Ο Όσιος Γεράσιμος ο Ιορδανίτης γεννήθηκε στη Λυκία τον 5ο αιώνα μ.Χ. από ευσεβείς και ταπεινούς γονείς και από μικρή ηλικία αφιερώθηκε στον Θεό. Ωστόσο, σε νεαρή ηλικία, παρασύρθηκε από την αίρεση των Μονοφυσιτών, ακολουθώντας τους οπαδούς του Θεοδοσίου, ενός φανατικού Αιγύπτιου μοναχού και αιρετικού ψευδοπατριάρχη, ο οποίος κατά την απουσία του Πατριάρχη Ιουβεναλίου (422 - 458 μ.Χ.) και με τη βοήθεια της βασιλίσσης Ευδοκίας (πριν η ίδια στραφεί προς τα ορθόδοξα δόγματα), κατέλαβε τον πατριαρχικό θρόνο των Ιεροσολύμων και προέβη σε πολλές σκληρότητες για περίπου είκοσι μήνες (451 - 453 μ.Χ.), προκαλώντας μεγάλη αναστάτωση στην Παλαιστίνη και ακόμη και στον πανίερο Ναό της Αναστάσεως.
Η αίρεση των Μονοφυσιτών δίδασκε ότι στο πρόσωπο του Χριστού ενώθηκε μόνο η θεία φύση με την ανθρώπινη, με την ανθρώπινη φύση να απορροφάται από τη θεία, χωρίς την ένωση των δύο φύσεων «ἀτρέπτως, ἀσυγχύτως, ἀχωρίστως καὶ ἀδιαιρέτως», όπως διδάσκει η Ορθόδοξη Εκκλησία.
Ωστόσο, ο Γεράσιμος σύντομα κατάλαβε το λάθος του, καθώς ήταν άνθρωπος με καλή προαίρεση και ταπεινό φρόνημα. Συχνά επισκεπτόταν και συμβουλευόταν αγιασμένους ανθρώπους για πνευματικά ζητήματα. Από τον λόγιο ασκητή Ευθύμιο, ο οποίος ασκήτευε στην έρημο του Ρουβά, διδάχθηκε την αλήθεια για τις δύο φύσεις του Χριστού και, αντιλαμβανόμενος το λάθος του, επέστρεψε στην Ορθόδοξη Εκκλησία.
Από το 451 μ.Χ., ο Γεράσιμος ασκήτευσε στην έρημο του Ιορδάνη, όπου εκάρη μοναχός και ζούσε σε πλήρη ησυχία. Με τον καιρό, πολλοί μοναχοί συγκεντρώθηκαν γύρω του, αναγνωρίζοντας την πνευματική του καθοδήγηση. Ίδρυσε μια κοινοβιακή μονή κοντά στην πόλη Βαϊθαγλά, για να τους προσφέρει πνευματική στήριξη και καθοδήγηση.
Ο Γεράσιμος ήταν αυστηρός με τον εαυτό του, αλλά γεμάτος καλοσύνη και επιείκεια προς τους άλλους. Τήρησε μια ζωή αυστηρής άσκησης, περιορίζοντας την τροφή και τον ύπνο του στο ελάχιστο, πιστεύοντας ότι ο περιορισμένος ύπνος ενδυναμώνει το πνεύμα και καθιστά το σώμα ανθεκτικότερο στις δοκιμασίες. Η διδασκαλία του για την άσκηση, την εγκράτεια και την αδιάλειπτη προσευχή είχε ως στόχο την υποταγή της σάρκας στο πνεύμα και την αδιάκοπη μνήμη του Θεού στην καρδιά του πιστού.
Ο Γεράσιμος απέκτησε μεγάλη χάρη και σύνδεση με τον Θεό, και έγινε γνωστός για τα θαύματα που επιτελούσε. Ήταν σε θέση να δαμάσει ακόμη και άγρια ζώα, και το πιο γνωστό περιστατικό ήταν η σχέση του με ένα λιοντάρι. Ένα λιοντάρι που είχε συνήθεια να μεταφέρει νερό για τον Όσιο, πήρε τη θέση του όνου που του είχε κλέψει μια ομάδα εμπόρων. Όταν οι έμποροι πέρασαν και το λιοντάρι αναγνώρισε τον κλεμμένο όνο, τον επέστρεψε στον Όσιο, ο οποίος, ευγνώμον, το άφησε ελεύθερο.
Όταν ο Όσιος Ευθύμιος ο Μέγας κοιμήθηκε το 473 μ.Χ., ο Γεράσιμος είδε σε όραμα το τέλος του μεγάλου Αγίου, γεγονός που αναφέρθηκε από τον Άγιο Κυριακό τον Αναχωρητή, ο οποίος παρευρέθηκε στην κηδεία του Ευθυμίου. Δύο χρόνια αργότερα, το 475 μ.Χ., ο Γεράσιμος κοιμήθηκε με ειρήνη. Τη διαδοχή της Λαύρας ανέθεσε στους συνασκητές του Στέφανο και Βασίλειο.
Η μνήμη του Οσίου Γερασίμου τιμάται κάθε χρόνο στις 4 Μαρτίου και η ζωή του συνεχίζει να αποτελεί πρότυπο πίστης, αυστηρής άσκησης και αφοσίωσης στον Θεό.





































