Στις 15 Μαΐου, ο Πάπας Λέων ΙΔ΄ υπέγραψε ένα κείμενο για την τεχνητή νοημοσύνη και την ηθική, ένα θέμα που βρίσκεται στο επίκεντρο των συζητήσεων του Βατικανού εδώ και μία δεκαετία περίπου. Δέκα ημέρες αργότερα, στα τέλη Μαΐου, το παρουσίασε επισήμως στην παγκόσμια κοινότητα με τον τίτλο «Magnifica Humanitas» («Μεγαλειώδης Ανθρωπότητα») και τον υπότιτλο «Για τη διαφύλαξη του ανθρώπινου προσώπου στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης».

Η επιλογή της ημερομηνίας δεν ήταν τυχαία. Πριν από 135 χρόνια, ο προκάτοχός του και συνονόματός του, Πάπας Λέων ΙΓ΄, είχε δημοσιεύσει την εγκύκλιο Rerum Novarum.

«Ο Πάπας Λέων ΙΔ΄ επέλεξε το παπικό του όνομα θέλοντας να τονίσει τη συνέχεια με τον Πάπα Λέοντα ΙΓ΄: η εγκύκλιός του Rerum Novarum του 1891 είχε θέσει τα θεμέλια της κοινωνικής διδαχής της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας – μια απάντηση στις προκλήσεις της τότε Βιομηχανικής Επανάστασης· η νέα εγκύκλιος εντάσσει την τεχνητή νοημοσύνη στην ίδια παράδοση της κοινωνικής διδαχής, πλάι στις εγκυκλίους Laudato Si’ και Fratelli Tutti», ανέφερε στο Orthodox Observer η καθηγήτρια του Πανεπιστημίου του Northwestern, Δρ Gayle Woloschak.

Η εγκύκλιος Rerum Novarum («Περί των νέων πραγμάτων») υπήρξε, όπως σημειώνει η καθηγήτρια του Πανεπιστημίου του Harvard, Jill Lepore, στο περιοδικό The New Yorker, «ένα κατηγορώ απέναντι στη βαθιά οικονομική ανισότητα που είχε επιφέρει η Βιομηχανική Επανάσταση».

«Πολλά πράγματα είναι νέα. Κι άλλα πολλά είναι παλιά. Ο Λέων ΙΓ΄ είχε στραφεί εναντίον των μεγιστάνων της εποχής των μονοπωλίων· ο Λέων ΙΔ΄ στρέφεται εναντίον των τεχνολογικών κολοσσών» αναφέρει η Jill Lepore.

Παρουσιάζοντας το κείμενο, ο Πάπας Λέων ΙΔ΄ δήλωσε ότι καλείται να αντικρίσει «τις μεγάλες αλλαγές της εποχής μας με τα μάτια της πίστεως, με τη διαύγεια της λογικής, με σεβασμό προς το μυστήριο, με την κραυγή των αδυνάτων και της κτίσεως» να αντηχεί στην καρδιά του. Κάνοντας λόγο για «μεγάλες αλλαγές», ο Πάπας αναφέρεται στην τεχνητή νοημοσύνη.

Η εγκύκλιος ξεκινά με εκείνα που ο Πάπας Λέων αποκαλεί res novae, τα «νέα πράγματα» του καιρού μας, αναγνωρίζοντας παράλληλα ότι το όλο ζήτημα γενικότερα παραμένει ανοιχτό και απέχει πολύ από το να έχει κατανοηθεί πλήρως. Όπως σημειώνει, τα τελευταία χρόνια «έχει γίνει φανερό πόσο γρήγορα και σε πόσο μεγάλο βαθμό η ψηφιοποίηση, η τεχνητή νοημοσύνη και η ρομποτική μεταμορφώνουν τον κόσμο μας».

Σπεύδει, ωστόσο, να διευκρινίσει ότι η τεχνολογία δεν αποτελεί από μόνη της εχθρό της ανθρωπότητας. Από την απαρχή της ανθρώπινης ιστορίας υπήρξε «μια βαθιά ανθρώπινη πραγματικότητα», εφόσον διαθέτει τη δύναμη «να θεραπεύει, να φέρνει τους ανθρώπους πιο κοντά, να εκπαιδεύει και να προστατεύει το κοινό μας σπίτι». Την ίδια στιγμή, όμως, μπορεί και «να διχάσει τους ανθρώπους, να οδηγήσει στον αποκλεισμό και να δημιουργήσει νέες μορφές αδικίας».

«Θα μπορούσαν να ειπωθούν πολύ περισσότερα για αυτή την πολυδιάστατη εγκύκλιο» είπε ο π. Nicolas Kazarian, Υπεύθυνος του Τμήματος Διορθόδοξων, Οικουμενικών και Διαθρησκειακών Σχέσεων της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αμερικής. «Αξίζει, ωστόσο, να σημειωθεί μία τελευταία παρατήρηση: είναι σαφές ότι η εγκύκλιος δεν απευθύνεται μόνο στους Ρωμαιοκαθολικούς».

«Η οικουμενική της διάσταση είναι εμφανής και ιδιαιτέρως σημαντική. Οι προκλήσεις που θέτει η τεχνητή νοημοσύνη, καθώς και τα ηθικά ερωτήματα που εγείρει, δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν μεμονωμένα» συμπλήρωσε.

Σχολιάζοντας την εγκύκλιο για το Orthodox Observer, η Δρ Sarah Riccardi-Swartz (Πανεπιστήμιο του Northeastern) επεσήμανε ότι κεντρική θέση στο κείμενο του Πάπα κατέχει η αντίληψη πως «η χρήση της τεχνητής νοημοσύνης δεν αποτελεί ένα αμιγώς τεχνικό ζήτημα. Η τεχνητή νοημοσύνη χρησιμοποιείται σε τομείς που ασκούν επιρροή στη ζωή των ανθρώπων και επηρεάζει, μ’ αυτόν τον τρόπο, και τα δικαιώματά τους, καθορίζει τις ευκαιρίες που έχουν στη διάθεσή τους, διαμορφώνει την κοινωνική τους θέση και μπορεί να διευρύνει ή να περιορίσει την ελευθερία τους. Η τεχνητή νοημοσύνη δεν είναι ηθικά ουδέτερη και η χρήση της θα έχει βαθύ αντίκτυπο όχι μόνο στη δική μας τη γενιά αλλά και στις επόμενες, προσδιορίζοντας τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την αλήθεια, καθώς και τις κοινωνικές και ηθικές μας ευθύνες».

Αυτό που πραγματικά ανησυχεί τον Πάπα Λέοντα είναι η σχεδόν μοιρολατρική στάση της κοινωνίας απέναντι στην τεχνητή νοημοσύνη. Περιγράφει έναν κόσμο όπου λίγοι είναι αυτοί που σπεύδουν να χτίσουν το μέλλον, κάποιοι εξετάζουν κριτικά την πορεία αυτών των εξελίξεων και «οι περισσότεροι απλώς παρακολουθούν και περιμένουν, παρατηρώντας από απόσταση και ελπίζοντας ότι όλα θα εξελιχθούν προς το καλύτερο». Απέναντι σε αυτή τη μοιρολατρική στάση στρέφει κυρίως την κριτική του ο Πάπας.

Ο Dan Rober, αναπληρωτής καθηγητής Καθολικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Sacred Heart, δήλωσε στο Vox ότι η ανησυχία του Πάπα έγκειται ακριβώς στο «να μην υποτασσόμαστε στη λογική του αναπόφευκτου όσον αφορά την τεχνητή νοημοσύνη, αλλά να θέτουμε κρίσιμα ερωτήματα και να αντιστεκόμαστε όπου αυτό είναι αναγκαίο, προτού να είναι αργά».

Για να καταστήσει σαφές αυτό το διακύβευμα, ο Πάπας Λέων επιστρατεύει δύο βιβλικές απεικονίσεις.

Η πρώτη είναι ο Πύργος της Βαβέλ από τη Γένεση: μια πόλη και ένας πύργος που οικοδομήθηκαν «για να φθάνει η κορυφή τους έως τον ουρανό», δίχως καμία αναφορά στον Θεό, πάνω «σε μια ομοιομορφία που εξάλειφε τη διαφορετικότητα». Κατά την ερμηνεία του Πάπα, η Βαβέλ «αποκαλύπτει τα όρια κάθε εγχειρήματος που ως μεγαλεπήβολο, στηρίζεται στην αυτοεπιβεβαίωση, θυσιάζει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια στον βωμό της αποτελεσματικότητας και επιχειρεί να φθάσει στον ουρανό χωρίς την ευλογία του Θεού».

Η δεύτερη είναι η ανοικοδόμηση της Ιερουσαλήμ επί Νεεμία, όπου τα κατεστραμμένα τείχη υψώνονται ξανά «όχι χάρη στην πρωτοβουλία ενός ανθρώπου, αλλά μέσα από τη συνεργασία και τη συνεισφορά όλων».

Από αυτές τις δύο απεικονίσεις αναδύεται και η κεντρική προβληματική της εγκυκλίου. «Η βασική επιλογή», σημειώνει ο Πάπας Λέων, «δεν είναι ανάμεσα σε μια κατάφαση ή μια άρνηση της τεχνολογίας, αλλά ανάμεσα στην οικοδόμηση μιας νέας Βαβέλ και στην ανοικοδόμηση της Ιερουσαλήμ».

Μ’ αυτόν τον τρόπο, ο Πύργος της Βαβέλ προβάλλεται ως μια απεικόνιση των κινδύνων που εγκυμονεί τόσο η ομοιομορφία, όσο και η τυποποίηση σε μια εποχή όπου η τεχνολογία λειτουργεί ως κοινή γλώσσα για ολόκληρο τον κόσμο. Ο Νεεμίας, αντίθετα, προσφέρει το αντίδοτο: την κοινή και ανιδιοτελή προσπάθεια, αφού «έχει στον καθένα ανατεθεί ένα τμήμα του τείχους δικό του: στους επιστήμονες, τους ερευνητές, τους επιχειρηματίες και τους εργαζομένους, τους εκπαιδευτικούς και τους νομοθέτες, στις διάφορες οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, στα λαϊκά κινήματα και στις θρησκευτικές κοινότητες».

Πώς, όμως, μπορούν δύο αρχαίες βιβλικές απεικονίσεις να φωτίσουν τις δυνατότητες, αλλά και τους κινδύνους μιας τεχνολογίας που έγινε ευρύτερα γνωστή στο κοινό τα τελευταία μόλις χρόνια; Ο Πάπας Λέων θέτει εξαρχής μια διάκριση στην οποία επανέρχεται διαρκώς: ό,τι κι αν είναι αυτά τα συστήματα, δεν είναι άνθρωποι.

«Οι λεγόμενη τεχνητή νοημοσύνη δεν έχει βιώματα, δεν διαθέτει σώμα, δεν αισθάνεται χαρά ή πόνο, δεν ωριμάζει μέσα από σχέσεις και δεν γνωρίζει εκ των έσω τι σημαίνουν η αγάπη, η εργασία, η φιλία ή η ευθύνη» σημειώνει ο Πάπας Λέων, ενδεικτικά.

Ο κίνδυνος, για αυτόν, δεν είναι να περάσει κάποιος ένα chatbot για άνθρωπο, αλλά να συνηθίσει τόσο πολύ σε αυτές τις εύκολες ψηφιακές απομιμήσεις της ανθρώπινης επικοινωνίας, ώστε «να χάσει σταδιακά την επιθυμία για μια αληθινή ανθρώπινη σχέση».

«Όταν τα λόγια παράγονται τεχνητά», γράφει χαρακτηριστικά, τότε και «δεν δημιουργούν γνήσιες κι αληθινές σχέσεις, αλλά μόνο την ψευδαίσθησή τους».

Ο Πάπας Λέων «εντοπίζει στην τεχνητή νοημοσύνη τον κίνδυνο μιας νέας μορφής απανθρωποποίησης και στη συνέχεια αναφέρεται καθαρά σε εκείνα ακριβώς τα στοιχεία της ανθρώπινης ύπαρξης που αξίζει να διαφυλαχθούν» γράφει ο Gal Beckerman, συγγραφέας και αρθρογράφος του The Atlantic. «Για έναν αλγόριθμο, το λάθος είναι ένα σφάλμα που πρέπει να διορθωθεί· για τον άνθρωπο, όμως, μπορεί να αποτελέσει αφετηρία μιας βαθύτερης μεταμόρφωσης» προειδοποιεί ο Πάπας Λέων.

Ο ίδιος δανείζεται από τον Πάπα Φραγκίσκο την έννοια του «τεχνοκρατικού παραδείγματος», όπως διατυπώνεται στην εγκύκλιο Laudato Si’: πρόκειται για μια τάση «να λαμβάνονται αποφάσεις (προσωπικού, κοινωνικού ή οικονομικού χαρακτήρα) με μοναδικό γνώμονα την αποτελεσματικότητα, τον έλεγχο και το κέρδος». Παρατηρεί, μάλιστα, ότι οι μηχανισμοί που κινούν αυτό το πρότυπο δεν ελέγχονται πλέον από τα κράτη.

Οι βασικοί φορείς της τεχνολογικής ανάπτυξης είναι πλέον «ιδιωτικοί, συχνά υπερεθνικοί παράγοντες» και διαθέτουν «περισσότερους πόρους από κάποιες κυβερνήσεις». Όταν μια τέτοια ισχύς «συγκεντρώνεται στα χέρια λίγων», συνεχίζει ο Πάπας, «τείνει να λειτουργεί χωρίς διαφάνεια και να ξεφεύγει από τον δημόσιο έλεγχο».

Η απάντηση που προτείνει είναι ο «αφοπλισμός» της τεχνητής νοημοσύνης. Στόχος του είναι να αποσυνδεθεί η τεχνολογική ισχύς από την εξουσία λήψης αποφάσεων, ώστε η τεχνητή νοημοσύνη να μη μετατραπεί σε μέσο οικονομικής, πολιτικής ή στρατιωτικής κυριαρχίας των λίγων.

Στη συνέχεια, ο Πάπας Λέων αναφέρεται στην αλυσίδα παραγωγής που βρίσκεται πίσω από την τεχνητή νοημοσύνη, στρέφοντας το βλέμμα του στο ανθρώπινο τίμημα που κρύβεται πίσω από τις φαινομενικά αβίαστες απαντήσεις της. Τίποτε στον κόσμο της τεχνητής νοημοσύνης, θα πει, «δεν είναι άυλο ή μαγικό». Ένα τεράστιο και σε μεγάλο βαθμό αόρατο εργατικό δυναμικό, αποτελούμενο από νέες γυναίκες, που εργάζονται συχνά «για ελάχιστες αμοιβές», κατηγοριοποιεί δεδομένα και ελέγχει το βίαιο ή τραυματικό περιεχόμενο που κυκλοφορεί στο διαδίκτυο, ενώ σε άλλες γωνιές του κόσμου παιδιά σπάζουν πέτρες για την εξόρυξη σπανίων γαιών.

«Το ανθρώπινο κορμί τους σημαδεύεται, τραυματίζεται, φθείρεται, προκειμένου να συνεχιστεί απρόσκοπτα η λειτουργία αυτών των συστημάτων» σημειώνει ο Πάπας Λέων, χαρακτηριστικά. Το γεγονός αυτό συνιστά, κατά τον ίδιο, μια νέα μορφή δουλείας. Παράλληλα, θα επισημάνει και μια δεύτερη, πιο δυσδιάκριτη μορφή εκμετάλλευσης. «Ακόμη και σήμερα», γράφει, «η αποικιοκρατία μπορεί να πάρει νέες μορφές. Δεν κυριαρχεί πλέον μόνο στο ανθρώπινο σώμα, αλλά οικειοποιείται και τα δεδομένα τους, μετατρέποντας την προσωπική ζωή σε εμπόρευμα».

Ιατρικοί φάκελοι, γενετικοί χάρτες, επιδημιολογικά προφίλ: όλα αυτά, υποστηρίζει ο Πάπας Λέων, έχουν καταστεί οι νέες «σπάνιες γαίες» της κάθε εξουσίας. Όποιος ελέγχει τα δεδομένα της υγείας ολόκληρων πληθυσμών μπορεί να αποφασίζει πριν από όλους τους άλλους «σε ποιους θα διατεθούν φάρμακα, πού θα γίνουν επενδύσεις και τι είδους μέτρα προστασίας θα παρθούν». Πρόκειται για την εικόνα μιας «κουλτούρας της αναλωσιμότητας» που επεκτείνεται πλέον και στην ψηφιακή οικονομία αντιμετωπίζοντας τον άνθρωπο, στην καλύτερη περίπτωση, ως ένα απλό γρανάζι στην υπηρεσία ενός ευρύτερου μηχανισμού.

«Παρότι το κείμενο αντλεί σε μεγάλο βαθμό από τη μακρά παράδοση της διδασκαλίας του Magisterium, είναι εξίσου φανερό ότι πρόκειται για κάτι νέο» δήλωσε στο Orthodox Observer ο π. Nicholas Kazarian. «Μέσα από την αναφορά στην τεχνητή νοημοσύνη και στις ποικίλες της εκφάνσεις, ο Πάπας Λέων αξιοποιεί την ευκαιρία να ανατρέξει στα κρίσιμα θέματα μιας κοινωνικής διδαχής της Εκκλησίας».

«Αξιοσημείωτη είναι» συνεχίζει ο π. Nicholas, «η βαθιά και αφοπλιστική ειλικρίνεια με την οποία το κείμενο κάνει λόγο για τις αποτυχίες του παρελθόντος, ιδίως σε σχέση με τη δουλεία: “Είναι αδύνατον να μη νιώθει κανείς βαθιά θλίψη όταν αναλογίζεται τον απέραντο πόνο και την ταπείνωση που υπέστησαν τόσοι άνθρωποι: η αξιοπρέπεια του ανθρώπινου προσώπου, που είναι απείρως αγαπητό στον Κύριο, ποδοπατήθηκε. Για τον λόγο αυτό, εξ ονόματος της Εκκλησίας, ζητώ ειλικρινά συγγνώμη”».

«Αυτή η διάθεση αυτοκριτικής και μετανοίας ανοίγει τον δρόμο για μια ουσιαστική ηθική αποτίμηση των σύγχρονων μορφών κυριαρχίας» προσθέτει ο π. Nicholas, «συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που συνδέονται με την τεχνητή νοημοσύνη, η οποία μπορεί να γίνει ένα νέο μέσο άσκησης εξουσίας, πρόκλησης συγκρούσεων ή ακόμη και διεξαγωγής πολέμου».

Πράγματι, οι πιο σοβαρές επισημάνσεις του Πάπα Λέοντος αφορούν το ζήτημα του πολέμου. Δεν μπορούμε, προειδοποιεί, να θεωρούμε αποδεκτό ότι ένας αλγόριθμος θα επιλέγει αυτόνομα και τον στόχο που θα πληγεί. «Η ηθική κρίση υπερβαίνει κάθε μορφή υπολογισμού», γράφει, «διότι προϋποθέτει συνείδηση, προσωπική ευθύνη και την αναγνώριση του άλλου ως προσώπου. Επομένως, δεν είναι θεμιτό να ανατίθενται σε τεχνητά συστήματα αποφάσεις που μπορεί να οδηγήσουν στον θάνατο ή να έχουν άλλες, μη αναστρέψιμες συνέπειες. Κανένας αλγόριθμος δεν μπορεί να καταστήσει τον πόλεμο ηθικά αποδεκτό».

Ο φόβος του είναι ότι η αυτοματοποίηση θα καταστήσει την αφαίρεση της ανθρώπινης ζωής ταχύτερη και πιο απρόσωπη, μειώνοντας ολοένα και περισσότερο «τους ενδοιασμούς απέναντι στη χρήση βίας», έως ότου συνηθίσουμε την ιδέα ότι η βία είναι αναπόφευκτη και ότι «απλώς χρειάζεται να γίνει πιο αποτελεσματική». Ήδη, οι ένοπλες συγκρούσεις διεξάγονται με τη συνδρομή αυτοματοποιημένων συστημάτων που απομακρύνουν τη λήψη αποφάσεων από το ανθρώπινο πρόσωπο και την ανθρώπινη ευθύνη. Όλα αυτά συνδέονται, κατά τον Πάπα Λέοντα, με μια «κουλτούρα ισχύος», η οποία ενισχύεται όταν ο πόλεμος αντιμετωπίζεται ως κάτι φυσιολογικό, όταν επιδιώκεται μια ολοένα και μεγαλύτερη στρατιωτική ισχύς και όταν καλλιεργείται η αντίληψη πως δεν υπάρχει εναλλακτική λύση».

Ο κίνδυνος, κατά τον Πάπα Λέοντα, αγγίζει και την ίδια τη δημοκρατία. Ο Paolo Carozza, καθηγητής Νομικής στο Πανεπιστήμιο Notre Dame και συμπροεδρεύων του Εποπτικού Συμβουλίου της Meta, ανέφερε στο TechCrunch ότι τα παραποιημένα βίντεο και οι εικόνες που δημιουργούνται με τη βοήθεια της τεχνητής νοημοσύνης έχουν «διαβρώσει την ικανότητά μας να διακρίνουμε το αληθινό από το ψευδές», με συνέπειες που χαρακτήρισε θεμελιώδεις τόσο για τη δημοκρατική ζωή όσο και για αυτό που ονομάζει «γνωστική ελευθερία».

Η εναλλακτική πρόταση που προβάλλει ο Πάπας Λέων είναι εκείνη που ο Πάπας Παύλος ΣΤ΄ είχε ονομάσει ήδη πριν από δεκαετίες ως «πολιτισμό της αγάπης». Η πρόταση αυτή καλεί τους χριστιανούς να αντιμετωπίσουν τον ψηφιακό κόσμο «ως μια νέα ήπειρο προς ευαγγελισμό», να διαφυλάξουν «συνθήκες και δυνατότητες όπου η φυσική παρουσία παραμένει αναντικατάστατη» και να διασφαλίσουν ότι «οι “λίθοι που απέρριψαν οι οικοδομούντες”, οι φτωχοί, οι ασθενείς, οι μετανάστες και οι ελάχιστοι αδελφοί μας, θα αποτελέσουν τον ακρογωνιαίο λίθο» για κάθε οικοδόμημα του μέλλοντος.

Κατά την παρουσίαση της εγκυκλίου, στο πλευρό του Πάπα Λέοντος βρέθηκε ο Christopher Olah, συνιδρυτής της εταιρείας της τεχνητής νοημοσύνης Anthropic. Ορισμένοι επικριτές χαρακτήρισαν την παρουσία του ως ένα είδος «popewashing», ως απόπειρα, δηλαδή, άντλησης κύρους και νομιμοποίησης μέσω του Πάπα.

«Φανταστείτε τον Λέοντα ΙΓ΄ να είχε προσκαλέσει τον John D. Rockefeller να παρακολουθήσει μια ομιλία του για την αξιοπρέπεια της εργασίας» έγραψε ο Matthew Walther, εκδότης του καθολικού λογοτεχνικού περιοδικού The Lamp.

Άλλοι, πάλι, το εκτίμησαν ως πρόθεση του Βατικανού να συμμετάσχει ενεργά στις εξελίξεις της υψηλής τεχνολογίας. Ο Olah, ο οποίος περιγράφει τον εαυτό του ως επιστήμονα που μελετά αυτά που συμβαίνουν στο εσωτερικό των μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης, δήλωσε στο ακροατήριο:

«Για να πω την αλήθεια, συνεχώς ανακαλύπτουμε πράγματα μυστηριώδη, ακόμη και ανησυχητικά. Εντοπίζουμε δομές που θυμίζουν ευρήματα της ανθρώπινης νευροεπιστήμης. Βρίσκουμε ενδείξεις ενδοσκόπησης. Παρατηρούμε εσωτερικές καταστάσεις που, λειτουργικά, προσομοιάζουν στη χαρά, στην ικανοποίηση, στον φόβο, στη θλίψη και στην ανησυχία. Δεν γνωρίζω τι ακριβώς σημαίνει αυτό, αλλά πιστεύω ότι απαιτεί τη συνεχή προσοχή και τον προβληματισμό μας».

Και συνέχισε: «Αν αυτή η τεχνολογία πρόκειται να διαμορφώσει το μέλλον μας, τότε πρέπει να υπηρετήσει το κοινό μας σπίτι και τις γενιές που έρχονται».

«Ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την Ορθόδοξη θεολογική προσέγγιση παρουσιάζει και η σύνδεση που επιχειρεί η εγκύκλιος ανάμεσα στην τεχνητή νοημοσύνη και τον διανθρωπισμό (transhumanism), την επιδίωξη, δηλαδή, να υπερβεί ο άνθρωπος τα όρια της φύσης του μέσω της τεχνολογικής αυτοτελείωσης» σχολίασε στο Orthodox Observer η Δρ Gayle Woloschak. «Το κατά πόσον η ραγδαία ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης συνδέεται πράγματι στενά με τον διανθρωπισμό είναι ένα ζήτημα που επιδέχεται συζήτηση. Ωστόσο, η θεολογική απάντηση που δίνει ο Πάπας Λέων είναι ιδιαίτερα αξιοσημείωτη: για τους χριστιανούς, το να υπερβεί ο άνθρωπος τα όρια της φύσης του δεν αποτελεί τεχνολογικό εγχείρημα αλλά ένα κάλεσμα της χάριτος και του χριστιανικού ανθρωπισμού, μια πρόσκληση να υπερβεί κανείς τον εαυτό του και να φθάσει στην πληρότητα του ανθρώπινου προσώπου».

Ορισμένοι επικριτές υποστηρίζουν ότι η εγκύκλιος ασχολείται πολύ λιγότερο με τις δυνατότητες που προσφέρει αυτή η μετασχηματιστική τεχνολογία.

«Ως προς τα συγκεκριμένα οφέλη που θα μπορούσε να προσφέρει η τεχνητή νοημοσύνη, ο Πάπας Λέων παραμένει σε μεγάλο βαθμό σιωπηλός. Οι προειδοποιήσεις του είναι αναλυτικές και εκτενείς· οι αναφορές του στις θετικές προοπτικές, αντιθέτως, σύντομες και μάλλον τυπικές» θα παρατηρήσει ο Francis X. Rocca στο The Atlantic. Η Wall Street Journal υποστηρίζει ότι ο Πάπας Λέων επαναλαμβάνει «τις πιο απαισιόδοξες προβλέψεις» υποβαθμίζοντας τα οφέλη της τεχνολογίας και δείχνοντας υπερβολική εμπιστοσύνη «ένα καλοπροαίρετο κράτος».

Άλλοι, πάλι, διερωτώνται κατά πόσον η εγκύκλιος αυτή μπορεί πράγματι να επηρεάσει την πορεία που ακολουθεί σήμερα η τεχνητή νοημοσύνη.

Όπως σχολιάζει ο Simon Mundy στους Financial Times, ακόμη και στελέχη που ανησυχούν για τους κινδύνους της ταχύτατης ανάπτυξης αισθάνονται υποχρεωμένα να συνεχίσουν να τρέχουν σε αυτόν τον αγώνα δρόμου, φοβούμενα ότι διαφορετικά θα μείνουν πίσω και στην ίδια λογική ανταγωνισμού είναι παγιδευμένες και οι κυβερνήσεις. Η Guardian εντόπισε την ίδια λογική και πίσω από την απόφαση του Προέδρου Τραμπ να αναβάλει ένα εκτελεστικό διάταγμα που προέβλεπε υποχρεωτικούς ελέγχους ασφαλείας για τα νέα μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης.

Από την άλλη, η Guardian, σε κύριο άρθρο της, επαίνεσε το μήνυμα του Πάπα, υποστηρίζοντας ότι ξεσκεπάζει την αλαζονεία και το έλλειμμα λογοδοσίας κάποιων ισχυρών παραγόντων της Silicon Valley, οι οποίοι “αποτελούν απειλή για το κοινό καλό”. Κατά την εφημερίδα, μόνο η κρατική ρύθμιση μπορεί να διασφαλίσει τα οφέλη της τεχνητής νοημοσύνης για το κοινό καλό». Γράφοντας στο Spectator, ο Michael Gove προχώρησε σε έναν εύγλωττο ιστορικό παραλληλισμό: όσοι καθοδηγούν σήμερα τα μεγαλύτερα εργαστήρια της τεχνητής νοημοσύνης διαθέτουν «ισχύ συγκρίσιμη με εκείνη των Oppenheimer και Fermi στο παρελθόν». Δεν ενεργούν, ωστόσο, «ως εκπρόσωποι δημοκρατικών κρατών, αλλά ως φιλόδοξοι επιχειρηματίες εγκλωβισμένοι σε μια διελκυστίνδα προσωπικής επικράτησης».

«Ο Πάπας έχει δίκιο να τονίζει ότι μέρος της ανθρώπινης εμπειρίας είναι να αναγνωρίζουμε τα όριά μας, τις ανασφάλειες και τις αδυναμίες μας, καθώς και τη θνητή φύση μας» ανέφερε στο Orthodox Observer ο Δρ Αριστοτέλης Παπανικολάου (Πανεπιστήμιο του Fordham). «Ίσως η τεχνητή νοημοσύνη μάς βοηθήσει τελικά να αποδεχθούμε την πλευρά αυτή της ανθρώπινης φύσης με μια ανάλογη ευσπλαχνία όπως του Θεού».

Εκκλησία Online
Γράψε το σχόλιό σου

Αφήστε μια απάντηση

Comment moderation is enabled. Your comment may take some time to appear.