Υπάρχουν προσωπικότητες που δεν ανήκουν μόνο στην εποχή τους, αλλά διαμορφώνουν την πορεία των γενεών που ακολουθούν. Ιεράρχες των οποίων η διακονία δεν καταγράφεται απλώς στις σελίδες της ιστορίας, αλλά γίνεται ζωντανή παρακαταθήκη, συνεχίζοντας να εμπνέει, να καθοδηγεί και να καρποφορεί μέσα στη ζωή της Εκκλησίας.

Στη χορεία αυτών των μεγάλων εκκλησιαστικών ανδρών, ανήκει αναμφίβολα ο αοίδιμος Πάπας και Πατριάρχης Αλεξανδρείας Νικόλαος ΣΤ΄.

Σήμερα, σαράντα χρόνια μετά την εις Κύριον εκδημία του (10 Ιουλίου 1986 – 10 Ιουλίου 2026), το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής αποδίδει την οφειλόμενη τιμή και ευγνωμοσύνη στη μνήμη ενός μεγάλου Πατριάρχου, ο οποίος με διορατικότητα, αποστολικό φρόνημα και εκκλησιαστική σοφία προετοίμασε τη σύγχρονη πορεία του Δευτεροθρόνου Πατριαρχείου προς τον 21ο αιώνα.

Ο Νικόλαος ΣΤ΄ ανέλαβε την πηδαλιουχία της Εκκλησίας της Αλεξανδρείας σε μία περίοδο ιδιαίτερα κρίσιμη.

Ο ελληνισμός της Αιγύπτου μειωνόταν, οι κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες μεταβάλλονταν ραγδαία και πολλοί θεωρούσαν ότι το Πατριαρχείο όφειλε απλώς να διαφυλάξει όσα είχαν απομείνει από το ένδοξο παρελθόν του.

Εκείνος, όμως, άλλα οραματίστηκε και πολλά περισσότερα πέτυχε. Δεν περιορίστηκε μόνο στη διαχείριση των δυσκολιών της εποχής του. Κοίταξε πολύ πιο πέρα.

Αντιλήφθηκε ότι το μέλλον του Αλεξανδρινού Θρόνου δεν βρισκόταν μόνο στα κεκτημένα του παρελθόντος, αλλά στην αναγέννηση της Ορθοδοξίας σε ολόκληρη την αφρικανική ήπειρο.

Με αποφασιστικότητα αναδιοργάνωσε το Πατριαρχείο, ενίσχυσε το ιεραποστολικό έργο, προχώρησε στην ίδρυση νέων Ιερών Μητροπόλεων και έθεσε τις βάσεις για την ανάδειξη γηγενών Αφρικανών κληρικών.

Η σημερινή δυναμική παρουσία του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας σε πολλές αφρικανικές χώρες αποτελεί τη μεγαλύτερη δικαίωση εκείνου του οράματος. Άλλωστε δεν ήταν τυχαία αυτή η δυναμική δράση.

Είχε προηγηθεί η πολυετής διακονία του ως Μητροπολίτου Ειρηνουπόλεως στην Ανατολική Αφρική, μετά από μακρά ποιμαντική πορεία σε διάφορες περιοχές της αφρικανικής ηπείρου όπως η Αίγυπτος, η Αιθιοπία, το Μαρόκο, το Σουδάν, εμπειρία που του επέτρεψε να γνωρίζει σε βάθος τις ανάγκες και τις προοπτικές της ιεραποστολής.

Όμως η διορατικότητα του Νικολάου ΣΤ΄ δεν περιορίστηκε μόνο στους θεσμούς και στις δομές της Εκκλησίας.

Εκδηλώθηκε κυρίως μέσα από την ικανότητά του να αναγνωρίζει ανθρώπους. Να διακρίνει χαρίσματα. Να εμπιστεύεται πρόσωπα. Να προετοιμάζει και να προετοιμάζεται για το αύριο!

Ένα από τα σημαντικότερα παραδείγματα της διορατικότητας αυτής υπήρξε η επιλογή του τότε Αρχιμανδρίτου Θεοδώρου Χορευτάκη, του λαμπρού και διακεκριμένου κληρικού της Ιεράς Μητροπόλεως Λάμπης και Σφακίων, πνευματικού αναστήματος του αειμνήστου Μητροπολίτου κυρού Θεοδώρου Τζεδάκη, († 1996).

Το 1985, ο μακαριστός Πατριάρχης μετεκάλεσε τον τότε Αρχιμανδρίτη Θεόδωρο στο Παλαίφατο Πατριαρχείο Αλεξανδρείας και του ανέθεσε το νευραλγικό πόστο του Πατριαρχικού Εξάρχου του Αλεξανδρινού Θρόνου στη Ρωσία, με έδρα την ιστορική Οδησσό.

Δεν επρόκειτο για μία απλή διοικητική τοποθέτηση. Ήταν μία πράξη υψίστης εμπιστοσύνης.

Η Οδησσός αποτελούσε διαχρονικά το σύμβολο των άρρηκτων δεσμών μεταξύ του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας και της Εκκλησίας της Ρωσίας, δεσμών που είχαν οικοδομηθεί ανά τους αιώνες λόγω της αμοιβαίας στήριξης, της εκκλησιαστικής συνεργασίας και της κοινής ομολογίας της Ορθοδόξου πίστεως.

Ο Νικόλαος ο ΣΤ΄ γνώριζε πολύ καλά ότι η Πατριαρχική Εξαρχία της Οδησσού δεν ήταν μία οποιαδήποτε αποστολή. Ήταν το σημείο συνάντησης της ιστορίας, της Ορθοδοξίας και του Ελληνισμού.

Ήταν το μέρος όπου η Εκκλησία της Αλεξανδρείας διατηρούσε έναν από τους σημαντικότερους πνευματικούς δεσμούς με τον σλαβικό κόσμο.

Γι’ αυτό και εμπιστεύθηκε αυτή τη διακονία σε έναν νέο κληρικό, στον οποίο διέκρινε ήδη τα χαρακτηριστικά ενός μεγάλου εκκλησιαστικού ηγέτη.

Λίγο πριν από την αναχώρησή του, ο πατήρ Θεόδωρος προσήλθε στον Πατριάρχη Νικόλαο ΣΤ΄ για να λάβει την πατριαρχική ευλογία, καθώς εκείνο το διάστημα ευρισκόταν ο Πατριάρχης στην Χαλκίδα.

Στη συγκινητική εκείνη στιγμή παρίσταντο ο τότε Επίσκοπος και νυν Μητροπολίτης Δωδώνης κ. Χρυσόστομος και ο μακαριστός τότε Επίσκοπος Απαμείας και μετέπειτα Μητροπολίτης Σικάγου, κυρός Ιάκωβος († 2017).

Ήταν μία στιγμή που, τότε, φαινόταν απλώς μία ευλογία πριν από μία νέα αποστολή.

Η ιστορία, όμως, επρόκειτο να δείξει ότι εκείνη η πατριαρχική ευχή αποτελούσε την απαρχή μιας πορείας που θα οδηγούσε, χρόνια αργότερα, τον τότε Αρχιμανδρίτη στον ίδιο τον Αποστολικό Θρόνο του Αγίου Μάρκου.

Η διακονία του Αρχιμανδρίτου Θεοδώρου στην Οδησσό δεν υπήρξε απλώς μία ακόμη εκκλησιαστική αποστολή.

Υπήρξε ένα πολύτιμο σχολείο ζωής, μία περίοδος βαθιάς προσωπικής, πνευματικής, εκκλησιαστικής και πολιτιστικής ωρίμανσης, καρπός της εμπιστοσύνης και της πατρικής καθοδήγησης του Πατριάρχου Νικολάου ΣΤ΄.

Με την ευλογία του Αλεξανδρινού Προκαθημένου, ο Νέος τότε Πατριαρχικός Έξαρχος αφιερώθηκε ολοκληρωτικά στη διακονία του.

Υπηρέτησε με αγάπη το ποίμνιο της Πατριαρχικής Εξαρχίας, εργάσθηκε για την ενίσχυση των σχέσεων του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας με την Εκκλησία της Μόσχας και ανέδειξε την ιστορική παρουσία του Αλεξανδρινού Θρόνου στην πόλη της Οδησσού, η οποία υπήρξε διαχρονικά τόπος συνάντησης του Ελληνισμού και του σλαβικού κόσμου κάτω από την κοινή πίστη.

Η παρουσία του δεν περιορίσθηκε στα στενά όρια της ποιμαντικής διακονίας.

Με έντονη πολιτιστική και πνευματική δραστηριότητα συνέβαλε ουσιαστικά στην ανάδειξη της ιστορικής μνήμης του Ελληνισμού στην Οδησσό.

Πρωτοστάτησε στην ίδρυση του Παραρτήματος του Ελληνικού Ιδρύματος Πολιτισμού και του Μουσείου της Φιλικής Εταιρείας, υπενθυμίζοντας ότι η πόλη αυτή δεν αποτελεί μόνο σημαντικό εκκλησιαστικό κέντρο, αλλά και τόπο ιδιαίτερου συμβολισμού για την ιστορία του Ελληνικού Έθνους.

Παράλληλα, με την ευλογία και καθοδήγηση του μακαριστού Πατριάρχου Νικολάου του Στ΄ αξιοποίησε ο νέος Έξαρχος την εκεί διαμονή του για να εμβαθύνει στη ρωσική γλώσσα, στον πολιτισμό και στη θεολογική παράδοση της χώρας.

Οι σπουδές του στην Ιστορία της Τέχνης, στη Φιλολογία και στη Φιλοσοφία, σε συνδυασμό με την καθημερινή επαφή του με τη ζωή της Ρωσικής Εκκλησίας, διεύρυναν τους πνευματικούς του ορίζοντες και διαμόρφωσαν μία προσωπικότητα με πανορθόδοξη αντίληψη και οικουμενική προοπτική.

Η διακονία του στην Οδησσό έδωσε στον τότε Πατριαρχικό Έξαρχο τη δυνατότητα να γνωρίσει από κοντά τον μακαριστό Πατριάρχη Μόσχας και πασών των Ρωσιών Ποιμένα( † 1990), τον μακαριστό τότε Μητροπολίτη Κιέβου Φιλάρετο († 2026) και τον μακαριστό Πατριάρχη Γεωργίας Ηλία Β΄(† 2026).

Οι γνωριμίες αυτές δεν υπήρξαν τυχαίες, αλλά αποτέλεσαν φυσική συνέχεια των στενών σχέσεων που είχε οικοδομήσει ο Πατριάρχης Νικόλαος ΣΤ΄ με τις κατά τόπους Ορθόδοξες Εκκλησίες.

Επί των ημερών του επισκέφθηκαν την Αλεξάνδρεια ο Πατριάρχης Μόσχας Ποιμένας το 1972, ο Πατριάρχης Βουλγαρίας Μάξιμος το 1973 και ο Πατριάρχης Γεωργίας Ηλίας Β΄ το 1984, επισφραγίζοντας την αδελφική κοινωνία και την πανορθόδοξη ακτινοβολία του Αλεξανδρινού Θρόνου.

Ο ίδιος ο Νικόλαος ΣΤ΄, πέρα από τα ταξίδια του στα Ορθόδοξα Πατριαρχεία και στις λοιπές Χριστιανικές Εκκλησίες, πραγματοποίησε αλλεπάλληλες ποιμαντορικές επισκέψεις στις αφρικανικές Μητροπόλεις και προήδρευσε στις Μείζονες Συνόδους της Κύπρου το 1973 και το 1982.

Να τονιστεί επίσης η σχέση του Νικολάου ΣΤ΄ με τον Πατριάρχη Γεωργίας, Ηλία Β΄ η οποία υπήρξε υποδειγματική.

Δεν στηριζόταν μόνο στην προσωπική εκτίμηση, αλλά στην κοινή αντίληψη περί της ενότητας της Ορθοδοξίας και της ευθύνης των Προκαθημένων απέναντι στον σύγχρονο κόσμο.

Οι δεσμοί αυτοί διατηρήθηκαν αδιάρρηκτοι και από τους διαδόχους του Αλεξανδρινού Θρόνου, μέχρι και την εις Κύριον εκδημία του μακαριστού Γεωργιανού Προκαθημένου.

Όλες αυτές οι εμπειρίες σφράγισαν προσωπικά τον νυν Πατριάρχη Θεόδωρο Β΄.

Εκεί, στην Οδησσό δεν γνώρισε μόνο νέους ανθρώπους· γνώρισε τον τρόπο με τον οποίο οικοδομείται η πανορθόδοξη ενότητα, μέσα από την ταπείνωση, την εμπιστοσύνη και την αδελφική συνεργασία.

Η ιστορία όμως επεφύλασσε μία ακόμη συγκλονιστική σελίδα στην κοινή πορεία του Νικολάου του ΣΤ΄ και του Θεοδώρου του Β΄.

Κατά την επίσημη επίσκεψη του Πατριάρχου Νικολάου του ΣΤ΄ στη Σοβιετική Ένωση, τον Ιούλιο του 1986, ο τότε Πατριαρχικός Έξαρχος βρέθηκε δίπλα του μέχρι τις τελευταίες στιγμές της επίγειας ζωής του.

Στις 10 Ιουλίου 1986, ο αοίδιμος Πατριάρχης αφήνει την τελευταία του πνοή στη ρωσική γη, κατά τη διάρκεια της επίσημης αποστολής του στο Πατριαρχείο Μόσχας.

Ο Αρχιμανδρίτης Θεόδωρος κλήθηκε να διαχειρισθεί, με αξιοθαύμαστη ωριμότητα και υψηλό αίσθημα ευθύνης, μία από τις πλέον δραματικές στιγμές της νεότερης ιστορίας του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας.

Η εμπειρία εκείνη δεν υπήρξε απλώς μία προσωπική δοκιμασία. Υπήρξε μία ιερή παρακαταθήκη, μία σιωπηλή διαθήκη ευθύνης.

Η τελευταία ευλογία ενός μεγάλου Πατριάρχου προς εκείνον που, λίγα χρόνια αργότερα, θα καλούνταν από την Εκκλησία να συνεχίσει την ίδια αποστολή.

Η εις Κύριον εκδημία του Πατριάρχου Νικολάου ΣΤ΄ συγκλόνισε ολόκληρη την Ορθόδοξη Οικουμένη.

Η σορός του Αλεξανδρινού Προκαθημένου μεταφέρθηκε με τιμές αεροπορικώς από τη Μόσχα στο Κάιρο, συνοδευόμενη από τον τότε Πατριαρχικό Έξαρχο, Αρχιμανδρίτη Θεόδωρο Χορευτάκη, ο οποίος είχε σταθεί αδιάλειπτα στο πλευρό του κατά τις τελευταίες ημέρες της επίγειας ζωής του και κατέγραψε με συγκινητική ακρίβεια τα γεγονότα εκείνων των ημερών, προσφέροντας μία πολύτιμη ιστορική μαρτυρία.

Η Εξόδιος Ακολουθία τελέσθηκε στην Πατριαρχική Ιερά Μονή του Αγίου Γεωργίου στο Παλαιό Κάιρο, παρουσία εκπροσώπων των Ορθοδόξων Εκκλησιών, πολιτικών και πολιτειακών αρχών, του διπλωματικού σώματος και πλήθους πιστών, οι οποίοι απέδωσαν την ύστατη τιμή σε έναν Προκαθήμενο που είχε ήδη καταλάβει εξέχουσα θέση στην ιστορία του Αποστολικού Θρόνου του Αγίου Μάρκου.

Η μνήμη του αοιδίμου Πατριάρχου Νικολάου ΣΤ΄ δεν αποτελεί για το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας μία απλή ιστορική ανάμνηση. Αποτελεί ζώσα εκκλησιαστική εμπειρία και πολύτιμη παρακαταθήκη, η οποία εξακολουθεί να φωτίζει την πορεία του Αποστολικού Θρόνου Του Αγίου Μάρκου.

Γι’ αυτό και το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας ουδέποτε έπαυσε να αποδίδει την οφειλόμενη τιμή στον μεγάλο αυτόν Προκαθήμενο.

Κάθε χρόνο τελείται το καθιερωμένο ιερό μνημόσυνο υπέρ αναπαύσεως της ψυχής του, ενώ μέσα στα χρόνια έχουν πραγματοποιηθεί εκδηλώσεις μνήμης και τιμής, καθώς και φιλολογικά αφιερώματα, αναδεικνύοντας τη ζωή, το έργο και την καθοριστική συμβολή του στην πορεία της Εκκλησίας της Αλεξανδρείας και της Ορθοδοξίας, γενικά.

Ιδιαίτερο σταθμό αυτής της διαρκούς ευγνωμοσύνης αποτέλεσαν τα αποκαλυπτήρια της προτομής του, τον Σεπτέμβριο του 2024, στον περίβολο του Πατριαρχικού Μεγάρου Αλεξανδρείας, με πρωτοβουλία του Μακαριωτάτου Πάπα και Πατριάρχου Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής κ.κ. Θεοδώρου Β΄.

Η προτομή του, δίπλα σε εκείνη του αοιδίμου Πατριάρχου Πέτρου Ζ΄, δεν αποτελεί απλώς ένα έργο τέχνης· αποτελεί σύμβολο ιστορικής συνέχειας, ευγνωμοσύνης και μνήμης, υπενθυμίζοντας καθημερινά ότι το Πατριαρχείο οικοδομείται επάνω στις θυσίες, στους αγώνες και στην πίστη των μεγάλων Προκαθημένων του.

Ο Μακαριώτατος κ.κ.Θεόδωρος Β΄ δεν έκρυψε ποτέ την ευγνωμοσύνη του προς τον Μακαριστό Πατριάρχη.

Αντιθέτως, με κάθε ευκαιρία αναφέρεται στον Νικόλαο ΣΤ΄ με ιδιαίτερη συγκίνηση, αναγνωρίζοντας ότι εκείνος υπήρξε ο άνθρωπος που τον εισήγαγε στην καρδιά του Αλεξανδρινού Θρόνου, του εμπιστεύθηκε μία από τις σημαντικότερες αποστολές του Πατριαρχείου και τον μύησε στην ευθύνη της πανορθόδοξης διακονίας.

Δεν είναι υπερβολή να ειπωθεί ότι ο Νικόλαος ΣΤ΄ δεν προετοίμασε μόνο μία νέα γενιά κληρικών. Προετοίμασε το ίδιο το μέλλον του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας.

Το όραμά του για μία Εκκλησία εξωστρεφή, ιεραποστολική, ανοιχτή προς ολόκληρη την αφρικανική ήπειρο, συνεχίζει σήμερα να πραγματοποιείται μέσα από το έργο του Μακαριωτάτου Θεοδώρου Β΄.

Οι νέες Ιερές Μητροπόλεις, οι εκατοντάδες ενορίες, οι ιεραποστολικοί σταθμοί, τα σχολεία, τα νοσοκομεία, οι κληρικοί και οι χιλιάδες πιστοί σε ολόκληρη την Αφρική αποτελούν τη ζωντανή συνέχεια εκείνης της διορατικής πορείας που ο Νικόλαος ΣΤ΄ τόλμησε να χαράξει πριν από δεκαετίες.

Η ιστορία απέδειξε ότι οι μεγάλες αποφάσεις του δεν ήταν απλές διοικητικές επιλογές. Ήταν πράξεις πίστεως. Ήταν αποφάσεις ενός Προκαθημένου που έβλεπε πέρα από το σήμερα, εμπιστεύθηκε ανθρώπους και οικοδόμησε με ευθύνη το αύριο της Εκκλησίας.

Και όπως μας διηγείται ο Πατριάρχης της αγάπης Θεόδωρος ο Β΄:

«Σαράντα χρόνια μετά την εις Κύριον εκδημίαν του, ο αοίδιμος Νικόλαος ΣΤ΄ εξακολουθεί να είναι Παρών,

Παρών στο ιεραποστολικό όραμα που ενέπνευσε.

Παρών στις Εκκλησίες που θεμελιώθηκαν.

Παρών στους ανθρώπους που ανέδειξε.

Παρών στη ζώσα μνήμη του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας».

«…Γιατί οι μεγάλοι Πατριάρχες δεν λησμονούνται. Δεν παραμένουν μόνο στις σελίδες των βιβλίων. Ζουν μέσα στην Εκκλησία που υπηρέτησαν, μέσα στην πίστη που δίδαξαν, μέσα στο έργο που άφησαν και μέσα στις γενεές που συνεχίζουν την αποστολή τους.

Ο αοίδιμος Νικόλαος ΣΤ΄ υπήρξε ένας Πατριάρχης της ενότητας και της ιεραποστολής. Άνοιξε δρόμους εκεί όπου άλλοι έβλεπαν αδιέξοδα. Ένωσε Εκκλησίες, ανέδειξε πρόσωπα και έθεσε τα θεμέλια μίας νέας εποχής για τον Αποστολικό Θρόνο του Αγίου Μάρκου.

Αυτή είναι η μεγαλύτερη δικαίωση της διακονίας του.

Και αυτή είναι η πολυτιμότερη παρακαταθήκη που άφησε στην Εκκλησία της Αλεξανδρείας».

Αιωνία και αλησμόνητος η μνήμη του μεγάλου Πάπα και Πατριάρχου Αλεξανδρείας Νικολάου ΣΤ΄.

Εκκλησία Online
Γράψε το σχόλιό σου

Αφήστε μια απάντηση

Comment moderation is enabled. Your comment may take some time to appear.