Του Λάμπρου Κ. Σκόντζου Θεολόγου.

Η Ε΄ Κυριακή από του Πάσχα είναι αφιερωμένη στη συνάντηση του Κυρίου μας Ιησού Χριστού με μια Σαμαρείτιδα γυναίκα, «αιρετική», κατά τους Ιουδαίους και αμαρτωλή, στο ιστορικό φρέαρ του Ιακώβ. Σε αυτή τη συνάντηση και με τον διάλογο που άνοιξε μαζί της, αποκάλυψε ύψιστες σωτήριες αλήθειες.

Ο Χριστός, σε μια από τις περιοδείες του, βρέθηκε στη Σαμάρεια, σε μια περιοχή, όπου οι κάτοικοι, ιουδαϊκής καταγωγής, είχαν αναμειχτεί με ειδωλολάτρες και παρέκλιναν από την πίστη των Προφητών. Παράλληλα τους διέκρινε και μια ελευθερία των ηθών.

Αντιπροσωπευτικός τύπος της σαμαρειτικής κοινωνίας η αμαρτωλή γυναίκα, η οποία πηγαίνοντας να αντλήσει νερό από το πηγάδι του Ιακώβ, βρήκε το Μεγάλο Δάσκαλο, ο Οποίος ανίχνευσε στην ψυχή της έναν κρυφό σπινθήρα, μια ισχυρή λαχτάρα σωτηρίας, μια ασυγκράτητη αδημονία για την έλευση του Μεσσία, για την οποία είχε γαλουχηθεί από τις προρρήσεις των Προφητών.

Ο Χριστός, ως καρδιογνώστης, διέγνωσε πως στο αμαρτωλό της σαρκίο κρυβόταν, ανεπαίσθητα, η λαχτάρα αναζήτησης της σώζουσας αλήθειας και γι’ αυτό της αποκάλυψε ύψιστες αλήθειες, οι οποίες είναι απαραίτητες για τη σωτηρία και τις οποίες απέκρυψε από τους μαθητές Του, διότι δεν ήταν ακόμα έτοιμοι να τις δεχτούν και να τις κατανοήσουν, έχοντας βεβαρημένα τα μυαλά τους με τις χονδροειδείς και πλανεμένες αντιλήψεις περί του Μεσσία, ως εγκοσμίου ηγέτη και του εβραϊκού λαού ως κυριάρχου της ανθρωπότητας.

Σε αυτή την γυναίκα, με το σπινθηροβόλο βλέμμα και την ανήσυχη και ανικανοποίητη ψυχική ιδιοσυγκρασία, αποκάλυψε για πρώτη φορά, με σαφήνεια την πνευματική φύση του Θεού και τον αληθινό, τον πνευματικό τρόπο λατρείας Του, ο οποίος δεν έχει τοπικό, χρονικό και τροπικό χαρακτήρα.

Δεν θα χρειάζεται πλέον να ερίζουν οι Ιουδαίοι με τους Σαμαρείτες και αμφότεροι με τους Εθνικούς για το που, πότε και πως θα λατρεύεται ο Θεός, αλλά «ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ» (Ιωάν.4,24) και «εν παντί τόπω της δεσποτείας αυτού» (Ψαλμ.102,22). Ακόμα της αποκάλυψε, για πρώτη φορά με τόση σαφήνεια, ότι Αυτός είναι ο αναμενόμενος Μεσσίας, ο Λυτρωτής του κόσμου.

Μετά από αυτή τη συνάντηση και το διάλογο με το Χριστό, η μακάρια αυτή γυναίκα μεταμορφώθηκε σε σκεύος εκλογής του Θεού. Μετονομάστηκε Φωτεινή, διότι φωτίστηκε η ίδια και φώτισε τους ομοφύλους της.

Κατέστη μια από τις πλέον ένθερμες ιεραποστόλους της αρχαίας Εκκλησίας, και για τούτο έλαβε τον υπέρτατο τίτλο της ισαποστόλου. Έτσι τιμά η Εκκλησία μας τη γυναίκα, σε αντίθεση με τον κόσμο, ο οποίος, στους σύγχρονους χαλεπούς καιρούς μας την έχει αποκτηνώσει, ανάγοντάς την σε εργαλείο αμαρτίας!

Η λατρεία του Θεού «εν πνεύματι και αληθεία» φανερώνει την μεγάλη επανάσταση που έφερε ο Χριστός στη γη. Και τούτο διότι ο σκοτισμένος από την αμαρτία άνθρωπος είχε αλλάξει «τὴν δόξαν τοῦ ἀφθάρτου Θεοῦ ἐν ὁμοιώματι εἰκόνος φθαρτοῦ ἀνθρώπου καὶ πετεινῶν καὶ τετραπόδων καὶ ἑρπετῶν» (Ρωμ.1,23).

Ακόμη και αυτός ο ιουδαϊκός λαός, είχε υποβιβάσει την θρησκεία των Προφητών σε μια στείρα και βασανιστική τυπολατρία, ώστε ο Θεός δήλωνε αηδία και αποστροφή από αυτή: «λέγει Κύριος· … ἐὰν φέρητε σεμίδαλιν, μάταιον· θυμίαμα, βδέλυγμά μοί ἐστι· τὰς νουμηνίας ὑμῶν καὶ τὰ σάββατα καὶ ἡμέραν μεγάλην οὐκ ἀνέχομαι· νηστείαν καὶ ἀργίαν καὶ τὰς νουμηνίας ὑμῶν καὶ τὰς ἑορτὰς ὑμῶν μισεῖ ἡ ψυχή μου· … ὅταν ἐκτείνητε τὰς χεῖρας ὑμῶν πρός με, ἀποστρέψω τοὺς ὀφθαλμούς μου ἀφ᾿ ὑμῶν, καὶ ἐὰν πληθύνητε τὴν δέησιν, οὐκ εἰσακούσομαι ὑμῶν» (Ησ.1,13-15).

Ακόμα και αυτή η μωσαϊκή θρησκεία, με τα γνωστά τελετουργικά των αιματηρών θυσιών ήταν αναποτελεσματική, αφού «ἀδύνατον γὰρ αἷμα ταύρων καὶ τράγων ἀφαιρεῖν ἁμαρτίας» (Εβρ.10,4).

Τι σημαίνει να γίνεται «εν πνεύματι και αληθεία» η λατρεία; Η «εν πνεύματι» λατρεία διδάσκει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, πρέπει να είναι απόλυτα απαλλαγμένη από κάθε εγκοσμιότητα. Να αποδίδεται λατρεία στον ασώματο Θεό, «διότι έτσι και θα Τον δουν αληθινά παντού δια του Πνεύματος και της Αλήθειάς Του. Καθώς δηλαδή ο Θεός είναι πνεύμα, είναι ασώματος, και το ασώματο δεν βρίσκεται σε κάποιο τόπο ούτε περιορίζεται σε τοπικά όρια».

Επίσης αναφέρει ο ιερός Πατέρας, ότι η πνευματική λατρεία συντελείται δια της βοηθείας του Αγίου Πνεύματος «Διότι το Πνεύμα είναι αυτό δια του οποίου προσκυνούμε και δια του οποίου προσευχόμαστε. Αυτοί λοιπόν που έτσι προσκυνούν δια του Πνεύματος και της Αλήθειας τον ύψιστο Πατέρα, αυτοί είναι οι αληθινοί προσκυνητές».

Ως «εγκοσμιότητα» δεν εννοούμε τα αισθητά μέσα λατρείας (ναοί, εικόνες, λιβάνια, κεριά, κλπ), τα οποία είναι βοηθητικά της λατρείας, αλλά την ουσία της, την αίσθηση της υπερβατικότητας του Θεού.

Η «εν αληθεία» λατρεία είναι η σύνδεσή της απαραίτητα με την σώζουσα αλήθεια. Όχι με την οποιαδήποτε «αλήθεια», αλλά με την αποκαλυμμένη εν Χριστώ αλήθεια, την ένσαρκη Αλήθεια «εγώ είμαι η οδός, η αλήθεια και η ζωή» (Ιωάν.14,6), η οποία υπάρχει μόνο μέσα στην Εκκλησία, διδάσκεται από το Άγιο Πνεύμα, το Οποίο οδηγεί «εις πάσαν την αλήθειαν» (Ιωάν.16,12-13), κατανοείται από τους αγίους και βιώνεται από τους πιστούς.

Και επειδή η αλήθεια είναι συνώνυμη με τη σωτηρία και η πλάνη και το ψεύδος με την απώλειά της, έχει πρωτεύουσα σημασία να τονίσουμε πως ό, τι ονομάζεται ως «αλήθεια» εκτός της Εκκλησίας, είναι πλάνη και ως εκ τούτου η όποια λατρεία συντελείται εκτός αυτής, δεν είναι ευάρεστη στο Θεό.

Να αναφέρουμε εδώ επιγραμματικά το γεγονός, ότι στις μέρες μας, όπου κυριαρχεί το συγκρητιστικό πνεύμα, βλέπουμε συμπροσευχές ορθοδόξων κληρικών και λαϊκών με αιρετικούς και αλλοθρήσκους.

Και ακόμα ακούμε και διαβάζουμε «θέσεις», όπως, «ο Θεός είναι ένας και αποκαλείται και λατρεύεται διαφορετικά από τις διάφορες θρησκευτικές πίστεις» ή το χειρότερο: «όλες οι θρησκείες είναι διαφορετικοί δρόμοι που οδηγούν στον ίδιο Θεό». Η κατηγορηματική ρήση του Κυρίου για λατρεία «εν πνεύματι και αληθεία» αναιρεί πανηγυρικά αυτές τις πλάνες.

Ο σαρκωμένος Υιός και Λόγος του Θεού, δια της ενανθρωπήσεώς Του και του απολυτρωτικού Του έργου, ένωσε και πάλι τον άνθρωπο με το Θεό, δίνοντάς του ξανά τη δυνατότητα της σωτηρίας και της θεώσεως. Αλλά δυστυχώς ο πτωτικός «κόσμος» ανθίσταται σε αυτή την υπέρτατη δωρεά.

Αντί να αποδίδει λατρεία «εν πνεύματι και αληθεία» στο Θεό, αρέσκεται σε παχυλές και ανόητες θρησκευτικές πράξεις.

Σε αντίθεση με την Αγία Ορθόδοξη Εκκλησία μας, την αληθινή Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία του Χριστού, η οποία τηρεί με κάθε πιστότητα τη διδασκαλία του Σωτήρα μας Χριστού και την πατερική παράδοση, οι ποικιλώνυμες αιρέσεις και οι θρησκείες του κόσμου λατρεύουν το «θεό» ή τους «θεούς» τους με μη αρεστό στο Θεό τρόπο.

Φθάνει να φέρουμε στο νου μας την σύγχρονη ειδωλολατρία των λεγομένων ανατολικών θρησκευμάτων, να διαπιστώσουμε το έρεβος της πλάνης και της δεισιδαιμονίας.

Βιώνουμε στις τραγικές αποκαλυπτικές και εσχατολογικές ημέρες μας μια πρωτοφανή πνευματική και ηθική κατάπτωση. Ο σύγχρονος άνθρωπος πασχίζει να εξοβελίσει το Χριστό από την προσωπική και δημόσια ζωή. Το τωρινό δαιμονικό πνεύμα της λεγομένης «Νέας Υδροχοϊκής Εποχής» επιχειρεί την αποχριστιανοποίηση του κόσμου, σε όλες τις φάσεις της ανθρώπινης ζωής.

Το θείο πρόσωπο του Λυτρωτή μας Χριστού από-θεοποιείται και υποβιβάζεται σε έναν κοινό θνητό, στην καλλίτερη περίπτωση σε έναν σημαντικό άνθρωπο, μόνο άνθρωπο και σε καμιά περίπτωση Θεό. Είναι η υλοποίηση του προαιώνιου και καταχθόνιου σχεδίου του απ’ αρχής ανθρωποκτόνου διαβόλου, να ματαιώσει το σχέδιο της σωτηρίας του ανθρώπου.

Δεν λογίζεται πια ο Χριστός ως ο μοναδικός και αποτελεσματικός σωτήρας, Αυτός που διακήρυξε στην Σαμαρείτιδα ότι είναι το «ζωντανό νερό», και όποιος πίνει από αυτό δε διψάει στο αιώνα και έχει ζωή αιώνια.

Ο σύγχρονος αποστατημένος άνθρωπος διακηρύττει με δαιμονικό κομπασμό ότι δεν του χρειάζεται κανένας σωτήρας να τον σώσει, αλλά μπορεί από μόνος του να σωθεί και να γίνει θεός.

Άλλωστε το φρικώδες δόγμα της «Νέας Εποχής» είναι ότι ο κάθε άνθρωπος είναι από μόνος του θεός, ότι δεν υπάρχει άλλος θεός εκτός από τον άνθρωπο.

Πρόκειται για την αποδοχή του λεγομένου «ευαγγελίου του όφεως», στην Εδέμ, δηλαδή του διαβόλου, ο οποίος έπεισε τους πρωτοπλάστους ότι μπορούν να γίνουν θεοί, χωρίς το Θεό, «έσεσθε ως θεοί» (Γεν.3,5).

Είναι ανάγκη να εξετάσουμε και τον εαυτό μας αν λατρεύουμε και εμείς το Θεό «εν πνεύματι και αληθεία». Αν η αναφορά μας στο Θεό έχει αγιοπνευματικό χαρακτήρα και όχι τυπολατρικό. Αν είναι συνειδητά οντολογική η μετοχή στην πανταχού παρουσία της άκτιστης χάριτος του Θεού και όχι μια ρηχή συναισθηματική κατάσταση. Αν η στάση μας απέναντί Του συνοδεύεται και από την αποδοχή της σώζουσας διδασκαλίας, για να είναι η λατρεία μας αποδεκτή από Εκείνον, ευάρεστη και αποτελεσματική.

Και τέλος να μην λησμονούμε ότι η λατρεία μας προς το Θεό, εν τέλει, επιστρέφει ως πλημμυρίδα ευλογιών και διάχυση των ακτίστων ενεργειών Του προς ημάς, επειδή ο Ίδιος ουδεμία ανάγκη έχει από τη δική μας λατρεία, διότι Τον δοξολογούν αέναα «χίλιαι χιλιάδες… καί μύριαι μυριάδες» (Δαν.7,9) αγγέλων, «ἡμέρας καὶ νυκτὸς λέγοντες· ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος Κύριος ὁ Θεὸς ὁ παντοκράτωρ… ἀμήν· ἡ εὐλογία καὶ ἡ δόξα καὶ ἡ σοφία καὶ ἡ εὐχαριστία καὶ ἡ τιμὴ καὶ ἡ δύναμις καὶ ἡ ἰσχὺς τῷ Θεῷ ἡμῶν εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων· ἀμήν» (Αποκ.4,8.7,11)!

Εκκλησία Online
Γράψε το σχόλιό σου

Αφήστε μια απάντηση

Comment moderation is enabled. Your comment may take some time to appear.