Η ΑΙΤΙΩΔΗΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ὅλων τῶν τροπαρίων αὐτῆς τῆς ἑβδομάδος τήν παρουσιάζουν “Μεγάλη”, ὅπως καί πράγματι εἶναι Μεγάλη. Ὡσάν νά σταματᾶ ὁ χρόνος γιά μία ἑβδομάδα καί ξαναρχίζει μέ τήν Πασχαλινή Κυριακή.

Καί μόνη ἡ καθιέρωση τῆς ἀργίας ἤ τῆς μερικῆς ἀργίας μαθημάτων καί ἐργασιῶν – ὅ,τι ἀπέμεινε σάν αἴσθηση, σάν ἐντύπωση στήν κοινωνία – πείθει γιά τόν ἰσχυρισμό μας.

Τά παλαιότερα χρόνια, αὐτή ἡ ἑβδομάδα βιωνόταν σχεδόν ἀπό ὅλη τήν κοινωνία μέ μιάν συλλογική καί ἀτομική ἔνταση θεολατρευτική, ὑμνωδική, ἐγκρατευτική, μετανοητική. Οἱ πολλές ὧρες καί ἡ διάρκεια τοῦ καθημερινοῦ ἐκκλησιασμοῦ, μέ συλλογική κατανυκτική φόρτιση, προκαλοῦσαν μιάν ἐνσυναίσθηση μεγαλύτερης διάρκειας τοῦ συγκεκριμένου ἑβδομαδιαίου χρόνου. Ἧταν πολύ μεγαλύτερη σέ διάρκεια θρησκευτικῆς ἔντασης αὐτή ἡ ἑβδομάδα. Καί ἐκ τοῦ ἀντιστρόφου, τά τεκταινόμενα γεγονότα προσέδιδαν (γιά τούς θρησκευτικά αἰσθαντικούς) τήν ψυχολογική αἴσθηση… καί (γιά τούς διαβεβηκότας τῆς θεολατρευτικῆς κατάνυξης) τήν πνευματική αἴσθηση τοῦ “μεγάλου” σ᾽ αὐτήν τήν ἑβδομάδα. Ὡσάν νά μήν τά χωροῦσε ἀλλιῶς τά γεγονότα αὐτά τούτη ἡ ἑβδομάδα, καί ἔπρεπε νά τήν βιώνουμε παρατεταμένη. Ὄχι μόνο στό περικάρδιο, ἀλλά βαθιά-βαθιά στό ἐνδοκάρδιο. Κι ὅσοι ἀξιώνονταν, στή λεγόμενη “βαθεία καρδία”, στό ἐσώψυχο κέντρο τοῦ “εἶναί” τους, ταυτιζόμενο κατανυκτικά καί ὁλολατρευτικά μέ τόν Σωτήρα μας Χριστό, τόν Κύριό μας Ἰησοῦ, τόν Θεάνθρωπο Λυτρωτή μας.

Πάντως, ἔστω κι ἀπό τήν ἀνώριμη ψυχολογική μέθεξη διά τῶν λυρικῶν συναισθημάτων, μέ τό δαψιλευόμενο ἔλεος τοῦ Θεοῦ, ὁ κόσμος ἀναγόταν στό ὡριμότερο πνευματικό βίωμα τῆς κατανυκτικῆς μεθέξεως, βοηθούμενος ἀπό τήν λατρευτική ἐθελοπροθυμία, ἀπό τήν λατρευτική ἐθελοκόπωση, ἀπό τήν λατρευτική ἐθελονηστεία, ἀπό τήν λατρευτική ἐθελομετάνοια, ἀπό τήν λατρευτική ἐθελεξομολόγηση, ἀπό τήν θεολατρευτική θεομετάληψη. Ἡ συλλογική ἐκκλησιαστική συμμελία ἐπηρέαζε καί ἐνέπνεε τήν κατ᾽ ἄτομον εὐλαβή μετοχή στά Ἄχραντα Πάθη τοῦ Σωτῆρος.

Τά τιμώμενα σωτηριώδη γεγονότα, πρωΐ καί βράδυ ἤ καί ξάγρυπνα, μέρα πρός τήν ἡμέρα, βιώνονταν μέ αὐξανόμενη ἔνταση, φόρτιση, συγκίνηση, ἔμπονη προσέγγιση, βουβό ἐνσυναισθητικό κλάμα, ξέχειλο πόνο, θρησκευτική ἀποζήτηση τῆς ὁριακῆς λύτρωσης, ὁπότε ὁδηγοῦσαν μέ μιά χαριτόδωρη τελικά μετάβαση στήν ὄντως λογική νοερά λατρεία τοῦ προαποκαλυπτόμενου προφητικά “Ἐμμανουήλ”, τοῦ “λαβόντος δούλου μορφήν”, τοῦ Ἡσαϊακοῦ “πάσχοντος δούλου”.

Καί βεβαίως, ὅλη αὐτή παλαιότερα ἡ σταδιακή λατρευτική ὡρίμανση κατηύθυνε στή σωστική χριστοφόρο μέθεξη τῶν τιμωμένων λυτρωτικῶν καί σωτηριωδῶν γεγονότων πού μᾶς χάρισε ὁ Κύριος μέ τήν προειδοποίηση, μέ τό μυστικό δεῖπνο, μέ τήν εὐχαριστιακή παρακαταθήκη, μέ τήν ἀγωνιώδη προσευχή τῆς ἀναδοχῆς ὅλου τοῦ κόσμου, μέ τήν ἄφοβη αὐτοπαράδοση στό προδοτικό φίλημα καί στόν θρησκευτικό ὄχλο, μέ τήν ὁλονύκτια προαποφασισμένη ἀνάκριση καταδίκης, μέ τήν παρουσίαση στόν Πιλάτο καί τήν ὀχλοκρατική ἀπαίτηση τῆς πιό ἀκραίας καταδίκης τοῦ ἀθώου, μέ τήν στρατιωτική ἐξαντλητική μαστίγωση, μέ τήν ἐξουθενωτική πορεία γιά τόν Γολγοθά, μέ τήν σταύρωση καί τόν θάνατο, μέ τήν κήδευση, μέ τήν λαχτάρα τῆς λυτρωτικῆς ἀνάστασης.
***
ΟΛΑ ΤΑ ΠΡΑΤΤΟΜΕΝΑ καί βιούμενα καί ἐξυμνούμενα τῆς μεγαλο-εβδομαδιαίας λατρείας εἶναι μιά ἐνεικόνιση πού ταιριάζει ἀναλογικά μέ τήν κύρια θεματική τῶν τεσσάρων Εὐαγγελίων. Οἱ ἱεροί Εὐαγγελιστές –οἱ τρεῖς κατηχητικά καί ὁ τέταρτος θεολογικά– ἀφιέρωσαν τό “μεγαλύτερο” μέρος τοῦ εὐαγγελίου τους στήν περιγραφή, μέρα μέ τή μέρα, ὥρα μέ τήν ὥρα, λεπτό πρός λεπτό, στιγμή πρός στιγμή, τῶν κορυφαίων σωστικῶν γεγονότων καί τοῦ θεανδρικοῦ μυστηρίου, πού ἀποκαλυπτόμενα βιώνονται λειτουργικά καί ἐκκλησιαστικά αὐτές τίς ἑπτά μόλις ἡμέρες!

Εἶναι τά γεγονότα τῆς ἀπολυτρώσεως, τῆς σωτηρίας, τῆς ἀναστάσεως [καί τῆς συναναστάσεως] πού πραγμάτωσε [ἐγκαινίασε γιά μᾶς] ὁ σαρκωμένος Θεός. Εἶναι τά γεγονότα τῆς σωτήριας “ἰσοτιμίας” μας, τῆς σωτήριας “ἀνάκρασής” μας μέ Ἐκεῖνον. Ὅσα πραγμάτωσε Ἐκεῖνος.

Μαζί μέ τούς… “συνεργάτες” τῆς σταυρώσεώς Του.

Καί ποιοί ἦταν αὐτοί;

Ἱστορικά ἦταν ἕνα κατεστημένο, θρησκειακο-κοινωνικό καί πολιτικο-στρατιωτικό, πού ἑστιάζεται στά Ἰεροσόλυμα πρό εἴκοσι αἰώνων.

Θεολογικά ὅμως ἦταν ὅλη ἡ οἰκουμένη!

Ὅλος ὁ κόσμος “συνεργάστηκε” γιά νά σταυρώσουμε τόν Θεό τῆς σωτηρίας μας. Κανένας ἀπό μᾶς δέν ἔμεινε ἀμέτοχος. Ὄχι ὅτι ἀνήκουμε (ἀναχρονικά καί φαντασιακά) στό δεῖγμα τοῦ προδότη ἤ στά δείγματα τῆς θρησκευτικῆς ἰουδαϊκῆς ἐξουσίας ἤ στά δείγματα τῆς Ρωμαϊκῆς ἐξουσίας καί στρατοκρατίας μέ τόν Πιλάτο καί τίς φρουρές του. Ἄν καί τά τροπάρια μᾶς παραπέμπουν σέ ἀναλογική ἐμβίωση καταστάσεων καί ἔνταση πλείονος αὐτογνωσίας, αὐτοκριτικῆς καί μετάνοιας.

Ἀλλά ἀνήκουμε ὅλοι μας σέ κείνους, πού ἔγιναν ἡ δεύτερη αἰτία νά σταυρωθεῖ ὁ Σωτήρας.

Πρώτη αἰτία ἦταν ἡ ἀκατανόητη, ἡ ἀπερινόητη, ἡ ἀπροσμέτρητη φιλανθρωπία Του, πού ὅρισε καί πραγμάτωσε ὑπέρ ἡμῶν , “τό ἀπ᾽ αἰώνων μυστήριον” τῆς σωτηρίου Χριστολογίας.

Καί δεύτερη αἰτία ἤμασταν “ἐμεῖς” οἱ τῆς πανανθρωπότητος, οἱ πλασμένοι ἀπό Κεῖνον καί ἀποχωρισμένοι ἀπό Κεῖνον, οἱ εὐεργετημένοι καί ἀγνώμονες, οἱ δημιουργημένοι καί ἀπορριπτικοί, οἱ θεόπλαστοι καί ἀρνησίθεοι, οἱ δημιουργημένοι δωροφόροι τῆς “logosnost” (ὅπως θά ἔλεγε ὁ ἅγιος Ἰουστίνος τοῦ Τσέλιε) καί ὅμως ἐξαπατημένα θεοκαταφρονητές!
Μπορεῖ νά μήν ὑπήρξαμε οἱ πάντες “δόλιοι” σάν τόν Ἰούδα, ἀλλά δέν εἴμαστε λιγότερο ἐθελόδουλοι στόν ἐκπεσόντα πειρασμό καί στά συνεταιρικά του ἐνεργήματα, στά δηλητηριώδη πάθη καί στήν νεκροποιό ἀλλοτρίωση.

Σερνόμαστε πίσω ἀπό τήν τυφλή ἀπόρριψη, τήν ἄγνοια καί τήν λήθη ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ.

Ὅλα τ᾽ ἄλλα τά ζητοῦμε καί τά ἐπινοοῦμε οἱ μονομερῶς θυματικοί “τοῦ ἄϋλου πολιτισμοῦ”, ὅλα τ᾽ ἄλλα τά μαθαίνουμε, ὅλα τ᾽ ἄλλα τά θυμόμαστε. Καί ἐπιμένουμε νά ἀγνοοῦμε τόν Θεό ἤ νά λησμονοῦμε τόν Θεό. Εἴμαστε σ᾽ ἐκείνην τήν αὐξανόμενη λίστα ἀνθρώπων πού διατρέχουν κάθε ἐποχή: “ἀγνώμονες περί τόν εὐεργέτην” (πρβλ. ἀπόστιχα Κυριακῆς δ΄ ἤχου).

Εκκλησία Online
Γράψε το σχόλιό σου

Αφήστε μια απάντηση

Comment moderation is enabled. Your comment may take some time to appear.