Την Κυριακή 12 Ιουλίου 2026, εορτή του οσίου Παϊσίου του Αγιορείτου, ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Βεροίας, Ναούσης και Καμπανίας κ. Παντελεήμων λειτούργησε και κήρυξε τον θείο λόγο στον Ιερό Ναό Τιμίου Προδρόμου στην ορεινή Καστανιά στο Βέρμιο.
«Ἔχοντες χαρίσματα κατά τήν χάριν τήν δοθεῖσαν ἡμῖν διάφορα».
Μέ τούς λόγους αὐτούς ἀπό τήν ἐπιστολή του πρός τούς χριστιανούς τῆς Ρώμης, πού ἀκούσαμε στό σημερινό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα, ἐπιχειρεῖ ὁ πρωτοκορυφαῖος ἀπόστολος Παῦλος νά ἑρμηνεύσει τίς διαφορές μεταξύ τῶν ἀνθρώπων.
Ὁ ἴδιος ὁ μέγας ἀπόστολος εἶχε σέ διάφορες εὐκαιρίες ὑπεραμυνθεῖ τήν ἰσότητα τῶν ἀνθρώπων.
«Οὐκ ἔνι Ἰουδαῖος οὐδέ Ἕλλην, οὐκ ἔνι δοῦλος ἤ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρσεν καί θῆλυ, πάντες γάρ ὑμεῖς εἷς ἐστέ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ», εἶχε γράψει πρός τούς Γαλάτες.
Ναί, ὅλοι οἱ ἄνθρωποι εἴμεθα ἴσοι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, γιατί ὅλοι εἴμεθα τέκνα του, γιατί ὅλοι εἴμεθα πλάσματά του, γιατί ὅλοι εἴμεθα κληρονόμοι τῆς βασιλείας του. Αὐτό ὅμως δέν σημαίνει ὅτι εἴμεθα ὅμοιοι, ὅτι εἴμεθα ὅλοι τό ἴδιο.
Φαντασθεῖτε ἕναν κόσμο, στόν ὁποῖο ὅλοι οἱ ἄνθρωποι θά εἴχαμε ἀκριβῶς τίς ἴδιες ἱκανότητες καί δεξιότητες. Ἄν ὅλοι μπορούσαμε νά κάνουμε τά ἴδια ἀκριβῶς πράγματα, τί θά γινόταν;
Εἴτε δέν θά μπορούσαμε νά ἐξυπηρετήσουμε τίς ὑπόλοιπες ἀνάγκες μας, δέν θά εἴχαμε τή χαρά νά προσφέρουμε στόν συνάνθρωπό μας κάτι τό ὁποῖο θά χρειαζόταν καί τοῦ ἔδιδε χαρά, εἴτε, διαφορετικά, θά ἤμασταν αὐτάρκεις, ἀλλά ἀπομονωμένοι ὁ ἕνας ἀπό τόν ἄλλο, γιατί δέν θά ὑπῆρχε λόγος ὁποιασδήποτε ἀλληλεπιδράσεως μεταξύ μας.
Ὁ Θεός ὡς πάνσοφος καί παντογνώστης μᾶς δημιούργησε ἴσους ἐνώπιόν του, ἔδωσε ὅμως στόν καθένα ἀπό ἐμᾶς κάποιο ἤ κάποια ἰδιαίτερα χαρίσματα ἀπό τόν μεγάλο καί ἀνεξάντλητο πλοῦτο τῶν χαρισμάτων πού διαθέτει.
Θά μποροῦσε ὁ Θεός νά ἐντάξει τά χαρίσματα αὐτά μέσα στή φύση μας. Δέν τό ἔκανε ὅμως.
Διάλεξε γιά τόν καθένα μας κάτι διαφορετικό, κάτι πού θά μποροῦσε νά τό χρησιμοποιήσει καί νά τό ἀξιοποιήσει ὄχι μόνο πρός ὄφελος τοῦ ἑαυτοῦ του ἀλλά καί πρός ὄφελος τῶν ἄλλων ἀνθρώπων. Αὐτό εἶναι ἄλλωστε καί τό νόημα τοῦ χαρίσματος.
Ὁ Θεός μᾶς δίδει κάτι ὡς δῶρο, ὡς χάρισμα. Καί μᾶς τό δίδει ὄχι γιά νά τό κρύψουμε οὔτε γιά νά τό προβάλλουμε ἐγωιστικά καί νά ὑπερηφανευόμεθα γι᾽ αὐτό, ἀλλά γιά νά τό ἀξιοποιοῦμε καί πρός ὄφελος τῶν ἀδελφῶν μας.
Διότι, ἐφόσον αὐτό πού ἔχουμε εἶναι δῶρο καί χάρισμα τοῦ Θεοῦ, ὀφείλουμε καί νά τό χρησιμοποιήσουμε ὡς τέτοιο, θέτοντάς το δηλαδή στήν ὑπηρεσία καί στή διάθεση τῶν ἄλλων ἀνθρώπων.
Αὐτό ὑπαγορεύει καί ἡ θέση μας στό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, στήν Ἐκκλησία. Εἴμεθα μέλη τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ, ὅπως λέγει καί πάλι ὁ πρωτοκορυφαῖος ἀπόστολος Παῦλος.
Καί ὅπως κάθε μέλος ἔχει διαφορετικό χάρισμα, διαφορετικές ἰδιότητες, ὥστε νά ἐξυπηρετεῖ τίς ἀνάγκες τῶν ἄλλων μελῶν καί φυσικά ὅλου τοῦ σώματος, ἔτσι συμβαίνει καί μέ τά χαρίσματα πού δίδει ὁ Θεός στόν καθένα μας, ἀνάλογα μέ τίς δυνάμεις μας, μέ σκοπό νά τά ἀξιοποιήσουμε κατάλληλα γιά τή σωτηρία μας καί γιά τή σωτηρία τῶν ἀδελφῶν μας.
Τό διαπιστώνουμε αὐτό καί στή ζωή τοῦ ἑορταζομένου σήμερα συγχρόνου ἁγίου τῆς Ἐκκλησίας μας, τοῦ ὁσίου Παϊσίου τοῦ Ἁγιορείτου, ἑνός ἁγίου ὁ ὁποῖος διακρίθηκε γιά τό διορατικό καί προορατικό χάρισμα πού τοῦ ἔδωσε ὁ Θεός.
Τί νόημα θά εἶχαν αὐτά τά χαρίσματα, ἐάν ὁ ὅσιος Παΐσιος δέν βοηθοῦσε καί δέν στήριζε μέ αὐτά τούς ἀνθρώπους πού τόν ἐπισκεπτόταν καί ζητοῦσαν τή συμβουλή του γιά θέματα πού τούς ἀπασχολοῦσαν;
Ἐνῶ ὅμως μέ αὐτά κατηύθυνε καί ἔσωζε πολλές ψυχές, γιά τόν ἴδιο τά χαρίσματα αὐτά ἦταν συχνά βάρος, γιατί, ὅπως ἔλεγε καί ὁ ἴδιος, εἶναι δύσκολο νά γνωρίζεις ἀπό πρίν κάτι κακό ἤ δυσάρεστο πού θά συμβεῖ, ἀλλά καί εἶναι κοπιαστικό νά διαθέτεις καθημερινά τόν χρόνο σου γιά νά δέχεσαι ἀνθρώπους κάθε ἡλικίας καί νά ἀκοῦς τά προβλήματα πού τούς ἀπασχολοῦν.
Γι᾽ αὐτό καί ὁ Θεός ἔδωσε τά χαρίσματα αὐτά στόν ὅσιο Παΐσιο πού εἶχε τήν πνευματική κατάσταση καί δύναμη καί μποροῦσε νά σηκώσει αὐτό τό βάρος, ὥστε ἀξιοποιώντας τα νά ὠφελεῖ τούς ἀνθρώπους.
Τό παράδειγμα τῆς ὁσιακῆς ζωῆς τοῦ ὁσίου Παϊσίου ἀλλά καί τῆς ἀξιοποιήσεως τῶν χαρισμάτων του ἄς παρακινήσει καί ἐμᾶς νά ἀναζητήσουμε τά χαρίσματα πού μᾶς ἔχει δώσει ὁ Θεός, ἀλλά καί νά φροντίζουμε καθημερινά νά τά καλλιεργοῦμε καί νά τά ἀξιοποιοῦμε.
Διότι, ἐάν δέν τά ἀξιοποιοῦμε, ἐάν δέν βοηθοῦμε μέ αὐτά τούς ἀδελφούς μας, εἶναι σάν νά ἀδιαφοροῦμε γιά τό δῶρο πού λάβαμε καί σάν νά περιφρονοῦμε τόν δωρεοδότη Θεό.
Ἄν τά ἀξιοποιοῦμε ὅμως θά ἔχουμε τή χάρη καί τήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ καί θά λάβουμε κατά τήν ἡμέρα τῆς κρίσεως τήν ἀνταμοιβή τοῦ ἀγαθοῦ δούλου, πού δέν εἶναι ἄλλη ἀπό τή σωτηρία μας.




































