Η Μεγάλη Τεσσαρακοστή, είναι η περίοδος η οποία μας εισάγει στην βαθύτερη και ουσιαστικότερη προσευχητική κατάσταση, αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι όλες τις άλλες μέρες έχουμε ελεύθερο να κάνουμε ότι θέλουμε, απλά την συγκεκριμένη περίοδο μαζί με την νηστεία και τις κατανυκτικές ακολουθίες καλούμαστε να ζήσουμε την περίφημη χαρμολύπη πλησιάζοντας το Πάθος και την Ανάσταση του Θεανθρώπου, όχι επιδερμικά και θεατρικά, αλλά ουσιαστικά και καρδιακά!

Η Βυζαντινή Μουσική παράδοση είναι εκείνη η οποία ντύνοντας με μελωδία τα περίφημα λόγια και νοήματα των ύμνων της Μ. Τεσσαρακοστής, καταφέρνει να δημιουργήσει το παρακλητικό κλίμα για την συγκεκριμένη περίοδο και να κινήσει τις καρδιές και τις ψυχές μας σε εγρήγορση. Φανταστείτε να υπήρχαν μόνο τα λόγια χωρίς την μελωδία, θα ήταν αδιανόητο να δημιουργηθεί το προσευχητικό και κατανυκτικό κλίμα.

Εύχομαι σε όλους καλό και ευλογημένο Τριώδιο, καλή Σαρακοστή, καλό στάδιο και με κατάνυξη και προσευχή να προετοιμαστούμε για την Αγία και Μεγάλη Εβδομάδα και την ένδοξο Ανάσταση Του Κυρίου μας.

Αρχιμ. Ειρηναίος Νάκος

Καλλιτεχνικός Διευθυντής της Σχολής

Σημ.: Τα κείμενα προέρχονται από το βιβλίο του π. Συμεών Βενετσιάνου «Μεγάλη Τεσσαρακοστή, η ψυχωφελής», εκτός από τις αναφορές στους Κατανυκτικούς Εσπερινούς και στο Μεσονυκτικό, τον Όρθρος και τις Ώρες, που αποτελούν κείμενα του π. Ιωάννη Καλογερόπουλου

Στην περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής πραγματοποιούνται πολλές και σημαντικές αλλαγές. Δηλ. στις πέντε νηστήσιμες ημέρες της εβδομάδας, (Δευτέρα έως Παρασκευή), δεν εφαρμόζεται το καθιερωμένο τυπικό: Το πρωί ακολουθία του Μεσονυκτικού και Όρθρου με ή χωρίς Θεία Λειτουργία και το απόγευμα η ακολουθία του Εσπερινού.

Αιτία των αλλαγών είναι οι νέες Ακολουθίες που προστίθενται στην περίοδο αυτή: Η Θ. Λειτουργία των Προηγιασμένων Δώρων, που συνήθως τελείται Τετάρτη και Παρασκευή, οι Χαιρετισμοί και το Μέγα Απόδειπνο. Έτσι παρουσιάζονται οι ακόλουθες περιπτώσεις:

α. Το πρωί της Δευτέρας, Τρίτης και Πέμπτης τελούνται:

(1) Μεσονυκτικό και Όρθρος,

(2) Οι Ώρες (Α’, Γ’, ΣΤ’ και Θ’),

(3) Ο Εσπερινός του απογεύματος (στον οποίο, φυσικά, τιμάται ο Άγιος της επόμενης ημέρας).

β. Το πρωί της Τετάρτης και Παρασκευής τελούνται όλα τ’ ανωτέρω και στον Εσπερινό επισυνάπτεται και η Προηγιασμένη Θεία Λειτουργία.

γ. Εάν η Προηγιασμένη πρόκειται να τελεσθεί το απόγευμα, τότε ή πρωινή ακολουθία αρχίζει κανονικά, σταματά όμως στην ΣΤ’ Ώρα και γίνεται απόλυση.

δ. Η Προηγιασμένη το απόγευμα αρχίζει με την Θ’ Ώρα, (κατά τη διάρκεια της οποίας ο Λειτουργός «παίρνει καιρό», με διαφορετικό τυπικό και ενδύεται πλήρη στολή) και μετά την απόλυση (της Θ’ Ώρας), συνεχίζει με το «Ευλογημένη ή Βασιλεία…» οπότε αρχίζει ο Εσπερινός με την Προηγιασμένη Θεία Λειτουργία.

ε. Το απόγευμα των τεσσάρων πρώτων ημερών (Δεύτερα έως Πέμπτη), στη θέση του Εσπερινού τελείται το Μέγα Απόδειπνο.

στ. Εάν το απόγευμα της Τετάρτης τελεσθεί η Προηγιασμένη, το Μέγα Απόδειπνο τελείται συνήθως μετά τη Θ. Λειτουργία (των Προηγιασμένων Δώρων).

ζ. Το εσπέρας της Παρασκευής των πέντε πρώτων εβδομάδων, τελείται στους Ναούς ακόμη μία νέα Ακολουθία: η προσφιλής στο λαό μας ακολουθία των Χαιρετισμών της Παναγίας (« Άγγελος πρωτοστάτης…» – «Χαίρε Νύμφη ανύμφευτε») στο μέσο του Μικρού Αποδείπνου, κάθε φορά με μία «Στάση», και την πέμπτη εβδομάδα όλες οι Στάσεις μαζί – ολόκληρος ο Ακάθιστος Ύμνος.

Το πλήθος αυτό των Ακολουθιών εναρμονίζεται με το Ορθόδοξο λατρευτικό πνεύμα που θέλει τον πιστό επτάκις της ημέρας να αινεί τον Θεό (Ψαλμ. ριη’, 164), αλλά έρχεται στην καθημερινή πράξη και ζωή σ’ αντίθεση με το σύγχρονο πνεύμα του κόσμου, σύμφωνα με το όποιο ο άνθρωπος όχι μόνο δεν έχει ελεύθερο χρόνο, αλλ’ ούτε και την ανάλογη διάθεση… Υπάρχει δυστυχώς μεγάλη εκκοσμίκευση και σύγχυση στο μυαλό του.

Η Εκκλησία πάντως την περίοδο αυτή, γνωρίζοντας την κατάσταση του ανθρώπου, τον βοηθά να βρει το δρόμο του, προσφέροντας του τη λύση της συχνότερης συμμετοχής του στη λατρευτική ζωή. Όποτε ευκαιρεί και μπορεί να εξοικονομεί κάποιο χρόνο, να τον διαθέτει στον Θεό και να παρακολουθεί κάποια από τις πολλές Ακολουθίες. Έτσι και ο χρόνος θ’ αξιοποιείται καλύτερα και οι ευλογίες του Θεού θ’ αυξάνουν στους πιστούς που θα κάνουν τέτοιες θυσίες…

ΟΙ ΚΑΤΑΝΥΚΤΙΚΟΙ ΕΣΠΕΡΙΝΟΙ

Το απόγευμα της Κυριακής της Τυροφάγου τελείται ο κατανυκτικός Εσπερινός της Συγνώμης.

Κατανυκτικός λέγεται, διότι ψάλλονται κατανυκτικά τροπάρια από το Τριώδιο, που το περιεχόμενο τους διαποτίζεται από βαθιά συναίσθηση της αμαρτωλότητας, πένθος, συντριβή, μετάνοια και θερμή ικεσία για άφεση αμαρτιών.

Εσπερινός Συγνώμης λέγεται, αυτός μόνον από τους κατανυκτικούς, διότι στο τέλος της Ακολουθίας ο λαός ασπάζεται το Ευαγγέλιο ζητώντας από τον Ιερέα συγγνώμη και στη συνέχεια και μεταξύ τους, ώστε συγχωρεμένοι να αρχίσουν τη Μεγ. Τεσσαρακοστή. Πρόκειται για μια ωραία συνήθεια, που καλό είναι να αναβιώσει.

Οι κατανυκτικοί Εσπερινοί τελούνται κάθε Κυριακή της Μεγ. Τεσσαρακοστής.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό των Εσπερινών αυτών είναι ότι μετά την Είσοδο και το «Εσπέρας Προκείμενον», αλλάζει ο διάκοσμος της Αγίας Τραπέζης και η στολή του Ιερέως. Από πασχαλινή, λόγω της Κυριακής, μεταπίπτει σε πένθιμη, λόγω της Τεσσαρακοστής (αλλάζουν τα λευκά με πορφυρά -εφ’ όσον τον Χριστό δεν Τον πενθούμε ως άνθρωπο, αλλ’ ως Βασιλέα Θεό).

Στο τέλος του Εσπερινού ψάλλονται τα τροπάρια «Θεοτόκε Παρθένε…», «Βαπτιστά του Χριστού…» κ.λπ. και κατακλείονται με την ευχή του Αγίου Έφραίμ του Σύρου:

«Κύριε και Δέσποτα της ζωής μου, πνεύμα αργίας, περιεργίας, φιλαρχίας και αργολογίας μη μοι δως. Πνεύμα δε σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, υπομονής και αγάπης χάρισαί μοι τω σω δούλω. Ναι, Κύριε, Βασιλεύ, δώρησαί μοι του οράν τα έμά πταίσματα και μη κατακρίνειν τον άδελφόν μου ότι εύλογητός ει εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν».

Λέγοντας την, κάνουμε και τρεις μεγάλες μετάνοιες. Ακολουθούν δώδεκα μικρές, ενώ λέμε μυστικώς το: «Ο Θεός ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ» και στο τέλος επαναλαμβάνεται το: «Ναι Κύριε, Βασιλεύ…» κάνοντας και τέταρτη μεγάλη μετάνοια.

ΤΟ ΜΕΓΑ ΑΠΟΔΕΙΠΝΟ

Κάθε απόγευμα των ημερών Δευτέρας, Τρίτης, Τετάρτης και Πέμπτης, ολόκληρης της Τεσσαρακοστής μέχρι Μεγ. Τρίτη, τελείται στους Ι. Ναούς (ή στο σπίτι μας, εάν δε μεταβούμε στο Ναό), η Ακολουθία του Μεγάλου Αποδείπνου.

Τις άλλες ήμερες της εβδομάδας τελείται το Μικρό Απόδειπνο (και ολόκληρο το χρόνο, πλην της Διακαινήσιμης εβδομάδας): Την Παρασκευή, τελείται μαζί με τους Χαιρετισμούς της Παναγίας, ενώ Σάββατο και Κυριακή το διαβάζουμε σπίτι μόνοι μας.

Λέγεται Απόδειπνο, διότι είναι ακολουθία που γίνεται (κανονικά) μετά το δείπνο, δηλ. είναι η βραδινή προσευχή του Χριστιανού και Μέγα, λόγω της εκτάσεως του και για να διακρίνεται από το Μικρό Απόδειπνο.

Περιέχει (1) Ψαλμούς που διαβάζονται, (2) ωραιότατα και ποικίλα μικρά τροπάρια που ψάλλονται και (3) ευχές που αναγινώσκει ο Ιερέας. Είναι μία ωραιότατη Ακολουθία που περιέχει και το γνωστότατο τροπάριο: «Κύριε των Δυνάμεων μεθ’ ημών γενού άλλον γαρ εκτός σου βοηθόν εν θλίψεσιν ουκ έχομεν, Κύριε των Δυνάμεων, έλέησον ημάς».

Προ του τέλους αναγινώσκεται η ευχή του Αγίου Έφραίμ «Κύριε καί Δέσποτα της ζωής μου…» .

Η ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΩΝ ΠΡΟΗΓΙΑΣΜΕΝΩΝ ΔΩΡΩΝ

Την καθαρά Τετάρτη και συνήθως κάθε Τετάρτη και Παρασκευή, μόνο στη Μεγ. Τεσσαρακοστή, τελείται στους Ιερούς Ναούς η Θεία Λειτουργία των Προηγιασμένων Δώρων για τον εξής λόγο:

Η Εκκλησία μας έχει σε χρήση τρεις Θείες Λειτουργίες κατά τις όποιες γίνεται θυσία. Τη Λειτουργία του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, του Αγίου Βασιλείου και του Αγίου Ιακώβου του Αδελφοθέου. Η τρίτη γίνεται μία φορά το χρόνο, την ημέρα της εορτής του Αγίου, την 23η Οκτωβρίου. Του Αγ. Βασιλείου γίνεται δέκα φορές τον χρόνο: Την ήμερα της εορτής του (1η Ιανουαρίου), τις παραμονές Χριστουγέννων, Φώτων και Πάσχα, τις πέντε πρώτες Κυριακές της Μεγ. Τεσσαρακοστής και τη Μεγ. Πέμπτη. Τις άλλες ήμερες του έτους τελείται η Θ. Λειτουργία του Αγ. Ιωάννου του Χρυσοστόμου.

Όλες όμως αυτές οι Λειτουργίες έχουν πανηγυρικό και χαρμόσυνο χαρακτήρα. Επειδή η Μεγ. Τεσσαρακοστή είναι κατανυκτική και κάπως πένθιμη περίοδος, η Εκκλησία μας όρισε οι Λειτουργίες αυτές να τελούνται μόνο τα Σάββατα και τις Κυριακές της Μ. Σαρακοστής. Τις άλλες ημέρες της εβδομάδας δεν τελείται Θ. Λειτουργία.

Οι Χριστιανοί όμως τους πρώτους αιώνες είχαν τη συνήθεια να μεταλαμβάνουν τέσσερις και πέντε φορές την εβδομάδα, διότι εγνώριζαν ότι δεν ήταν δυνατόν να ζουν «εν Χριστώ» άνευ των Άχραντων Μυστηρίων, άνευ του Χριστού, που ο Ίδιος είπε ότι είναι «βρώσις και πόσις». «Ο τρώγων μου την σάρκα και πίνων μου το αίμα έχει ζωήν αιώνιον» (Ιω. στ’, 54). Τότε, βέβαια, τα δισκοπότηρα μπορεί να ήταν «ξύλινα», αλλά οι Χριστιανοί ήταν «χρυσοί», με αγία ζωή. Σήμερα, παρότι, πολλές φορές, συμβαίνει το αντίθετο, οι Χριστιανοί μπορούν και πρέπει να κοινωνούν τακτικότερα, πάντοτε με άδεια του Πνευματικού τους, προσέχοντας πολύ τη ζωή τους.

Για να λυθεί λοιπόν το πρόβλημα της συχνής Θ. Κοινωνίας, η Εκκλησία καθόρισε να τελείται μόνο τη Μεγ. Τεσσαρακοστή η κατανυκτική Θεία Λειτουργία των Προηγιασμένων Δώρων. Σ’ αυτή δε γίνεται πλήρης Θ. Λειτουργία, διότι ο Άρτος που θα χρησιμοποιηθεί καθαγιάζεται την προηγούμενη Κυριακή, εμποτίζεται στο Άγιο Αίμα του Κυρίου μας, φυλάσσεται στο Άγιο Αρτοφόριο της Αγίας Τραπέζης και προσφέρεται για Κοινωνία την ημέρα που τελείται η Προηγιασμένη Θ. Λειτουργία.

Η Λειτουργία αυτή είναι, κανονικά, εσπερινή, γι’ αυτό είναι συνυφασμένη με Εσπερινό και οι Χριστιανοί, μέχρις ότου κοινωνήσουν, μένουν άσιτοι, δηλ. νηστικοί, από τα μεσάνυκτα μέχρι την ώρα της Θ. Κοινωνίας. Όσοι δεν μπορούν να κρατήσουν, πηγαίνουν στους Ναούς, που τελούν την Προηγιασμένη Λειτουργία πρωί, προς διευκόλυνση των πιστών, ή κοινωνούν Σάββατο ή Κυριακή.

Χαρακτηριστικά της Προηγιασμένης Λειτουργίας

α. Προηγείται της Προηγιασμένης, η ακολουθία της Θ’ Ώρας.

β. Με το «Ευλογημένη η Βασιλεία του Πατρός…» αρχίζει η Θεία Λειτουργία, στην αρχή της οποίας επισυνάπτεται ο Εσπερινός της επόμενης ημέρας.

γ. Όταν αναγιγνώσκονται τα «Προς Κύριον…» (Ψαλτήρι σε τρεις Στάσεις), συνήθως στο τέλος ακούγονται από το Ιερό ήχοι θυμιατού, (η Ωραία Πύλη είναι κλειστή). Εκείνη τη στιγμή ο Ιερέας μεταφέρει το Σώμα και Αίμα του Κυρίου από την Αγία Τράπεζα, όπου φυλάχθηκε από την Κυριακή, στην Ιερά Πρόθεση και γι’ αυτό οι πιστοί πρέπει να σηκώνονται και να παρακολουθούν νοερά και λογικά τα τελούμενα.

δ. Στη Μεγάλη Είσοδο (που γίνεται από το συντομότερο δρόμο), επειδή ο Ιερέας μεταφέρει το προηγιασμένο Σώμα και Αίμα του Χριστού μας – τον ίδιο τον Χριστό – οι Χριστιανοί γονατίζουν λατρευτικώς, επαναλαμβάνοντας μυστικώς το: «Δι’ ευχών των Αγίων Πατέρων ημών…».

ε. Στο τέλος, αναγιγνώσκονται οι δύο Ψαλμοί: «Ευλογήσω τον Κύριον…» (ο 33ος) και «Υψώσω σε ο Θεός μου…» (ο 144ος), κατά τη διάρκεια των οποίων ο Ιερέας μοιράζει το αντίδωρο και μετά απολύει η Λειτουργία, με το «Δι’ ευχών…».

στ. Το αντίδωρο αυτό είναι το πρόσφορο από το οποίο ο Ιερεύς την Κυριακή έβγαλε τον Αμνό. Πολλοί αυτό το λένε «Παναγία» (επειδή από τα σπλάγχνα της βγήκε ο Χριστός). Γι’ αυτό το αντίδωρο στις Προηγιασμένες είναι συνήθως μικρό τεμάχιο).

ζ. Στις Προηγιασμένες Θ. Λειτουργίες δεν μνημονεύονται ονόματα ζώντων και τεθνεώτων, ούτε στην Ιερά Πρόθεση, ούτε στη Θεία Λειτουργία.

η. Στη Λειτουργία αυτή επίσης δεν τελούνται μνημόσυνα. Μπορούν να γίνουν μετά το «Δι’ ευχών…» Τρισάγια.

Μ’ αυτό τον ωραίο και σοφό τρόπο και διατηρώντας τον κατανυκτικό χαρακτήρα της περιόδου, έλυσε η Εκκλησία μας το ζήτημα της συχνής Θείας Κοινωνίας και ήδη οι πιστοί εκτιμώντας και «εκμεταλλευόμενοι» αυτή την πνευματική ευκαιρία, κατακλύζουν τους Ναούς, Τετάρτη και Παρασκευή, μεταλαμβάνοντας των Προηγιασμένων αυτών Θείων Δώρων.

Ο ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ

Τη Μεγ. Σαρακοστή, στις 4 πρώτες εβδομάδες, κάθε Παρασκευή βράδυ, στο μέσο του Μικρού Αποδείπνου, αντηχούν οι θαυμάσιοι και προσφιλέστατοι στο λαό μας Χαιρετισμοί της Παναγίας («Άγγελος πρωτοστάτης…» -«Χαίρε Νύμφη ανύμφευτε»).

Ψάλλονται τμηματικά, κάθε φορά και μια «Στάση» από τον Ακάθιστο Ύμνο, μαζί με τον εξαίρετο «Κανόνα» του (τα Τροπάρια των Χαιρετισμών), που περιέχει οκτώ ωδές και αρχίζει με το Τροπάριο: «Ανοίξω το στόμα μου και πληρωθήσεται πνεύματος…».

Ολόκληρος ο Ακάθιστος Ύμνος ψάλλεται στον Όρθρο του Σαββάτου της Ε’ Κυριακής των Νηστειών, αλλά για ευκολία των πιστών τον ψάλλουμε αποβραδίς (την 5η Παρασκευή της Τεσσαρακοστής).

Οι Χαιρετισμοί συνδέθηκαν με τη Μεγ. Τεσσαρακοστή λόγω της μεγάλης Θεομητορικής εορτής του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Είναι η μόνη μεγάλη εορτή η οποία δεν έχει μεθέορτα, εξ αιτίας του χαρακτήρα της Σαρακοστής. Αυτή την έλλειψη έρχεται να καλύψει η ψαλμωδία του Ακάθιστου Ύμνου.

Το υμνολογικό αυτό κείμενο χρησιμοποιείται στην Εκκλησία μας περισσότερο από κάθε άλλο. Εκτός από τα Μοναστήρια και τους Ναούς στους οποίους γίνεται Απόδειπνο, πολλοί λαϊκοί συνηθίζουν να διαβάζουν τους Χαιρετισμούς της Παναγίας κάθε βράδυ μαζί με το Μικρό Απόδειπνο.

Ο Ακάθιστος Ύμνος είναι «Κοντάκιο». Είναι δηλ. ύμνος ανάλογος προς τους «Κανόνες». Η ονομασία του οφείλεται μάλλον στο κοντό ξύλο στο οποίο η μεμβράνη με τον ύμνο ήταν τυλιγμένη. Το πρώτο τροπάριο του Ύμνου λέγεται «Προοίμιον»: «Το προσταχθέν μυστικώς λαβών εν γνώσει…» το όποιο αργότερα αντικαταστάθηκε με το πασίγνωστο: «Τη Ύπερμάχω Στρατηγώ τα νικητήρια…». Ακολουθούν οι 24 «Οίκοι» από το Α μέχρι το Ω. Κάθε έξι γράμματα (κάθε έξι «Οίκους») έχουμε μία «Στάση». Η τελευταία λέξη κάθε «Οίκου» πού επαναλαμβάνει ο λαός, σαν σύντομη ικεσία, λέγεται «εφύμνιον» και υπάρχουν δύο: Το «Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε» και το «Αλληλούια». Το πρώτο «εφύμνιον» για τους περιττούς «Οίκους» που περιλαμβάνουν 156 «Χαίρε» και το δεύτερο, για τους αρτίους.

Θέμα του Ακάθιστου Ύμνου:

Στο πρώτο μέρος (Α-Μ, στις δύο πρώτες «Στάσεις»), υμνείται η ενανθρώπιση του Κυρίου. Αρχίζει με τον Ευαγγελισμό της Παρθένου («Άγγελος πρωτοστάτης, ουρανόθεν επέμφθη, ειπείν τη Θεοτόκω τω Χαίρε…»), συνεχίζει με τη σύλληψη του Χριστού από την Παναγία, την επίσκεψη της στην Ελισάβετ, τους λογισμούς του Ιωσήφ, την προσκύνηση των Ποιμένων και των Μάγων, τη φυγή στην Αίγυπτο και την Υπαπαντή του Κυρίου.

Στο δεύτερο μέρος (Ν-Ω) υμνείται ηή δυνατότητα θεώσεως του ανθρώπου χάρη στη σάρκωση του Κυρίου και η θεομητορική αξία της Παναγίας. Και όλα τ’ ανωτέρω με θαυμάσιες ποιητικές αποστροφές και εγκώμια που περιλαμβάνουν επιτυχέστατες αντιθέσεις και ωραιότατες θεολογικές εικόνες.

Ο «Ακάθιστος Ύμνος», σύμφωνα με την παράδοση, ονομάστηκε έτσι για τον έξης λόγο: Το έτος 626 ηή Κων/πολη πολιορκήθηκε συγχρόνως από τους Αβάρους (ξηρά) και τους Πέρσες (ξηρά και θάλασσα) για μήνες. Ο Αυτοκράτορας Ηράκλειος απουσίαζε στην Ασία. Ο κίνδυνος πτώσεως της Πόλεως ήταν πολύ μεγάλος. Στην άμυνα πρωτοστάτησε ο Πατριάρχης Σέργιος. Έτσι οι λίγοι μαχητές, μαζί με τον κλήρο και το λαό, ζητώντας τη βοήθεια του Θεού (με προσευχές και Παρακλήσεις) και στηρίζοντας τις ελπίδες τους στην Προστάτριά τους, την «Υπέρμαχο Στρατηγό», την Υπεραγία Θεοτόκο, αντιστέκονταν απεγνωσμένα. Και, ω του θαύματος, ένας φοβερός ανεμοστρόβιλος κατέστρεψε τα πλοία των Περσών, με αποτέλεσμα να λυθεί η πολιορκία. Η Βασιλεύουσα εσώθη! (ήταν 8 Αυγούστου). Τότε «ορθοστάδην όλος ο λαός» έψαλλε τον Ύμνο αυτό, ο οποίος από τότε ονομάστηκε Ακάθιστος. Τα νικητήρια αποδόθηκαν στην Προστάτριά της Κωνσταντινουπόλεως, την Υπεραγία Θεοτόκο, που πάντα σκέπει και προστατεύει το έθνος μας.

Ο ΜΕΓΑΣ ΚΑΝΩΝ

Την Τετάρτη απόγευμα, μεταξύ Δ’ και Ε’ Κυριακής των Νηστειών, ψάλλεται η ακολουθία του «Μεγάλου Κανόνος», στο μέσο του Μικρού Αποδείπνου. Κανονικά είναι ο Όρθρος της επομένης και μπορεί να τελείται αγρυπνία με Θ. Λειτουργία των Προηγιασμένων.

Κανόνες είναι μεγάλοι ύμνοι, οι οποίοι αποτελούνται από μικρότερες ενότητες που λέγονται Ωδές (από το ρήμα άδω). Κάθε ωδή αποτελείται από τον Ειρμό (την πρώτη δηλ. στροφή) και τα υπόλοιπα 3-4 συνήθως Τροπάρια (τρέπονται, δηλ. ψάλλονται όπως το πρώτο, ο ειρμός). Κανόνες υπάρχουν με διάφορο αριθμό ωδών. Υπάρχουν Κανόνες με δύο ωδές, με τρεις (τριώδιο), με τέσσερις, πέντε μέχρι εννέα ωδές (εννέα είναι και οι Βιβλικές Ωδές).

Ο Κανών αυτός λέγεται Μέγας, λόγω του πλήθους των τροπαρίων που περιέχουν οι εννέα ωδές του. Σ’ αυτά περιλαμβάνονται σήμερα και τα τροπάρια που πρόσθεσαν μεταγενέστεροι υμνογράφοι: για την Οσία Μαρία και για τον ίδιο, τον Άγιο Ανδρέα. Έτσι στο σύνολο του ο Μέγας Κανών έχει 11 Ειρμούς, (η β’ και γ’ Ωδή έχουν από 2 Ειρμούς) και 250 Τροπάρια! (η β’ Ωδή έχει 41 Τροπάρια).

Συγγραφέας του Μ. Κανόνα είναι ο Άγιος Ανδρέας, ο Ιεροσολυμίτης. Ήταν Μοναχός της Ι. Μονής του Αγίου Σάββα. Εχρημάτισε γραμματέας του Πατριάρχου Ιεροσολύμων, συμμετείχε στην ΣΤ’ Οικουμενική Σύνοδο το 680 και μετά, αφού εξελίχθηκε στα διάφορα εκκλησιαστικά υπουργήματα, εκλέχθηκε Αρχιεπίσκοπος Κρήτης.

Συνέγραψε πολλούς κανόνες και διάφορα συγγράμματα. Το σπουδαιότερο υμνογραφικό του έργο είναι ο Μέγας Κανών που θεωρείται το «κύκνειο» του άσμα. Απέθανε γύρω στο 740, στη Λέσβο, όπου βρέθηκε, είτε επιστρέφοντας στην Κρήτη από την Κων/πολη, είτε εξόριστος, ως υποστηρικτής των Αγίων Εικόνων.

Περιεχόμενο του Μ. Κανόνα: Ανατρέχει σ’ όλα τα πρόσωπα της Παλαιάς και Καινής Διαθήκης προβάλλοντας τις πράξεις – καλές ή κακές -των δικαίων προς μίμηση και των αδίκων προς αποφυγή.

Η κεντρική ιδέα του Κανόνα είναι η μετάνοια. Αυτή θεωρεί ο Ποιητής θύρα του Παραδείσου. Εφ’ όσον δεν έχουμε καρπούς μετανοίας, ας προσφέρουμε στον Θεό τη συντετριμμένη καρδία μας και ας αναγνωρίσουμε την πνευματική μας πτωχεία.

Ολόκληρο το πένθιμο και κατανυκτικό περιεχόμενο του αριστουργήματος αυτού συνοψίζεται στο Τροπάριο: «Ψυχή μου, ψυχή μου, ανάστα, τί καθεύδεις; το τέλος εγγίζει και μέλλεις θορυβείσθαι (πρόκειται να θορυβηθείς) ανάνηψον ούν, ίνα φείσηταί σου (σύνελθε λοιπόν για να σε λυπηθεί) Χριστός ο Θεός, ο πανταχού παρών και τα πάντα πληρών». Ο Μ. Κανόνας ψάλλεται τμηματικά τις τέσσερις πρώτες ημέρες της «Καθαράς Εβδομάδος», (Δευτέρα έως Πέμπτη), μαζί με το Μέγα Απόδειπνο.

Ο ΕΟΡΤΑΣΜΟΣ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΣΤΗ ΜΕΓ. ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗ

Η μνήμη των Αγίων και η Θ. Λειτουργία που πάντοτε συνοδεύει την εορτή τους, έχει εορταστικό, πανηγυρικό και καταλυτικό της νηστείας χαρακτήρα. Αυτό δεν συμφωνεί με το πνεύμα της Μεγ. Τεσσαρακοστής, κατά τη διάρκεια της οποίας, λόγω νηστείας, ασκήσεως και κατανύξεως, δεν τελούνται οι καθιερωμένες Θείες Λειτουργίες (από Δευτέρας μέχρι Παρασκευής).

Γι’ αυτό το λόγο παρουσιάζονται οι εξής περιπτώσεις εορτασμού Αγίων:

α. Διαπρεπείς Άγιοι που κοιμήθηκαν σ’ αυτή την περίοδο, δεν εορτάζονται στη μνήμη τους και ο εορτασμός τους μετατέθηκε μέσα στην Τεσσαρακοστή, σε ήμερα Κυριακής, κατά την οποία τελείται Θ. Λειτουργία του Άγιου Βασιλείου όπως των Αγίων Ιωάννου της Κλίμακας (30 Μαρτίου) και Μαρίας της Αιγύπτιας (1 Απριλίου), που εορτάζονται στην Δ’ και Ε’ Κυριακή των Νηστειών (αντίστοιχα).

β. Άλλων διαπρεπών Αγίων η μνήμη τους μετατέθηκε εκτός Τεσσαρακοστής, όπως είναι η εορτή του Αγίου Γεωργίου (23 Απριλίου) και του Αγίου Συμεών του νέου θεολόγου (12 Μαρτίου) που εορτάζονται τη 2η ήμερα του Πάσχα και τη 12η Οκτωβρίου αντίστοιχα, της Αγίας Φωτεινής της Σαμαρείτιδας (26 Φεβρουαρίου), που εορτάζεται την Ε’ Κυριακή από του Πάσχα, η Μεταμόρφωση του Σωτήρος (συμπίπτει με την πρώτη εβδομάδα των Νηστειών, 40 ήμερες προ του Πάσχα), που εορτάζεται την 6η Αυγούστου κ.λπ.

γ. Η εορτή του Ευαγγελισμού δεν μετατίθεται, αλλά πανηγυρίζεται με Θ. Λειτουργία του Αγίου Χρυσοστόμου, όποια ήμερα κι αν συμπέσει. Και αυτό γιατί η σύλληψη του Κυρίου εορτάζεται εννέα μήνες ακριβώς από την ήμερα της Γεννήσεως Του (25 Δεκεμβρίου).

δ. Οι εορτές του Αγίου Χαραλάμπους (10 Φεβρουαρίου), των Αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων (9 Μαρτίου) και η α’ και β’ εύρεση της Τιμίας Κεφαλής του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου (24 Φεβρουαρίου), δεν μετατίθενται επίσης. Εάν συμπέσουν με οποιαδήποτε καθημερινή ημέρα (νηστείας), τελείται η Λειτουργία των Προηγιασμένων, εάν συμπέσουν με Σάββατο, πανηγυρίζονται κανονικά και ψάλλεται πλήρης η Ακολουθία τους από το Μηναίο, ενώ εάν συμπέσουν με Κυριακή η ακολουθία τους συμψάλλεται (μερικώς) μετά των Αναστάσιμων και των του Τριωδίου.

Γενικά, σε κάθε εορτή Αγίου που θέλουμε να τον εορτάσουμε σε ημέρα καθημερινή, μέσα στη Μεγ. Τεσσαρακοστή:

α. Στον Όρθρο διαβάζουμε Ευαγγέλιο του Αγίου.

β. Ψάλλουμε μεγάλη Δοξολογία.

γ. Στην Προηγιασμένη ψάλλουμε κεκραγάρια του Αγίου συν τα του Τριωδίου.

δ. Το Δοξαστικό είναι του Αγίου.

ε. Η είσοδος γίνεται με Ευαγγέλιο.

στ. Μετά το «Κατευθυνθήτω…» διαβάζουμε Απόστολο και Ευαγγέλιο του Αγίου και στο τέλος

ζ. Ψάλλουμε το κοινωνικό του Αγίου.

Στις Τετάρτες και Παρασκευές της Μεγ. Τεσσαρακοστής που τελείται Προηγιασμένη, από την Ακολουθία του «μη εορταζόμενου» Αγίου που συμπίπτει μ’ αυτή την ήμερα, ψάλλουμε ορισμένα τροπάρια του Αγίου, ακολουθείται όμως κυρίως η σειρά που καθορίζεται στο Τριώδιο, χωρίς ανάγνωση Ευαγγελίου.

Η λατρεία της Μεγάλης Τεσσαρακοστής

Κατά την Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή, η θεία λατρεία της εκκλησίας μας είναι εκτενέστερη, πιο πλούσια και περιλαμβάνει: τη Θ. Λειτουργία του Μ. Βασιλείου, τη θ. Λειτουργία των Προηγιασμένων δώρων, το Μεγάλο απόδειπνο, η Ακολουθία των Χαιρετισμών και του Ακαθίστου Ύμνου, τις Ακολουθίες του Μεσονυκτικού, του Όρθρου και των Ωρών, και τέλος την Ακολουθία του Μεγάλου Κανόνα.

Το Μέγα Απόδειπνο

Η νύχτα πάντοτε ήταν μια υπέροχη ευκαιρία αναφοράς του ανθρώπου στο Θεό. Το βράδυ ο χριστιανός προσεύχεται περισσότερο απερίσπαστα. και ο ίδιος ο Κύριος πολλές φορές προσευχόταν το βράδυ («και ήν διανυκτερεύων εν τη προσευχή..»), δίνοντάς μας τρανό παράδειγμα για να αναζητούμε και εμείς γαλήνη και αταραξία για την ιερότατη ώρα της προσευχής. Ο άνθρωπος προσφέρει στο Θεό την απέραντη ευγνωμοσύνη του για τα αγαθά της ημέρας και στέκει ικετευτικά για την νύχτα που έρχεται.

Για αυτό η Εκκλησία μας καθόρισε, δίπλα στη προσωπική προσευχή του καθενός, και μια κοινή προσευχή, την τελευταία την ημέρας λίγο πριν την νυκτερινή κατάκλιση, που καθορίστηκε να τελείται μετά το βραδινό φαγητό, το δείπνο, για αυτό και ονομάστηκε και «Απόδειπνο»

Μετά τον ΙΔ΄ αιώνα φάνηκε η επιτακτική ανάγκη συντόμευσης του Αποδείπνου, που με την πάροδο των ετών, και την συνεχή πρόσθεση νέων ευχών (κυρίως από μοναχούς), είχε πλέον μεγάλη διάρκεια. Η νεότερη και πιο εύχρηστη ακολουθία που τελικά επικράτησε ονομάστηκε «Μικρό Απόδειπνο», και καθορίστηκε να διαβάζεται τη μεγαλύτερη περίοδο του έτους. Αλλά και η παλαιότερη και εκτενέστερη ακολουθία, το «Μεγάλο Απόδειπνο», καθορίστηκε να διαβάζεται την περίοδο της Μεγάλης τεσσαρακοστής. Το Μέγα Απόδειπνο σήμερα ψάλλεται στους Ναούς μας την περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, κάθε απόγευμα Δευτέρας, Τρίτης και Πέμπτης.

Στη διάρκεια του Μεγάλου Αποδείπνου ψάλλουμε δύο πολύ γνωστούς, όσο και παλαιούς ύμνους της Εκκλησίας μας. Είναι ο ύμνος θριάμβου και εγκαρτέρησης «Μεθ΄ημών ο Θεός, γνώτε έθνη και ηττάσθε, ότι μεθ΄ημών ο Θεός», που είναι μια εκλογή από την ωδή του Ησαϊα, που βρίσκεται στο 8ο και 9ο κεφάλαιο του ομωνύμου προφητικού βιβλίου της Παλαιάς Διαθήκης. Και ακόμα είναι το πρωτοχριστιανικό ποίημα σε στίχους ενδεκασύλλαβους « Η ασώματος φύσις τα χερουβείμ, ασιγήτοις σε ύμνοις δοξολογεί…».

Η Θεία Λειτουργία των Προηγιασμένων Δώρων

Η θεία Λειτουργία είναι εμπειρία και γεύση Ανάστασης. Κάθε λειτουργική σύναξη είναι η ανάσταση του Χριστού και κάθε θεία κοινωνία είναι η ανάσταση του ανθρώπου που μετέχει σ΄ αυτήν. Αυτός ο πανηγυρικός και θριαμβευτικός χαρακτήρας της θείας Λειτουργίας μπορούμε εύκολα να καταλάβουμε ότι δεν «ταιριάζει» με το κατανυκτικό πνεύμα και το πένθιμο μοτίβο των Ακολουθιών της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Αυτή η διαπίστωση πέρασε στο τυπικό της Εκκλησία μας. Καμιά ημέρα της Σαρακοστής από την Δευτέρα έως την Παρασκευή δεν επιτρέπεται η τέλεσή της παρά μόνο την εορτή του Ευαγγελισμού που τελείται η Λειτουργία του Ιερού Χρυσοστόμου. Αυτό όμως δημιούργησε ένα μεγάλο πρόβλημα σχετικά με την συχνότητα της θείας κοινωνίας. «Ημείς τέταρτον καθ΄ εκάστην εβδομάδα κοινωνούμεν , εν τη Κυριακή, εν τη Τετράδι, εν τη Παρασκευή, και εν τω Σαββάτω», λέγει ο Μ. Βασίλειος.

Πως όμως θα γινόταν αυτό που συνιστά ο Μέγας Βασίλειος; Η λύση ήδη υπήρχε. Οι πιστοί θα κοινωνούσαν από προηγιασμένα Άγια. Οι ημέρες αυτές ήταν ημέρες νηστείας. Νηστεία την εποχή εκείνη σήμαινε πλήρη αποχή από τροφή έως την δύση του ηλίου. Η θ. κοινωνία λοιπόν έπρεπε να γίνει μετά την ακολουθία του εσπερινού.

Αποτελούσε συνήθεια των πρώτων Χριστιανών, όταν για διαφόρους λόγους δεν ετελείτο θεία Λειτουργία μέσα στην εβδομάδα, να κοινωνούν από την θεία κοινωνία που έπαιρναν την Κυριακή μαζί τους από την εκκλησία και την φύλασσαν με ευλάβεια στο σπίτι τους. Τη συνήθεια αυτή την εφάρμοζαν περισσότερο την Τετάρτη και την Παρασκευή, και μάλιστα σε περιόδους διωγμών. Το ίδιο έκαναν και αρκετοί ασκητές και ερημίτες. Στην πρακτική αυτή πρέπει να αναζητήσει κανείς τις ρίζες της Λειτουργίας των Προηγιασμένων, που στη πραγματικότητα πρόκειται για ακολουθία του εσπερινού μετά θείας Κοινωνίας.

Τα Τίμια Δώρα είναι καθαγιασμένα, η μάλλον προαγιασμένα, από τη Λειτουργία της προηγούμενης Κυριακής και φυλάσσονται πάνω στην αγία τράπεζα του Ναού, που προσφέρονται στους πιστούς μετά τον Εσπερινό της μεγάλης Τεσσαρακοστής.

Μπορεί να τελεστή κάθε ημέρα από Δευτέρας έως Παρασκευή, συνήθως όμως τελείται Τετάρτη απόγευμα και Παρασκευή πρωί.

Επίσης τελείται την Πέμπτη του Μεγάλου Κανόνος, τα πρωινά της Μεγάλης Δευτέρας, Τρίτη, Τετάρτης, και σε εορτές Αγίων που τυχαίνουν μέσα στην Μεγάλη Τεσσαρακοστή.

Κατά μια ιστορική πηγή η επίσημη τέλεσή της άρχισε περίπου το 615 μ.Χ. επί Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Σεργίου. Η εν Τρούλω πενθέκτη οικουμενική Σύνοδος το 692 μ.Χ. την επιβάλει ρητώς. Συγγραφέας της θεωρείται ο Άγιος Επιφάνιος Κύπρου, ή ο Άγιος Γερμανός Κων/πόλεως, ή το πιθανότερο ο Άγιος Γρηγόριος ο Διάλογος επίσκοπος Ρώμης.

Η Θεία Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου

Εκτός από την λειτουργία του Ιερού Χρυσοστόμου που γίνεται αναρίθμητες φορές το χρόνο, υπάρχουν και άλλες Λειτουργίες που γίνονται συγκεκριμένες φορές το χρόνο, όπως η Λειτουργία του Αγίου Ιακώβου, η Λειτουργία του Αποστόλου Μάρκου, όπως και η Λειτουργία του Μ. Βασιλείου: Η Λειτουργία του Μ. Βασιλείου είναι η Θ. Λειτουργία εκείνη που γίνεται μόνο δέκα φορές τον χρόνο, και συγκεκριμένα: τις πέντε Κυριακές της Μεγάλης τεσσαρακοστής, την ημέρα της μνήμης του Αγίου (1η Ιανουαρίου), και γίνεται εσπερινή (αν και τελείται το πρωί μαζί με την ακολουθία του εσπερινού), την παραμονή των Φώτων, την παραμονή των Χριστουγέννων, την Μ. Πέμπτη, και τέλος το Μ. Σάββατο.

Η θεία Λειτουργία που φέρει το όνομα του Αγίου Βασιλείου φαίνεται πως αποτελεί διασκευή παλαιότερης λειτουργικής παράδοσης (κατά πάσα πιθανότητα της αρχαίας Λειτουργίας του Αγίου Ιακώβου του Αδελφοθέου).

Ο Βασίλειος επέφερε διασκευές και αλλοιώσεις στη Λειτουργία αυτή και την παρέδωσε στην Εκκλησία.

Δεν μας είναι δύσκολο να σκεφτούμε τους λόγους που έκαναν τους Αγίους Πατέρες να καθιερώσουν την τέλεση της θ. Λειτουργίας του Μεγάλου Βασιλείου τις πέντε πρώτες Κυριακές της Τεσσαρακοστής. Αυτή η Θεία Λειτουργία είναι εκτενέστερη, περιέχει περισσότερες και πιο εκτεταμένες ευχές. Θα έλεγε κανείς ότι πρόκειται για τη θεία Λειτουργία που αρμόζει τις Κυριακές της περιόδου αυτής και απαιτεί από τους χριστιανούς κατάνυξη και εμπειρία θεώσεως.

Ο Μέγας Κανών

Ένα από τα εκφραστικότερα δείγματα της ιδαιτερότητος των λατρευτικών ευκαιριών της Μεγάλης τεσσαρακοστής είναι ο Μέγας Κανών. Πρόκειται για έναν από τους κατανυκτικότερους Κανόνες, ίσως και το πλέον κατανυκτικό. Κανόνας στη γλώσσα της Εκκλησίας μας είναι ένας εκτενής εκκλησιαστικός ύμνος, στο οποίο εκτυλίσσεται κάποια υπόθεση και αποτελείται από 8 η 9 ωδές (ποιήματα). Ποιητής του Μεγάλου Κανόνος είναι ο Άγιος Ανδρέας επίσκοπος Κρήτης, Ιεροσολυμίτης.

Ο άγιος Ανδρέας καταγόταν από ευσεβείς γονείς και γεννήθηκε γύρω στα 660 μ.Χ. μέχρι τα 7 του χρόνια ήταν τελείως άφωνος. Ο Θεός όμως με θαυμαστό τρόπο του έδωσε τη λαλιά του, ενώ προηγουμένως είχε κοινωνήσει των Αχράντων Μυστηρίων. Τότε πήγε στο σχολείο και με τον οξύ νου του και την επιμέλειά του κατόρθωσε να προχωρήσει πολύ στις σπουδές του και να αφιερωθεί στο Ζωοδόχο Τάφο του Κυρίου στα Ιεροσόλυμα. Ανέλαβε μάλιστα και γραμματέας στον τότε Πατριάρχη Ιεροσολύμων Θεόδωρο. Εκπροσώπησε το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων στην 6η Οικουμενική Σύνοδο, που συνεκλήθη το 680 μ.Χ. στην Κωνσταντινούπολη, που καταδίκασε την αίρεση του Μονοθελητισμού. Ανυψώθηκε στο θρόνο της αρχιεροσύνης, χειροτονηθείς Αρχιεπίσκοπος Κρήτης. Στο βίο του μάλιστα διασώζονται και πολλά θαύματα, που η χάρη του Θεού επέτρεψε να κάνει. Εκοιμήθη στην Ερεσό της Μυτιλήνης γύρω στα 720 μ.Χ. και η μνήμη του εορτάζεται κάθε χρόνο στις 4 Ιουλίου.

Ο Άγιος Ανδρέας συνέγραψε πλήθος θεολογικών συγγραμμάτων (κυρίως ομιλιών και εγκωμίων), κατεξοχήν υπήρξε μελωδός της Εκκλησία μας, στα οποία προεξάρχει ο Μέγας Κανών.

Το επίθετο «Μέγας» ταιριάζει απόλυτα στο Κανόνα αυτό, τόσο λόγω της μεγάλης πνευματικής σπουδαιότητας, όσο και της λίαν ικανής εκτάσεως του (11 ειρμοί και 250 τροπάρια), που κατέχει εκλεκτή θέση στην ποίηση και τη λατρεία της Εκκλησίας μας.

Ο Μέγας Κανών είναι ιστορικά ο πρώτος κανόνας που μελοποιήθηκε στην Εκκλησία μας. Ψάλλεται τμηματικά τις τέσσερες πρώτες μέρες της Μεγάλης τεσσαρακοστής, αμέσως μετά το Μεγάλο απόδειπνο, και ολόκληρος την Τετάρτη της Ε΄ εβδομάδος των Νηστειών.

Σκοπός του Μεγάλου Κανόνος είναι να παρακινήσει τους πιστούς σε μετάνοια. Για αυτό άλλωστε ψάλεται την περίοδο την μεγάλης Τεσσαρακοστής, και μάλιστα προς το τέλος της.

Ο πιστός έχει ανάγκη πνευματικού στηριγμού, καθώς κινδυνεύει να αποκάμει από τον αγώνα της νηστείας και τον γενικότερο πολυήμερο πνευματικό αγώνα. Ο Μέγας Κανών τον ανακουφίζει ψυχικά, τον ενδυναμώνει με τα όπλα της πνευματικής στρατείας και του χαρίζει αποφασιστικότητα και δυναμισμό. Όλος ο Μέγας Κανών πηγάζει από την Αγία Γραφή και δεν αφήνει ούτε μία ιστορία της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, από τον Αδάμ μέχρι και τους Αποστόλους, που να μην την συγκρίνει με την ζωή της ψυχής του.

Αληθινά, ο Κανών αυτός δεν είναι μόνο μεγαλύτερος αλλά και ο κατανυκτικότερος της Εκκλησίας μας. Ο πλούτος του ασύλληπτος. Τα διδάγματα του ανεπανάληπτα. Οι προτροπές του για αλλαγή τρόπου ζωής παροιμιώδεις. Ο πιστός που ψάλλει ή ακούει τους ύμνους οδηγείται στην απόκτηση μετάνοιας και συντριβής, αποστροφής της αμαρτίας συνειδητής βίωσης του μυστηρίου της σωτηρίας. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι αμέτρητες φορές επαναλαμβάνεται η επωδός του κανόνα «Ελέησόν με, ο Θεός, ελέησόν με». Διότι τίποτε άλλο δεν επιζητούμε, παρά μονάχα το σωτηριώδες έλεος του Θεού.

Η Ακολουθία των Χαιρετισμών (Ακάθιστος Ύμνος)

Ποιος δεν πεθύμησε τις Παρασκευές της Μεγάλης Τεσσαρακοστής; Ποιανού η καρδιά δεν χτύπησε με ξέχωρους ρυθμούς, κάθε φορά που έστρεψε τη σκέψη του στην όμορφα στολισμένη εικόνα της Παναγιάς στο κέντρο του ναού;

Μια από τις προσφιλέστερες Ακολουθίες των χριστιανών, αυτή που ψάλεται για πέντε συνεχείς Παρασκευές και πλημμυρίζει με τη χάρη της τη καρδιά και το νου. Ο Ακάθιστος Ύμνος!

Ο Ακάθιστος Ύμνος αποτελεί ένα άφθαστο πνευματικό δημιούργημα, με θεολογικό βάθος, κομψότητα λόγου, μουσικό κάλλος, αγιοπνευματική έμπνευση.

Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι κατ΄ αρχήν ο Ακάθιστος Ύμνος δεν συνδέεται άμεσα με την περίοδο της Μεγάλης τεσσαρακοστής, αλλά μάλλον με την εορτή του Ευαγγελισμού, που πέφτει όμως πάντοτε μέσα στη κατανυκτική αυτή περίοδο.

Άλλωστε αυτή την Ακολουθία την τελούμε και άλλες περιόδους του έτους (στα μοναστήρια κάθε βράδυ μαζί με το Μικρό Απόδειπνο διαβάζουν και τους Χαιρετισμούς της Παναγίας μας). Αντίθετα όλες τις άλλες Ιερές ακολουθίες που προαναφέραμε (Προηγιασμένη, Μ. Απόδειπνο, Μ. Κανών) τις συναντούμε μόνο την περίοδο της Σαρακοστής. Σιγά- σιγά όμως ο Ακάθιστος Ύμνος συνδέθηκε με την Μεγάλη Τεσσαρακοστή, καθώς περιλαμβάνει προεόρτια και μεθέορτα άσματα της μεγάλης Δεσποτικο-Θεομητορικής εορτής του Ευαγγελισμού.

Ένα συγκλονιστικό γεγονός συνδέει αναπόσπαστα τη σωτηρία της Κωνσταντινουπόλεως με την ονομασία του Ακαθίστου Ύμνου.

Το έτος 626 μ.Χ. η βασιλεύουσα πολιορκήθηκε από ξηρά και θάλασσα από τους Πέρσες και τους Αβάρους. Η πόλη προσεύχονταν και αντιστέκονταν. Αλλά οι πολιορκητές δεν υποχωρούσαν. Ώσπου ξαφνικά ένας ανεμοστρόβιλος καταστρέφει τον στόλο των επίδοξων κατακτητών, που αναγκάζονται την νύχτα της 7ης προς την 8η Αυγούστου να λύσουν την πολιορκία φεύγοντας άπρακτοι.

Ο λαός πανηγυρίζοντας για την σωτηρία του, έτρεξε με δάκρυα συγκίνησης και ανάλογη ευγνωμοσύνη στο ναό των Βλαχερνών να ευχαριστήσει την Θεομήτορα για την κραταιά προστασία της. Προεξάρχοντος του Πατριάρχη έψαλλαν όλη την νύκτα ένα γνωστό τους ύμνο προς την Παναγία ο οποίος εκείνη την νύχτα, επειδή όλος ο λαός έψελνε όρθιος, «ορθοστάδην», ονομάστηκε Ακάθιστος. Ο ύμνος αυτός είχε το προοίμιο, «το προσταχθέν μυστικώς..», που εκείνη την νύχτα αντικαταστάθηκε από άλλο, που συνέθεσαν τότε και αναφέρονταν στη σωτηρία της Πόλης από την Παναγία. Είναι το γνωστό μας κοντάκιο: «τη Υπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια».

Ο Ακάθιστος ύμνος αποτελείται κυρίως από δύο μέρη.

α) τον κανόνα και β) τους χαιρετισμούς ή τους 24 οίκους, που η ακροστιχίδα του είναι αλφαβητική, από το Α έως το Ω.

Οι 24 αυτοί οίκοι είναι χωρισμένοι σε 4 στάσεις, που η καθεμιά περιέχει 6 οίκους. Κάθε Παρασκευή βράδυ διαβάζεται από μία στάση με τους 6 οίκους. Την πέμπτη και τελευταία Παρασκευή διαβάζονται και οι τέσσερις στάσεις, και οι 24 οίκοι, δηλαδή όλος ο Ακάθιστος ύμνος με 144 «Χαίρε» προς το πρόσωπο της Παναγίας μας.

Τι λένε όμως αυτοί οι 24 οίκοι και σε τι αναφέρονται;

Από πλευράς περιεχομένου μπορούμε να διαιρέσουμε τους Χαιρετισμούς σε δύο μεγάλα μέρη, στους 12 πρώτους από το γράμμα Α έως και Μ, και στους 12 επομένους, από το Ν έως το Ω.

Το πρώτο μέρος ονομάζεται «ιστορικό» και περιγράφει διάφορα γεγονότα της θεία ενανθρωπήσεως. Οι οίκοι που αρχίζουν από τα γράμματα Α έως Δ αναφέρονται στον ευαγγελισμό την Παρθένου, το Ζ αναφέρεται στις αμφιβολίες του Ιωσήφ για την Θεοτόκο και την διαβεβαίωσή του από το Θεό για την σύλληψιν «εκ πνεύματος Αγίου», το Ε αναφέρεται στην επίσκεψη της Παναγίας στην Ελισάβετ, το Η στην προσκύνηση του νεογέννητου Ιησού από τους ποιμένες, από το Θ έως και το Κ στη προσκύνηση των Μάγων, το Λ αναφέρεται στη φυγή στην Αίγυπτο και το Μ στην Υπαπαντή του Κυρίου.

Το δεύτερο μέρος ονομάζεται «θεολογικό ή δογματικό», και αποτελεί μια θεολογική επεξεργασία του μυστηρίου της σαρκώσεως (οι οίκοι Ν-Ο-Π-Ρ-Σ-Υ). Εξυμνούν την προσφορά της Παναγίας μας στο απολυτρωτικό έργο , (οι οίκοι Τ-Φ-Ψ-Ω), και τέλος αναφέρονται στη θέωση του ανθρώπου(Ξ-Χ).

Στο ερώτημα ποιος είναι ο ποιητής του Ακαθίστου Ύμνου δεν έχει δοθεί ακόμα ικανοποιητικά απάντηση. Πολλοί μιλούν για τον Πατριάρχη Σέργιο, ή τον Ιερό Φώτιο, και άλλοι για τον Ρωμανό τον Μελωδό.

Οι Κατανυκτικοί Εσπερινοί

Ο Εσπερινός (εννοείται ύμνος) είναι μια Ακολουθία που τελείται καθημερινά, προς το τέλος της κάθε ημέρας (η λέξη «εσπέρα» από όπου και προέρχεται, δηλώνει το τέλος της ημέρας και την αρχή της άλλης.) Σαν σημείο του τέλους μιας ημέρας και της αρχής της άλλης, οι αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν τη δύση του ηλίου. Έτσι η χριστιανική Εκκλησία, ακολουθώντας την αντίληψη αυτή, με την Θ΄ ώρα σφραγίζει την ακολουθία της ληγούσης ημέρας, και με τον εσπερινό που ακολουθεί εγκαινιάζει τη νέα ημέρα. Διακρίνεται σε εσπερινό «μικρό» και «μεγάλο». Μικρός είναι ο εσπερινός που γίνεται όταν δεν υπάρχει εορταζόμενος άγιος και δεν τελείται την επομένη θ. Λειτουργία, (εσπερινός χωρίς είσοδο), ενώ Μεγάλος όταν την επόμενη θα τελεσθεί Θ. Λειτουργία (εσπερινός με είσοδο). Ακόμα υπάρχει ο πανηγυρικός εσπερινός που γίνεται σε ημέρες που πανηγυρίζει η εκκλησία μας τον τιμώμενο Άγιό της, και τέλος έχουμε και τον Κατανυκτικό εσπερινό που τελείται μόνο κατά την περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής.

Ονομάζεται κατανυκτικός διότι κάποια τροπάρια που ψάλλονται ονομάζονται κατανυκτικά, (λόγω της κατανύξεως που προβάλουν και δημιουργούν), αλλά και λόγω του ότι κατά την διάρκειά του γίνεται η αλλαγή των αμφίων του Ιερέως και της Αγίας τραπέζης από χαροποιά σε πένθιμα, όταν ψάλεται το «μέγα προκείμενο».

Το Μεσονυκτικό, ο Όρθρος και οι Ώρες

Είναι οι Ιερές Ακολουθίες εκείνες που τελούνται καθημερινά το πρωί. Οι Ιερές ακολουθίες αρχίζουν με το Μεσονυκτικό, που σήμερα στο Μοναστήρια γίνεται «εν τω μέσω της νυκτός», και περιλαμβάνει τροπάρια, ψαλμούς, ύμνους και ευχές προς τον Θεό που μας αξιώνει να δούμε το φως την νέας ημέρας. Διακρίνεται σε μεσονυκτικό της Κυριακής, του Σαββάτου, της Τεσσαρακοστής κ.α.

Ακολουθεί η ακολουθία του Όρθρου, που είναι ψαλμοί, τροπάρια και ύμνοι που αναφέρονται κυρίως στο εορταζόμενο άγιο της ημέρας, ή της εορτής, αλλά και ύμνους προς τον Θεό και την Θεοτόκο. Διακρίνεται σε όρθρο της Κυριακής, του Σαββάτου, της εορτής, της Σαρακοστής κ.α.

Οι Ώρες είναι Ακολουθίες που γίνονται σε συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα της ημέρας. Η Α΄ ώρα γίνεται με το τέλος της ακολουθίας του όρθρου, η Γ΄ ώρα γύρω στις 9 το πρωί, η ΣΤ΄ γύρω στις 12 το μεσημέρι και η Θ΄ πριν τον εσπερινό της επόμενης ημέρας, γύρω στις 3 το απόγευμα.

Είναι κατά βάσΙΝ ψαλμοί και τροπάρια, που αναφέρονται στα γεγονότα της ζωής και του πάθους του Κυρίου μας. «Κύριε ο το πανάγιόν σου πνεύμα εν τη Τρίτη ώρα τοις Αποστόλοις σου καταπέμψας…», «ο εν έκτη ημέρα τε και ώρα τω Σταυρώ προσηλώσας…», «ο εν τη ενάτη ώρα δι ημάς σαρκί του θανάτου γευσάμενος…».

Υπάρχουν και οι Μεγάλες και Βασιλικές Ώρες που τελούνται κατά την διάρκεια των Χριστουγέννων, των Θεοφανείων και τη Μ. Παρασκευή, κατά τις οποίες ήταν παρών και ο αυτοκράτορας, εξ ού και Βασιλικές, και αναφέρονται ιδιαίτερα στα μεγάλα γεγονότα της ημέρας που τελούνται από την Εκκλησία μας.

Εκκλησία Online
Αποστολή
Αξιολόγηση επισκεπτών 0 (0 ψήφοι)

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.