Την μνήμη των οκτώ αγνοούμενων και πεσόντων της τουρκικής εισβολής του 1974 που κατάγονταν από την κατεχόμενη κοινότητα Αγίου Ανδρονικού Καρπασίας, τίμησαν Πολιτεία και κοινωνία, σε μία σεμνή τελετή στο Κολόσσι, με την Επικεφαλής για Ανθρωπιστικά Θέματα Αγνοουμένων και Εγκλωβισμένων, Άννα Αριστοτέλους, να εκφωνεί τον επιμνημόσυνο λόγο, τονίζοντας πως το χρέος απέναντι στους ήρωες της εισβολής αλλά και τους συγγενείς τους, είναι να μη ξεχαστεί η θυσίας τους, καθώς και να τιμούνται με σεβασμό.

Ο Άγιος Ανδρόνικος, όπως και οι άλλες κοινότητες των κατεχομένων, πλήρωσαν βαρύ φόρο αίματος το μαύρο καλοκαίρι του 1974. Ανάμεσα στους αγνοούμενους και πεσόντες της τουρκικής εισβολής, βρίσκονται οκτώ πρόσωπα τα οποία είχαν την καταγωγή τους ή τη διαμονή τους στον Άγιο Ανδρόνικο. Πρόκειται για τους:

-Μιχαλάκη Κουμή,

-Μιχάλη Παράσχου (Σιάουρτα)

-Νίκο Κυριάκου

-Οδυσσέα Ηλία

Παναγιώτη Κιοττή

Παναγιώτη Ζαχαρίου

-Τις αδερφές Αθηνά Χρυσοστόμου και Κατερίνα Χριστοφή

Όπως ανέφερε στην ομιλία της η κα. Αριστοτέλους, «με απέραντο σεβασμό, με αισθήματα τιμής, υπερηφάνειας και βαθιάς συγκίνησης και έχοντας πλήρη επίγνωση του χρέους απέναντι σας, βρισκόμαστε σήμερα εδώ για να τιμήσουμε τη μνήμη των πεσόντων και αγνοουμένων της κοινότητας του Αγίου Ανδρονίκου Καρπασίας. Τους πεσόντες και τους αγνοουμένους μας, από ένα από τα δεκάδες χωριά της κατεχόμενης γης μας, που περιμένουν καρτερικά την ημέρα της επιστροφής των νόμιμων κατοίκων τους».

Συνεχίζοντας, η Επικεφαλής για Ανθρωπιστικά Θέματα τόνισε ότι «το χρέος μας απέναντι σε αυτούς τους ανθρώπους, τους ήρωες μας, τους γενναίους αγωνιστές, αλλά και απέναντι σε εσάς, τους συγγενείς των αγνοουμένων και πεσόντων μας είναι να μη λησμονήσουμε ποτέ τη θυσία τους, μα πάνω από όλα να τιμούμε και να μνημονεύουμε, αυτούς για τους οποίους μαζευτήκαμε σήμερα εδώ. Να τους τιμούμε, με σεβασμό, όπως τους αρμόζει, υποσχόμενοι να παραμείνει η μνήμη τους αιώνια, και κρατώντας άσβεστη τη φλόγα του πόθου για επιστροφή, συνεχίζοντας τον αγώνα που ως πολιτεία οφείλουμε στις οικογένειες των αγνοουμένων και πεσόντων μας».

Η Άννα Αριστοτέλους σημείωσε πως «είμαστε εδώ για να υπηρετήσουμε το βαθύ και πάντα επίκαιρο μήνυμα του “δεν ξεχνώ” ως κομμάτι της ιστορίας και της ψυχής μας και να εκφράσουμε αισθήματα παντοτινής ευγνωμοσύνης σε αυτούς που θυσιάστηκαν υπερασπιζόμενοι την Κυπριακή Δημοκρατία, αλλά και σε αυτούς που μας έδωσαν ένα μάθημα που θα είναι επίκαιρο, όσο οι κατεχόμενες κοινότητες μας παραμένουν υπό τον έλεγχο του τουρκικού στρατού. Μάθημα για το τι σημαίνει να ζεις ελεύθερος».

Οι ήρωες που τιμήθηκαν σήμερα, όπως υπέδειξε η κα. Αριστοτέλους, υπηρέτησαν στο έπακρο το ρητό του Θουκυδίδη στον Επιτάφιο του Περικλή, «το εύδαιμον το ελεύθερον, το δ’ ελεύθερον το εύψυχον». Είναι αυτοί οι άνθρωποι που μπορεί να έφυγαν, όμως πρόσφεραν και θα προσφέρουν και στις επόμενες γενεές, τον ορισμό του ελεύθερου και του γενναίου.

«Άνθρωποι νέοι, που θυσιάστηκαν υπέρ βωμών και εστιών, υπερασπιζόμενοι την ελευθερία, που βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή του πολέμου. Άνθρωποι ελεύθεροι που δεν έκαναν βήμα πίσω. Που δεν εγκατέλειψαν το χωριό και τους συγχωριανούς τους. Άνθρωποι που αφού φρόντισαν για την ασφάλεια της οικογένειας τους, επέστρεψαν στην πατρώα γη. Για να υπερασπιστούν τη γη και τους ανθρώπους της».

Η ιστορία των ηρώων

Ο Μιχαλάκης Κουμή μόλις 19 χρόνων εκτελούσε τη στρατιωτική του θητεία στο 398 Τάγμα Πεζικού με έδρα την Κυθρέα. Υπό τις οδηγίες του θρυλικού Ταγματάρχη της Εθνικής Φρουράς, Τάσου Μάρκου, στις 22 Ιουλίου, διατάσσεται μια δεκαμελής ομάδα να αναλάβει μια αποστολή στην περιοχή του Δικώμου.

Η μάχη της δεκαμελούς ομάδας με ηγέτη τον επίσης ήρωα Τάσο Μάρκου, στην οποία βρισκόταν και ο Μιχαλάκης, έρχεται αντιμέτωπη με τις υπεράριθμες μονάδες των Τούρκων. Η άνιση μάχη οδηγεί σε απαγκίστρωση, κατά τη διάρκεια της οποίας ο Μιχαλάκης, σύμφωνα με τις μαρτυρίες, δεν προλαβαίνει να συμπτυχθεί με τους υπόλοιπους. Σε σύντομο χρονικό διάστημα το Δίκωμο καταλαμβάνεται από τουρκικά στρατεύματα και από τότε η τύχη του αγνοείται.

Ηρωική θυσία ήταν κι αυτή του Νίκου Κυριάκου, ο οποίος παντρεύτηκε στον Άγιο Ανδρόνικο και απέκτησε με τη σύζυγο του ένα παιδί. Ο Νίκος στο άκουσμα της έναρξης της τουρκικής εισβολής, κατετάγη έφεδρος στην 181 Μοίρα Πεδινού Πυροβολικού (Μ.Π.Π.), η οποία πήρε οδηγίες και κινήθηκε προς το Συγχαρί όπου και τάχθηκε.

Ανήμερα της 20ης Ιουλίου, τουρκικά βομβαρδιστικά αεροπλάνα επιτέθηκαν κατά των θέσεων της 181 Μ.Π.Π. με αποτέλεσμα η Μοίρα να μετακινηθεί σε νέα θέση προς το Πέλλα Πάις, όπου επίσης πλήγηκε, ενώ τα τουρκικά στρατεύματα, άρχισαν να την περικυκλώνουν. Τότε διατάχθηκε απαγκίστρωση με τον Νίκο να αναλαμβάνει οδηγός του πρώτου οχήματος της φάλαγγας 30 περίπου οχημάτων. Κατά τη διακίνηση τους, δέχονται νέα επίθεση από τα τουρκικά στρατεύματα τα οποία τους είχαν πλησιάσει, με αποτέλεσμα η διαδικασία της απαγκίστρωσης να διακοπεί.

Ακολούθησε σφοδρή ανταλλαγή πυρών, με τους άνδρες της Μοίρας να προβάλλουν σθεναρή αντίσταση. Το όχημα του Νίκου βλήθηκε πρώτο από όλμο και όλοι οι επιβαίνοντες τραυματίστηκαν, άλλοι ελαφρώς και άλλοι πιο σοβαρά. Μετά από ηρωική μάχη των ανδρών της 181, όσοι άνδρες της Μοίρας δεν έπεσαν, αναγκάζονται να παραδοθούν, αφού πλέον είχαν ξεμείνει από πολεμοφόδια. Οι συλληφθέντες άνδρες της Μοίρας οδηγήθηκαν σε χώρο συγκέντρωσης αιχμαλώτων και στη συνέχεια στις φυλακές της Τουρκίας, για να αφεθούν αργότερα ελεύθεροι με την ανταλλαγή αιχμαλώτων.

Ωστόσο ο Νίκος μετά το πέρας της μάχης δεν έδωσε σημεία ζωής και η τύχη του αγνοείτο μέχρι που τα οστά του εντοπίστηκαν σε ομαδικό τάφο, μετά από εκταφές που πραγματοποιήθηκαν στην περιοχή.

Πατέρας δύο παιδιών, ήταν και ο Παναγιώτης Κιοττή με καταγωγή από την Γιαλούσα που το καλοκαίρι του 1974 τον βρήκε στην Αμμόχωστο. Με την έναρξη της εισβολής, όπως όλοι οι έφεδροι της Εθνικής Φρουράς, έσπευσε να υπερασπιστεί τις πατρογονικές μας εστίες. Κατατάγηκε στο 201 Τάγμα Πεζικού και μαζί με άλλους στρατιώτες επάνδρωσαν τα φυλάκια δυτικά του λιμανιού Αμμοχώστου.

Κατά τη δεύτερη φάση της εισβολής, όταν τα τουρκικά τανκς έφτασαν έξω από την πόλη της Αμμοχώστου, ο Παναγιώτης και οι άλλοι στρατιώτες διατάσσονται να απαγκιστρωθούν. Ο Παναγιώτης μαζί με ακόμα δύο στρατιώτες κινούνται προς το στρατόπεδο Καράολου, ωστόσο στη διαδρομή δέχονται επίθεση από τουρκικά άρματα μάχης. Έκτοτε η τύχη του αγνοείτο, μέχρι τον εντοπισμό των οστών του σε ομαδικό τάφο στην περιοχή Κλαψίδες.

Ανάμεσα στα νιάτα του Αγίου Ανδρονίκου που θυσιάστηκαν στην τουρκική εισβολή και ο Μιχάλης Παράσχου Σιάουρτα, τα οστά του οποίου ταυτοποιήθηκαν πρόσφατα. Ο Μιχάλης Παράσχου ήταν παντρεμένος και πατέρας ενός παιδιού και διέμενε με την οικογένεια του στη Γιαλούσα.

Κατά τη διάρκεια της δεύτερης φάσης της εισβολής, η Γιαλούσα αποκόπτεται από τις ελεύθερες περιοχές. Στις 19 Αυγούστου Τούρκοι στρατιώτες που ελέγχουν πλήρως το χωριό, διατάσσουν τον Μιχαλάκη και άλλους οκτώ άνδρες να επιβιβαστούν σε ένα λεωφορείο και τους οδηγούν εκτός χωριού προς την Αμμόχωστο. Έκτοτε η τύχη των εννέα αγνοείτο, μέχρι τον εντοπισμό των οστών τους σε ομαδικό τάφο στη Γαλάτεια.

Ανάμεσα στην ομάδα αυτή, με τον Μιχαλάκη, ήταν και ο Οδυσσέας Ηλία. Παντρεμένος με τη Μάχη Ηλία, είχαν δύο ανήλικα παιδιά, τον Ηλία και τον Ανδρέα, ενώ το τρίτο του παιδί την Έλενα, δεν πρόλαβε να την γνωρίσει, αφού γεννήθηκε τον Οκτώβριο του 1974, λίγους μήνες μετά που ο ίδιος θυσιάστηκε για την ελευθερία της πατρίδας μας.

Τον κατάλογο των γενναίων παλληκαριών, των αγνοουμένων και πεσόντων του Αγίου Ανδρονίκου, συμπληρώνει ο Παναγιώτης Ζαχαρίου. Μόλις 19 χρονών, ο Παναγιώτης τον Ιούλιο του 1974, υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία στην 31η Μοίρα Καταδρομών. Μετά τις σφοδρές μάχες, στις οποίες κλήθηκε να συμμετάσχει, η αήττητη Μοίρα των ΛΟΚατζήδων μετακινήθηκε στον Καραβά στις 28 Ιουλίου.

Την ίδια μέρα η Μοίρα έλαβε διαταγή να μετακινηθεί στον Άγιο Παύλο Βασίλειας. Στην ομάδα αναγνώρισης που προπορεύθηκε της υπόλοιπης Μοίρας βρισκόταν και ο Παναγιώτης. Η ομάδα, πέφτει σε τουρκική ενέδρα και έκτοτε χάθηκαν τα ίχνη τους.

Εκτός από τους έξι, τιμήθηκαν και δύο γυναίκες αγνοούμενες της τουρκικής εισβολής. Οι αδερφές Αθηνά Χρυσοστόμου και Κατερίνα Χριστοφή. Αμφότερες με καταγωγή από τον Άγιο Ανδρόνικο, διέμεναν στην Αμμόχωστο. Μετά την κατάληψη της πόλης από τους Τούρκους στις 14 Αυγούστου, η Αθηνά και Κατερίνα δεν έδωσαν σημεία ζωής.

«Αυτοί είναι οι άνθρωποι του Αγίου Ανδρονίκου Καρπασίας. Αυτοί αποτελούν παράδειγμα και φάρο για τις νεότερες γενιές. Είναι οι άνθρωποι από τους οποίους αντλούμε δύναμη. Άνθρωποι από τους οποίους καλούμαστε να πάρουμε διδάγματα, να μάθουμε και κυρίως να μην ξεχάσουμε. Άνθρωποι του μόχθου που επέλεξαν τη δύσκολη διαδρομή. Άνθρωποι που από τη στιγμή που η πατρίδα είχε ανάγκη, χωρίς δεύτερη σκέψη έσπευσαν να δώσουν τη μάχη στην πρώτη γραμμή, με αυταπάρνηση πρόταξαν τη λεβεντιά της ψυχής τους, με σθένος, δύναμη ψυχής και αποφασιστικότητα, δεν λιποψύχησαν μπροστά στον επικείμενο κίνδυνο και όρθωσαν το ανάστημά τους με αρετή και τόλμη απέναντι στον εχθρό, προσφέροντας ό,τι πιο πολύτιμο, την ίδια τους τη ζωή, ανιδιοτελώς, στο θυσιαστήριο της ελευθερίας και της δημοκρατίας, στέλνοντας αιώνια και πανανθρώπινα μηνύματα για την αγάπη προς την πατρίδα, την ελευθερία και την ανεξαρτησία της πατρίδας μας».

Η κα. Αριστοτέλους πρόσθεσε πως «τα λόγια δεν μπορούν να απαλύνουν τον πόνο και να περιορίσουν την τραγωδία και την πίκρα που δικαιολογημένα βιώνουν όλες οι οικογένειες των αγνοουμένων και πεσόντων μας και των θυμάτων της τουρκικής εισβολής».

Η Επικεφαλής για Ανθρωπιστικά Θέματα Εγκλωβισμένων και Αγνοουμένων τόνισε πως ευθύνη της Πολιτείας απέναντι στους πεσόντες και αγνοούμενους της τουρκικής εισβολής, είναι να διατηρήσει άσβεστη τη φλόγα της επιστροφής, να διατηρήσει στη συλλογική μνήμη τους ανθρώπους και τους τόπους που χάθηκαν και να διεκδικήσει μια δίκαιη και βιώσιμη λύση του Κυπριακού και κυρίως να διασφαλίσει τη δικαίωση της θυσίας τους.

«Τελετές όπως τη σημερινή, αφενός βοηθούν στη σύσφιξη των σχέσεων μεταξύ των συγχωριανών, αφετέρου ανανεώνουν τη δική μας υπόσχεση, πως θα συνεχίσουμε να αγωνιζόμαστε και να εργαζόμαστε ακατάπαυστα και με συνέπεια, με όλες μας τις δυνάμεις, για τη διακρίβωση της τύχης και του τελευταίου αγνοούμενου μας της θηριωδίας του 1974 και την απελευθέρωση της πατρίδας μας».

Η κα. Αριστοτέλους, δραττόμενη της ευκαιρίας, επεσήμανε πως «καλούμαστε να ανανεώσουμε μαζί τους τον ιερό όρκο, να διατηρήσουμε την κληρονομιά που μας άφησαν και να κρατήσουμε άσβεστη τη μνήμη τους. Μια κληρονομιά μαχητικότητας, αγωνιστικότητας, αξιοπρέπειας, υπερηφάνειας, τόλμης και ανδρείας. Είμαστε εδώ για να τους δώσουμε και μια υπόσχεση. Μια υπόσχεση που θα εκπληρωθεί μόνο όταν διακριβωθεί η τύχη και του τελευταίου αγνοούμενου της τουρκικής εισβολής και βαρβαρότητας του 1974: Ότι θα συνεχίσουμε τον αγώνα μέχρι την τελική δικαίωση»

Η Άννα Αριστοτέλους σημείωσε πως είναι με συγκίνηση και υπερηφάνεια που αποδόθηκε ο ελάχιστος φόρος τιμής στους ήρωες, που θα τιμώνται και θα μνημονεύονται κάθε χρόνο, για να θυμούνται οι παλαιότερες και να μαθαίνουν οι νέες γενιές, οι οποίες καλούνται να κρατήσουν άσβεστη τη μνήμη της κοινότητάς τους μέχρι την ημέρα της επιστροφής.

Απευθυνόμενη προς τους συγγενείς των πεσόντων, υπέδειξε πως είναι με αληθινό ηρωισμό και μεγαλείο ψυχής που υπομένουν καρτερικά σχεδόν μισό αιώνα για τον εντοπισμό και τη διακρίβωση της τύχης των αγαπημένων τους προσώπων.

«Αντλούμε δύναμη από το παράδειγμά σας και σας διαβεβαιώνουμε ότι αποτελεί δικό μας χρέος να συνεχίσουμε τον αγώνα με την ίδια αποφασιστικότητα και επιμονή γιατί το χρέος είναι πρωτίστως υπόθεση ψυχής. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας κ. Νίκος Χριστοδουλίδης καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια για την καλύτερη διαχείριση του θέματος των αγνοουμένων μας και ότι ανεξαρτήτως των δυσκολιών και των προβλημάτων, συνεχίζουμε τον αγώνα για διακρίβωση της τύχης και του τελευταίου αγνοούμενού μας και τον εντοπισμό των πεσόντων μας. Αποτελεί δέσμευση, υποχρέωση και καθήκον μας απέναντι στους ήρωες μας και σε εσάς, τους συγγενείς των ηρώων μας».

Καταλήγοντας, η κα. Αριστοτέλους έκανε μία αναφορά και στους δύο εγκλωβισμένους, που παρέμειναν στον Άγιο Ανδρόνικο και τον κρατούν ζωντανό. Τον Ανδρέα και τη Μηλιά, που για μισό αιώνα κρατούν Θερμοπύλες στον Άγιο Ανδρόνικο. Δεν έφυγαν ποτέ.

«Δεν εγκατέλειψαν ούτε στιγμή, παρά τις δυσκολίες, τις απειλές και τους κινδύνους. Παρέμειναν στον τόπο που γεννήθηκαν, στον τόπο που μεγάλωσαν και έκαναν τα όνειρα τους, στις ρίζες τους. Δύο άνθρωποι που μέχρι σήμερα κρατούν ζωντανό το όνομα ενός ολόκληρου χωριού. Δύο άνθρωποι που αποτελούν έναν πραγματικό φάρο ελπίδας και πίστεως για την επιστροφή, στη χερσόνησο της Καρπασίας. Δύο άνθρωποι στους οποίους ως Πολιτεία το λιγότερο που θα μπορούσαμε να τους πούμε είναι ένα μεγάλο ευχαριστώ».

Ακολούθησε κατάθεση στεφάνων στο μνημείο που είναι αφιερωμένο στην μνήμη των ηρώων και ανεγέρθηκε κοντά στην εκκλησία στο Κολόσσι. Στεφάνι κατέθεσαν συγγενείς των ηρωών και εκπρόσωποι της Πολιτείας, των κομμάτων και της Εκκλησίας.

Εκκλησία Online
Γράψε το σχόλιό σου

Αφήστε μια απάντηση

Comment moderation is enabled. Your comment may take some time to appear.