Μετά την καταδίκη του από την Α' Οικουμενική Σύνοδο (325 μ.Χ.) ο Άρειος δεν συμμορφώθηκε προς τις αποφάσεις της. Αν και καθαιρέθηκε και εξορίστηκε δεν μετανόησε. Αντίθετα υποκρίθηκε ότι αποδέχεται την ορθόδοξη περί του Υιού διδασκαλία. Υπέβαλε (το 330 ή 331 μ.Χ.) ομολογία πίστεως, αποφεύγοντας προσεκτικά να αναφέρει σ' αυτήν εκφράσεις που τον είχαν εκθέσει (όπως "κτίσμα", "εξ ετέρας ουσίας", "ην ποτέ χρόνος, ότε ούκ ήν ο Υιός" κλπ.), όπως δεν περιέλαβε και διατυπώσεις ορθόδοξες ("ομοούσιος", "εκ της αυτής ουσίας", "εκ της ουσίας του Πατρός" κλπ. Αυτά που ανέφερε πάντως ήταν διφορούμενα τουλάχιστον γι' αυτούς που ήταν γνώστες της ουσίας του θέματος.

Την ομολογία πίστεως του Αρείου έκανε δεκτή ο αυτοκράτορας Μέγας Κωνσταντίνος, επηρεασμένος και από τον Ευσέβιο Νικομηδείας που ήταν συγγενείς της βασιλικής οικογενείας και ένας από τους επικεφαλής των Αρειανών κακοδόξων. Ο Κωνσταντίνος διέταξε να γίνει δεκτός ο Άρειος σε εκκλησιαστική κοινωνία. Ο Αθανάσιος όμως διαβλέποντας την απάτη του Αρείου και όσων τον ακολουθούσαν και με δικαιολογία ότι αυτός είχε καταδικαστεί από οικουμενική σύνοδο, απάντησε σε σχετικό γράμμα του αυτοκράτορα ότι δεν είναι δυνατό να υπάρξει εκκλησιαστική κοινωνία μεταξύ της Ορθοδόξου (καθολικής) Εκκλησίας και μιας αίρεσης που μάχεται και απορρίπτει τη θεότητα του Χριστού.

Πρώτη εξορία

Η ευκαιρία που περίμεναν ο Άρειος, ο Ευσέβιος Νικομηδείας, άλλοι αρειανοί επίσκοποι και οι φανατισμένοι οπαδοί τους είχε δοθεί. Αφού είχαν όλοι αυτοί συνασπιστεί και με την αίρεση των Μελιτιανών έστειλαν αντιπροσωπεία τους στον Κωνσταντίνο και κατηγόρησαν τον Αθανάσιο ότι δήθεν είχε αυθαίρετα επιβάλλει στην Αλεξάνδρεια φόρους για λογαριασμό της Εκκλησίας, ότι τάχα είχε προσφέρει σε κάποιο στασιαστή “λάρνακα χρυσίου μεστήν” για να κάνει εξέγερση κ.ά. Ο Κωνσταντίνος, παρά την εκτίμηση και το θαυμασμό του προς τον Αθανάσιο, υποχώρησε στις πιέσεις, υιοθέτησε τις κατηγορίες και διέταξε να συγκληθεί σύνοδος στην Καισάρεια της Παλαιστίνης για να εξετάσει το θέμα και να λάβει σχετικές αποφάσεις.

Ο Αθανάσιος, όντας βέβαιος για την σε βάρος του σκευωρία δεν πήγε στη σύνοδο και ο Κωνσταντίνος όρισε ως νέο τόπο των εργασιών της την Τύρο της Φοινίκης, απειλώντας τον πατριάρχη Αλεξανδρείας πως θα τον προσαγάγουν δια της βίας αν δεν πήγαινε με τη θέλησή του. Εκείνος πήγε και όπως φοβόταν έγινε: Στη σύνοδο ήταν παρόντες 60 επίσκοποι, όλοι οπαδοί του Αρείου. Οι εχθροί του μεγάλου πρόμαχου της Ορθοδοξίας στις παλιές κατηγορίες πρόσθεσαν και νέες. Οι πιο χαρακτηριστικές, γιατί δείχνουν τη σατανική εφευρετικότητα τους είναι οι εξής:

Το κατηγόρησαν ότι αφού σκότωσε κάποιον επίσκοπο, τον Αρσένιο, που ανήκε πριν στο σχίσμα του Μελετίου, έκοψε το δεξί του χέρι και το χρησιμοποιούσε για μαγεία. Ο Μέγας Κωνσταντίνος διέταξε ανακρίσεις, διαπιστώθηκε ότι ο Αρσένιος ζούσε και τον έφεραν στην σύνοδο. Ο Αθανάσιος δείχνοντας τα δυο χέρια του Αρσενίου είπε στους αδιάντροπους κατηγόρους του: “άλλην χείρα ζητείτω μηδείς, δύο γαρ ανθρώπων έκαστος παρά του ποιητού των όλων εδέξατο χείρας”.

Οι αρειανοί όμως, ανεξάντλητοι συκοφάντες δεν σταμάτησαν τις ραδιουργίες τους προκειμένου να συντρίψουν, αν ήταν δυνατόν, τον ανυποχώρητο πρόμαχο της ορθής πίστεως. Όπως αναφέρουν ο Ρουφίνος και άλλοι εκκλησιαστικοί ιστορικοί, έφεραν στη σύνοδο μια ανήθικη γυναίκα που φώναζε ότι την είχε διαφθείρει ο Αθανάσιος με βία. Τότε εκείνος πήρε μαζί του έναν ιερέα φίλο του, τον Τιμόθεο, και πήγε στη σύνοδο. Ο Τιμόθεος, ενώ ο Αθανάσιος δεν μιλούσε, ρώτησε τη γυναίκα: σε συνάντησα εγώ ποτέ, ήρθα στο σπίτι σου;”. Αυτή, επειδή δεν γνώριζε ούτε κατ’ όψιν τον Αθανάσιο είπε στον Τιμόθεο, περνώντας τον για τον κατηγορούμενο πατριάρχη: “Συ μου την παρθενίαν αφείλου, συ με της σωφροσύνης εγύμνωσας” (δηλαδή, εσύ μου πήρες την παρθενία, εσύ με ξεγύμνωσες από την σωφροσύνη μου). Έτσι αποκαλύφθηκε και αυτή η φοβερή συκοφαντία των αρειανών.

Ο Μέγας Αθανάσιος, για να σωθεί από τις ραδιουργίες και από τη απειλή να τον φονεύσουν, μπήκε σε καράβι που ταξίδευε για την Κωνσταντινούπολη, με σκοπό να παρουσιαστεί στον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο και να ζητήσει την προστασία του. Πρόλαβαν όμως και πάλι οι αιρετικοί και με ψεύτικες κατηγορίες έπεισαν τον βασιλιά όχι μόνο να μην τον δεχτεί σε ακρόαση, αλλά να διατάξει και την εξορία του στη Γαλατία. Εκεί όμως τόσο ο άρχοντας Κωνσταντίνος ο νεότερος (γιος του Μεγάλου Κωνσταντίνου), όσο και ο επίσκοπος Μαξιμίνος υποδέχθηκαν τον Αθανάσιο με μεγάλες τιμές, γιατί εκτιμούσαν τους αγώνες του.

Αυτή ήταν η πρώτη εξορία, που κράτησε 2 χρόνια και 4 μήνες. Επέστρεψε στην Αλεξάνδρεια μετά το θάνατο του Μεγάλου Κωνσταντίνου (το έτος 337 μ.Χ.) και ήδιστα αυτόν εδέξατο ο των Αλεξανδρέων λαός”, όπως αναφέρει ο εκκλησιαστικός ιστορικός Σωκράτης (2, 3).

Δεύτερη εξορία

Όπως ήταν αναμενόμενο, μετά την επιστροφή του και οι αρειανοί δεν έμειναν άπραγοι. Ξανάρχισαν τις σε βάρος του συκοφαντίες, ότι δήθεν ήταν υποκινητής ταραχών, φόνων και στάσεων και ότι είχε χειροτονηθεί χωρίς τη “γνώμη κοινού συνεδρίου των επισκόπων”. Ο Αθανάσιος για να τους αντικρούσει συγκάλεσε στην Αλεξάνδρεια σύνοδο 100 επισκόπων (το έτος 339 μ.Χ.), η οποία αφού απέδειξε ότι όλες οι σε βάρος του κατηγορίες είναι ανυπόστατες, αποφάνθηκε ότι αξιοθρήνητα δεν είναι όσα κάνει ο Αθανάσιος, “αλλά τα παρ’ αυτών γενόμενα”. Οι αρειανοί συγκρότησαν δική τους σύνοδο στην Αντιόχεια, καθαίρεσαν τον Αθανάσιο, όρισαν ως επίσκοπο Αλεξανδρείας τον ημιαρειανό Ευσέβιο τον Εμισηνό και, μετά την άρνηση του, το Γρηγόριο τον Καππαδόκη. Ο Αθανάσιος αναγκάστηκε και πάλι να πάρει τον δρόμο της εξορίας (αρχές του 340 μ.Χ.), ενώ αμέσως εγκαταστάθηκε ο Γρηγόριος ο Καππαδόκης, με τη βία στρατιωτικής συνοδείας, παρά τη γενναία αντίδραση των ορθοδόξων, οι οποίοι υπέστησαν πολλά εκ μέρους των αρειανών, που βοηθούσαν και οι ειδωλολάτρες και οι Ιουδαίοι. Το τι υπέστησαν οι ορθόδοξοι περιγράφεται με ζωντάνια στην εγκύκλιο επιστολή προς τους επισκόπου που έστειλε αργότερα ο Αθανάσιος.

Ο εξόριστος πατριάρχης κατέφυγε στη Ρώμη, όπου βρίσκονταν και άλλοι ορθόδοξοι επίσκοποι της Ανατολής. Έγινε δεκτός με τιμές και αγάπη. Ο πάπας Ιούλιος συγκάλεσε σύνοδο ( 341 μ.Χ.) που διακήρυξε την αθωότητα του Αθανασίου και αποφάνθηκε ότι αυτός είναι ο κανονικός επίσκοπος Αλεξανδρείας. Η ανάμιξη όμως των πολιτικών αρχόντων, εξαιτίας της πίεσης που ασκούσαν οι αρειανοί, περιέπλεξε εκ νέου το θέμα. Ο Κωνστάντιος, μόνος αυτοκράτορας στο δυτικό τμήμα του ρωμαϊκού κράτους, πιεζόμενος από τον αδελφό του Κώνστα, αυτοκράτορα στο ανατολικό τμήμα, συγκάλεσε το 243 μ.Χ. άλλη σύνοδο στη Σαρδική (σημερινή Σόφια), όπου οι μεν 399 δυτικοί επίσκοποι ανανέωσαν την απόφαση της συνόδου της Ρώμης, ενώ πολλοί από τους ανατολικούς που ήταν συνολικά 76 αποχώρησαν, έκαναν άλλη σύνοδο στη Φιλιππούπολη και ανανέωσαν την καθαίρεση του Μεγάλου Αθανασίου, αφόρισαν δε και τον πάπα Ιούλιο, τον όσιο επίσκοπο Κορδούης και άλλους ομόφρονές τους.

Έτσι η δεύτερη εξορία του Αθανασίου παρατάθηκε ως το έτος 346 μ.Χ. Όμως η παραμονή του στη Ρώμη υπήρξε αφορμή να γνωρίσει καλά και να εκτιμήσει η δυτική χριστιανοσύνη τον εκεί περιφρονημένο μέχρι τότε μοναχικό βίο. Πρώτη φορά οι Ρωμαίοι άκουσαν από τον πατριάρχη Αλεξανδρείας για το μοναχισμό, μετά δε το θάνατο του Μεγάλου Αντωνίου (το 356) συνέταξε ο Αθανάσιος το “Βίο και την πολιτεία” του καθηγητού αυτού της ερήμου, μάλλον κατά παράκληση μοναχών της Δύσης.

Μετά από συνεννόηση των αυτοκρατόρων του ανατολικού και δυτικού τμήματος του ρωμαϊκού κράτους και αφού στο μεταξύ είχε πεθάνει ο αντιπατριάρχης Αλεξανδρείας Γρηγόριος, επιτρέπει στον Αθανάσιο να επανέλθει από την εξορία στο θρόνο του. Πράγμα που έγινε τον Οκτώβριο του έτους 235. Η υποδοχή που του επιφυλάχθηκε ήταν θριαμβευτική, περιγράφεται δε με συγκλονιστικές εικόνες και λεπτομέρειες από τον άγιο Γρηγόριο το Θεολόγο (“Είς Αθανάσιον”, κεφ. 27 και 29).

Τρίτη εξορία

Ο Αθανάσιος επιδόθηκε αμέσως στο ποιμαντικό του έργο, χωρίς να παύσει το κήρυγμα, τις συγγραφές και τους αγώνες του για τον προάσπιση και κατοχύρωση της ορθόδοξης πίστης, την οποία απειλούσαν αδιάκοπα τόσο οι αιρετικοί, όσο και άλλες αιρετικές διδασκαλίες. Γι’ αυτό και πολύ λίγο μπόρεσε να μείνει χωρίς ταραχές στον πατριαρχικό θρόνο. Μόλις το 350 δολοφονήθηκε ο Κώνστας και μονοκράτορας πλέον έμεινε ο Κωνστάντιος, που ήταν φίκος των αρειανών, εκείνοι άρχισαν και πάλι να κατηγορούν τον Αθανάσιο και να προσπαθούν να τον εξοντώσουν. Με δύο συνόδους που έκαναν (στην Αρελάτη το 353 και στα Μεδιόλανα το 355) τον καταδίκασαν σε νέα καθαίρεση. Στις 8 Φεβρουαρίου του 356 ο στρατηλάτης Συριανός με 5000 στρατιώτες ξιφοφόρους περικύκλωσαν το ναό του αγίου Θεωνά, όπου ο Αθανάσιος τελούσε παννυχίδα παρουσία πολλών ορθοδόξων, και κακοποίησαν όσους μπόρεσαν. Φίλοι και αφοσιωμένοι στον Αθανάσιο χριστιανοί τον φυγάδευσαν από το ναό στην έρημο, όπου πέρασε έξι χρόνια (356-362), με κινδύνους και στερήσεις, αλλά και με αξιοθαύμαστο ποιμαντικό και συγγραφικό έργο.

Οι ελέγχοντες την κατάσταση εγκατέστησαν επίσκοπο Αλεξανδρείας κάποιον Γεώργιο, τον οποίο ο Γρηγόριος ο Θεολόγος χαρακτηρίζει “τέρας Καππαδόκιον, πονηρόν το γένος, πονητότερον την διάνοιαν”. Αυτός καταδίωξε πολύ σκληρά τους ορθοδόξους. Σε 20 μήνες αναγκάσθηκε να φύγει από την Αλεξάνδρεια και όταν ζήτησε να επιστρέψει σκοτώθηκε από το πλήθος σε κάποια στάση του. Στο μεταξύ πέθανε και ο αυτοκράτορας Κώνστας και το Φεβρουάριο του 362 ο Αθανάσιος επανήλθε από την έρημο στον πατριαρχικό θρόνο.

Τέταρτη εξορία

Στον αυτοκρατορικό τώρα θρόνο είχε καθίσει ο Ιουλιανός, που αποκλήθηκε Παραβάτης. Ενώ δε ο Αθανάσιος μεριμνούσε με όλες τις δυνάμεις για να αποκαταστήσει την εκκλησιαστική τάξη και με τη ζωή και το κήρυγμα του συντελούσε στο να ασπάζονται τη χριστιανική πίστη πολλοί ειδωλολάτρες, τα αντίθετα επεδίωκε ο Ιουλιανός. Όντας ο ίδιος ειδωλολάτρης, αγωνιζόταν να επαναφέρει την αρχαία πολυθεϊστική θρησκεία στο προσκύνιο. Γι’ αυτό και όταν πληροφορήθηκε για την δράση του Αθανασίου και τα αποτελέσματα της μεταξύ των εθνικών (ειδωλολατρών) και ειδικά επειδή “ετόλμησεν ελληνίδας γυναίκας των επισήμων βαπτίσαι” (δηλαδή, τόλμησε να βαπτίσει χριστιανές κάποιες γυναίκες που ανήκαν στην ανώτερη τάξη των ειδωλολατρών), έδωσε εντολή να εξοριστεί και πάλι από την Αλεξάνδρεια.

Φεύγοντας από την πόλη (Οκτώβριος 362) κι ενώ αποχαιρετούσε τους ορθοδόξους είδε πολλούς απ’ αυτούς δακρυσμένους. Τους παρηγόρησε με την παροιμιώδη φράση: “Θαρρείτε νεφύδριον έστι και θάττον παρελεύσεται” (έχετε θάρρος, συννεφάκι είναι και γρήγορα θα περάσει). Εξόριστος και πάλι πήγε στην περιοχή της Θηβαΐδας και φιλοξενήθηκε από τους εκεί ασκητές, μέχρι που “πέρασε το νεφύδριο” του Ιουλιανού, ο οποίος πέθανε το επόμενο έτος 363. Ο διάδοχός του Ιοβιανός (363-364) επέτρεψε στον Αθανάσιο να επιστρέψει στην Αλεξάνδρεια.

Πέμπτη εξορία

Και πάλι λίγο κράτησε η ηρεμία στο θρόνο. Τον Ιοβιανό διαδέχτηκε ο Ουαλεντιανός Α’ (364-375), που ονόμασε συνάρχοντά του στην Ανατολή τον αδελφό του Ουάλεντα. Αυτός ήταν οπαδός του Αρείου και ο Αθανάσιος αναγκάσθηκε για πέμπτη φορά να πάρει το δρόμο της εξορίας, τον Οκτώβριο του έτους 365. Αυτή τη φορά, όπως αναφέρουν κάποιοι, κρυβόταν “εν πατρώω μνήματι”. Αλλά μέσα σε τέσσερις μήνες, επειδή ο Ουάλης φοβήθηκε μήπως από την αγανάκτηση “στασιάσουν” οι ορθόδοξοι φίλοι του Αθανασίου, ανακάλεσε την απόφαση του και ο πατριάρχης επανήλθε στον θρόνο του. Έκτοτε και μέχρι το θάνατό του (2 Μαΐου 373) έμεινε χωρίς διωγμούς και επιτελούσε το έργο του. Σημειώνεται πάντως ότι διετέλεσε πατριάρχης Αλεξανδρείας επί 46,5 χρόνια, από τα οποία όμως βρισκόταν σε εξορίες 16 χρόνια και 2 μήνες.

Οι πέντε εξορίες του Μεγάλου Αθανασίου:

Α’ Ιούλιος 335 – Νοέμβριος 337
Β’ Μάρτιος 340 – Οκτώβριος 346
Γ’ Φεβρουάριος 356 – Φεβρουάριος 362
Δ’ Οκτώβριος 362 – Σεπτέμβριος 363
Ε’ Οκτώβριος 365 – Ιανουάριος 366

Εκκλησία Online
Αποστολή
Αξιολόγηση επισκεπτών 5 (1 ψήφος)

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.