλαίνε για μήνες. Η παράδοση του νεογέννητου σε ξένους μπορεί επίσης να έχει τραυματικό αντίκτυπο στα άλλα παιδιά της μητέρας, που θα φοβηθούν ότι μπορεί να έχουν και αυτά την ίδια μοίρα.
Οι παρένθετες μητέρες υποφέρουν εξίσου από αυτήν τη διαδικασία. Αν και οι περιπτώσεις άρνησης χωρισμού από το παιδί είναι μάλλον σπάνιες, ορισμένες μητέρες έχουν μιλήσει δημοσίως ενάντια σε κάτι τέτοιο και πιθανώς θα το έκαναν περισσότερες αν τα γραφεία οργάνωσης δεν λάμβαναν τα κατάλληλα μέτρα για να αποτρέψουν ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Βάσει σύμβασης, οι παρένθετες μητέρες ωθούνται να μην αναπτύξουν δεσμούς με το μωρό που κυοφορούν. Επιπρόσθετα, λαμβάνεται κάθε δυνατό μέτρο για να περιοριστεί η επαφή τους με το νεογέννητο. Προτιμώνται οι τοκετοί με καισαρική τομή, ώστε όταν ξυπνήσει η μητέρα να απουσιάζει το παιδί. Ενισχύεται περαιτέρω το αίσθημα της υπεροψίας της, εκθειάζονται το κουράγιο και η γενναιοδωρία της, τη στιγμή που ο χωρισμός της από το παιδί παρουσιάζεται ως υπέρτατη επίδειξη αλτρουισμού. Επιπλέον, της υπενθυμίζουν συνεχώς ότι δεν έχει καμία πραγματική σχέση με το παιδί και ότι η εγκυμοσύνη της είναι διαφορετικού τύπου, που ουσιαστικά αφορά τους γιατρούς και τους παρόχους ή «δότες» του γονιμοποιημένου ωαρίου. Ακόμα κι έτσι, για πολλές γυναίκες η αίσθηση της απώλειας παραμένει. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα στην περίπτωση εκείνων που δεν είχαν ιδέα για της εντατικές ιατρικές θεραπείες στις οποίες θα έπρεπε να υποβληθούν και για τους σχετικούς κινδύνους για την υγεία τους. Όπως επίσης, στην περίπτωση εκείνων που είχαν συνάψει τη σύμβαση πιστεύοντας ότι θα συνέχιζαν να έχουν ρόλο στη μελλοντική ζωή του παιδιού και ότι δίνοντας ένα παιδί σ’ ένα ευκατάστατο ζευγάρι θα ανέπτυσσαν δεσμούς που θα μπορούσαν να ωφελήσουν τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς τους.
Υπάρχουν επιπρόσθετοι παράγοντες που καθιστούν την παρένθετη μητρότητα την επιτομή της καπιταλιστικής αντίληψης για τις κοινωνικές σχέσεις. Ενώ οι υπερασπιστές της την παρουσιάζουν ως μια ανθρωπιστική χειρονομία, ένα δώρο ζωής που δίνει τη δυνατότητα στα ζευγάρια που δεν μπορούν να αποκτήσουν παιδιά να βιώσουν τις χαρές της γονεϊκότητας, στην ουσία αυτό το καθήκον το αναλαμβάνουν συνήθως γυναίκες προερχόμενες από τις φτωχότερες περιοχές του κόσμου. Εάν δεν απέφερε σημαντικό οικονομικό αντιστάθμισμα, ο θεσμός της παρένθετης μητρότητας δεν θα υπήρχε. Πολύ σωστά, λοιπόν, στο «Surrogates and Outcast Mothers: Racism and Reproductive Politics in the Nineties», η Άντζελα Ντέιβις έχει υποστηρίξει ότι η παρένθετη μητρότητα εγγράφεται στις συνεχιζόμενες πρακτικές αναπαραγωγής που επιβλήθηκαν στις αμερικανικές φυτείες σκλάβων, καθώς και σε αυτή την περίπτωση φτωχές γυναίκες έχαναν τα παιδιά τους μόλις γεννιόντουσαν προς όφελος των πλουσίων.
Τον βαθύ, εγγενή ρατσισμό που διακρίνει την πρακτική της παρένθετης μητρότητας υπογραμμίζει και η Dorothy Roberts, η οποία στο κλασικό έργο της Killing the Black Body δείχνει πως «όλες οι νέες τεχνολογίες αναπαραγωγής ενισχύουν ένα ρατσιστικό πρότυπο αναπαραγωγής». Επισημαίνει, για παράδειγμα, ότι σε μεγάλο βαθμό είναι οι λευκές οικογένειες που αναζητούν παρένθετη μητέρα, έχοντας εμμονή με τη γενετική τους κληρονομιά και όντας οι μόνες που μπορούν να αντέξουν οικονομικά τη διαδικασία. Οι μαύρες οικογένειες, αντίθετα, τείνουν να μην έχουν ούτε τα μέσα να πληρώσουν για την παρένθετη τεκνοποίηση ούτε τη διάθεση να στραφούν στους γιατρούς για να λύσουν τα προβλήματά τους, δεδομένης της κακής μεταχείρισης που μπορεί να έχουν υποστεί στα χέρια του νοσοκομείου και του ιατρικού προσωπικού. Έχουν επίσης διαφορετική αντίληψη σύμφωνα με την οποία όλοι στην κοινότητα είναι υπεύθυνοι για τα παιδιά και όλοι είναι αδερφές και αδέρφια.
Πράγματι, η παρένθετη μητρότητα είναι κυρίως λευκή πρακτική και ένα εξαιρετικό παράδειγμα του πώς το δικαίωμα διαιώνισής μας είναι αυστηρά περιορισμένο, αλλά και του πώς χρησιμεύει η τεχνολογία για να εντείνει όχι μόνο την εξειδίκευση αλλά και τα ταξικά προνόμια και τις διακρίσεις.
Ενώ η ιατρική κάνει τα πάντα για να εγγυηθεί σε μη γόνιμα, ευκατάστατα ζευγάρια τη δυνατότητα να αποκτήσουν παιδί, δεν ισχύει το ίδιο για τους μαύρους απογόνους Αφρικανών σκλάβων. Αντίστοιχα, πολλές γυναίκες που ζουν σε συνθήκες εξαθλίωσης λόγω των διεθνών οικονομικών πολιτικών πρέπει συχνά να μεταναστεύουν και να αφήνουν τα παιδιά τους πίσω για να εργαστούν σε ξένες χώρες, φροντίζοντας τα παιδιά άλλων ανθρώπων, ή αναγκάζονται από διεθνείς οργανισμούς και τους τοπικούς αντιπροσώπους τους να λαμβάνουν αντισυλληπτικά (όπως το Norplant ή τα IUDs) που εμφυτεύονται στο σώμα τους ανεξέλεγκτα, με αποτέλεσμα να αδυνατούν να τεκνοποιήσουν.
Ο ταξικός και ρατσιστικός χαρακτήρας της παρένθετης μητρότητας είναι ιδιαίτερα εμφανής αν συγκριθεί με την τωρινή «ποινικοποίηση της εγκυμοσύνης» στην περίπτωση των μαύρων γυναικών στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες, από τη στιγμή που μένουν έγκυες, επιβαρύνονται με τόσες κατηγορίες που, σύμφωνα με τη συνήγορο εθνικής υγείας Lynn Paltrow, ουσιαστικά τίθενται εκτός συντάγματος.
Όπως στην οικιακή εργασία, έτσι και στην περίπτωση της παρένθετης μητρότητας παρατηρούμε την εμφάνιση ενός νέου σεξουαλικού καταμερισμού εργασίας μέσω του οποίου η αναπαραγωγική ικανότητα -περιορισμένη σε μια καθαρά μηχανική διαδικασία και απογυμνωμένη από συναισθηματικά στοιχεία- ανατίθεται σε γυναίκες πρώην αποικειοκρατούμενων περιοχών του κόσμου που από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 υποβάλλονται σε βάναυσα προγράμματα λιτότητας, τα οποία οδηγούν σε μαζική εξαθλίωση αποστέρηση των πιο στοιχειωδών μέσων αναπαραγωγής.
Και σε αυτή την περίπτωση, υπενθυμίζοντας ένα σημείο που επισημαίνει συχνά η Maria Mies, η «υποανάπτυξη» σ’ ένα μέρος του κόσμου είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την «ανάπτυξη» σε ένα άλλο.
Γυναίκες που στις αρχές της δεκαετίας του 1980 θα κατηγορούνταν ότι συμβάλλουν στον υπερπληθυσμό του πλανήτη και ουσιαστικά θα αναγκάζονταν να δεχτούν τη στείρωση, τώρα γίνονται αντικείμενο εκμετάλλευσης κάνοντας παιδιά που δεν μπορούν να αποκαλούν δικά τους, αποστερούμενες για άλλη μια φορά το δικαίωμα στη μητρότητα. Ένα δικαίωμα που θεωρείται ιερό και τυγχάνει νομικής προστασίας στην περίπτωση όσων έχουν περισσότερα χρήματα. Υπάρχει στην πραγματικότητα έντονη διαφορά ανάμεσα στη ρητορική που χρησιμοποιείται για να θεμελιώσει το δικαίωμα στην αναπαραγωγή των πιο ευκατάστατων ή που χρησιμοποιείται από επιστήμονες, εργαστήρια και γιατρούς για να εγγυηθεί την πραγματοποίησή της και τη ρητορική που προορίζεται για την παρένθετη μητέρα. Από αυτήν αναμένεται βάσει συμβολαίου να αποκηρύξει τα συναισθήματά της και την αλληλεγγύη της προς το παιδί που κυοφορεί, σαν «αυτό» να ήταν ένα αμιγώς οργανικό μόρφωμα, ένα αντικείμενο που δεν αξίζει σκέψη.
Αυτό που σκιάζει περισσότερο την παρένθετη μητρότητα, ωστόσο, είναι ότι αποτελεί ένα βήμα πιο κοντά στην υπόθεση ότι τα ανθρώπινα όντα μπορούν να αγοράζονται και να πωλούνται, όπως κάθε άλλο εμπόρευμα, και ότι τα παιδιά μπορούν να παραχθούν ειδικά για το σκοπό αυτό. Δεν πρόκειται για νέα πρακτική. Υπενθυμίζουμε εδώ την παρατήρηση του Μαρξ σχετικά με τις επιπτώσεις της εισαγωγής μηχανημάτων στην εργασιακή διαδικασία, που παρακίνησε τους καπιταλιστές να αγοράζουν παιδιά και άτομα νεαρής ηλικίας. Αυτό, σημείωσε ο Μαρξ, άλλαξε και τη σχέση μεταξύ των γονιών και των παιδιών τους. «Προηγουμένως ο εργάτης πουλούσε την εργατική του δύναμη, την οποία διέθετε ονομαστικά ως ελεύθερος παράγοντας. Τώρα πουλάει γυναίκα και παιδί. Έγινε δουλέμπορος».
Το ίδιο μπορεί να λεχθεί για τις γυναίκες που υπογράφουν συμβόλαια παρένθετης μητρότητας, ο οποίες συνιστούν την έσχατη ενσάρκωση μιας μακράς σειράς προλεταριακών τύπων που αντιμετωπίζουν τα παιδιά τους ως μέσο επιβίωσης. Όμως αυτό που διακρίνει την παρένθετη μητρότητα είναι ότι η πώληση του παιδιού σε κάποιον άλλο είναι ισόβια. Αυτό είναι που ξεχωρίζει την παρένθετη μητρότητα με την πορνεία, με την οποία συχνά συγκρίνεται. Γιατί ενώ η πόρνη πουλά σε άλλους μια υπηρεσία και την προσωρινή χρήση του σώματός της, η παρένθετη δίνει σε άλλους, με αντάλλαγμα τα χρήματα, τον πλήρη έλεγχο της ζωής ενός παιδιού.
Η υπογράμμιση αυτού του γεγονότος δεν έχει προφανώς σκοπό να εγείρει κάποια ηθικολογική μομφή κατά των γυναικών που γίνονται παρένθετες, οι οποίας συχνά εξωθούνται από μέλη της οικογένειάς τους, ή σκέφτονται να νοικιάσουν τη μήτρα τους με τον ίδιο τρόπο που άλλοι σκέφτονται να πουλήσουν τα νεφρά τους, τα μαλλιά τους, το αίμα τους, ως εναλλακτική λύση σε μία διαρκή μάχη επιβίωσης. Ενδεικτικό σημάδι της φτώχειας που βιώνουν πολλές παρένθετες μητέρες είναι ότι, σε συνέντευξη, μερικές περιέγραψαν τους μήνες της κύησης ως διακοπές, τις πρώτες που είχαν στη ζωή τους.
Πρέπει επιτέλους να ξεσκεπάσουμε την απέραντη υποκρισία της ρητορικής που περιβάλλει αυτή την πρακτική, η οποία προσποιείται ότι είναι έργο αγάπης, καθαρή έκφραση αλτρουισμού, «δώρο ζωής», ενώ αποσιωπά το γεγονός ότι την εκτελούν μερικές από τις πιο φτωχές γυναίκες στον κόσμο και ότι οι δικαιούχοι είναι ευκατάστατα ζευγάρια που, μετά την απόκτηση των παιδιών, δεν επιθυμούν καμία σχέση με την παρένθετη μητέρα.
Αντί να πανηγυρίζουμε υποκριτικά για τον υποτιθέμενο αλτρουισμό των παρένθετων μητέρων, θα πρέπει να αναλογιστούμε τις απερίγραπτες συνθήκες φτώχειας που οδηγούν μια γυναίκα να δεχτεί να κυοφορήσει για εννέα μήνες ένα παιδί που δεν θα της επιτραπεί ποτέ να φροντίσει και το πεπρωμένο του οποίου δεν θα μπορέσει να μάθει. Θα πρέπει επίσης να μας ανησυχεί, όπως πολλές φεμινίστριες, το ότι η υποδιαίρεση και εξειδίκευση της κύησης σε κοινωνική και βιολογική συνιστά υποτίμηση μιας διαδικασίας που κάποτε θεωρήθηκε δύναμη των γυναικών και αποκατάσταση μιας σεξιστικής, πατριαρχικής, αληθινά αριστοτελικής αντίληψης για το γυναικείο σώμα και τις ίδιες της γυναίκες. Στο πλαίσιο της ρητορικής της παρένθετης μητρότητας οι γυναίκες εμφανίζονται ως παθητικοί φορείς μιας ζωής στην οποία δεν συνεισφέρουν τίποτα δικό τους πέραν της «ωμής ύλης».
Συνεπώς δεν πρέπει να νομιμοποιηθεί η παρένθετη μητρότητα; Πρόκειται για ένα θέμα που χρειάζεται να συζητηθεί περισσότερο, καθώς θέτει το ερώτημα του βαθμού στον οποίο μπορούμε να απευθυνθούμε στο κράτος για να διασφαλίσουμε ότι δεν παραβιάζεται η ζωή μας.
Ένα επιχείρημα που προβάλλεται μερικές φορές κατά αυτού είναι ότι η νομιμοποίηση παρέχει στις παρένθετες μητέρες κάποια προστασία, ενώ η ποινικοποίηση της πρακτικής θα τις εξέθετε σε ακόμη μεγαλύτερο κίνδυνο, καθώς η ίδια πρακτική θα συνεχιζόταν αναμφίβολα λαθραία. Είναι επίσης επικίνδυνο να απαιτούμε από την πολιτεία οποιαδήποτε τιμωρητική ρύθμιση και παρέμβαση, καθώς η ιστορία δείχνει ότι τέτοιου είδους μέτρα χρησιμοποιούνται πάντα εναντίον εκείνων που είναι ήδη θύματα.
Πώς μπορούμε, λοιπόν, να προστατεύσουμε τα παιδιά που γεννιούνται από τέτοιου είδους συναλλαγές; Ποιες πρωτοβουλίες πρέπει να αναλάβουμε για να αποτρέψουμε τη γενίκευση της αγοράς στην αγοραπωλησία της ανθρώπινης ζωής;
Διαβάστε και δείτε σε βίντεο για τις Άγιες Μυροφόρες Γυναίκες και τον Χριστοκεντρικό Φεμινισμό.





































