Άλωση της Τριπολιτσάς[3] ή σφαγή της Τριπολιτσάς[4][5][6][7] ονομάζεται στη νεότερη ελληνική ιστορία η κατάληψη της πόλης της Τρίπολης στις 23 Σεπτεμβρίου 1821, έξι μήνες μετά από την έναρξη της επανάστασης του 1821. Την κατάληψη ακολούθησε σφαγή του πληθυσμού, παρά την αντίθεση του Κολοκοτρώνη και των περισσότερων καπεταναίων. Από την σφαγή εξαιρέθηκαν οι Αλβανοί υπερασπιστές της πόλης, οι οποίοι είχαν στο μεταξύ συνθηκολογήσει με τους Έλληνες. Για το ίδιο γεγονός χρησιμοποιείται ο συνοπτικός τίτλος Απελευθέρωση της Τριπολιτσάς.

Με την άλωση της Τριπολιτσάς εδραιώθηκε η δυναμικής της Ελληνικής Επανάστασης, δεδομένου ότι έφερε την επικράτηση των Ελλήνων σε όλη την Πελοπόννησο, πλην ορισμένων φρουρίων. Η Οθωμανική αυτοκρατορία, μετά από την αποτυχημένη εκστρατεία του Μαχμούτ Πασά Δράμαλη, ο οποίος επιχείρησε την ανακατάληψη της Πελοποννήσου τον Ιούλιο του επομένου έτους, τελικά πέτυχε να ανακαταλάβει την πόλη της Τρίπολης τον Ιούνιο του 1825 με τον Ιμπραήμ Πασά, αποτέλεσμα το οποίο ανέτρεψε η κατοπινή Ναυμαχία του Ναυαρίνου.

Η Τριπολιτσά πριν την Άλωση
Η Τριπολιτσά ήταν την εποχή εκείνη το σημαντικότερο διοικητικό, στρατιωτικό και οικονομικό κέντρο της Πελοποννήσου με ιδιαίτερη στρατηγική σημασία, καθώς ήλεγχε τις οδούς προς τις άλλες μεγάλες πόλεις της Πελοποννήσου. Η σημερινή πρωτεύουσα της Αρκαδίας ιδρύθηκε ως Τρίπολις[10] περίπου τον 14ο αιώνα στη θέση τριών ερειπωμένων οικισμών: της Μαντίνειας, της Τεγέας και των Αμυκλών ή του Παλλαντίου[11] και ήδη από το 1786 ήταν έδρα του βιλαετιού του Μοριά με διοικητή τον Πασά του Μορέως.

Οι Έλληνες είχαν δοκιμάσει να την πολιορκήσουν για πρώτη φορά το 1770 κατά τα Ορλωφικά που όμως έληξαν άδοξα και οδήγησαν στη σφαγή του ελληνικού πληθυσμού.[12]

Γεγονότα πριν από την πολιορκία
Η Τριπολιτσά προστατευόταν από τείχος μήκους 3,5 χλμ., ύψους περίπου 4 μ. και πάχους 2 μ. στη βάση και ενός περίπου πιο πάνω. Είχε πύργους με διπλές πολεμίστρες, και τριάντα κανόνια, λίγα από τα οποία ήταν σε καλή κατάσταση. Το τείχος, που είχε επτά πύλες, δεν ήταν σε κλασικό κυκλικό σχήμα. Υπήρχε επίσης ένα μικρό τετράγωνο φρούριο στο εσωτερικό του τείχους, σε ένα νοτιοδυτικό ύψωμα, ακρόπολις τρόπον τινά. Παρά την οχύρωσή της αυτή, η Τριπολιτσά ήταν περισσότερο ευάλωτη από τα υπόλοιπα κάστρα της Πελοποννήσου, γιατί βρισκόταν καταμεσής μιας πεδιάδας, γιατί το τείχος ήταν φτιαγμένο από απλές χωρίς ενίσχυση πέτρες αλλά κυρίως επειδή δεν μπορούσε να ελπίζει σε οποιαδήποτε υποστήριξη από θαλάσσης.[13]

Σύμφωνα με τον Τόμας Γκόρντον, οι κάτοικοι της πόλης πριν από την επανάσταση, ανέρχονταν σε 15.000, εκ των οποίων 7.000 Έλληνες και 1.000 Εβραίοι.[14] Σύμφωνα με άλλη εκτίμηση, κατά το 1821 κατοικούσαν στην πόλη 13.000 Έλληνες, 7.000 Τούρκοι καθώς και 400 Εβραίοι,[15] ενώ έτερη εκτίμηση αναφέρει πως οι μουσουλμάνοι αποτελούσαν περίπου το 1/4 του συνολικού πληθυσμού της πόλης[16]. Μόλις άρχισαν οι εχθροπραξίες, οι Έλληνες έφυγαν και πολλοί Τούρκοι κατέφυγαν στην Τριπολιτσά, όπως και σε άλλες οχυρές πόλεις,[17] με συνέπεια να διπλασιαστεί ο πληθυσμός της και να φτάσει στους τριάντα χιλιάδες κατοίκους τουλάχιστον. Η πόλη δεν είχε επάρκεια τροφίμων, αλλά, παρά το ότι οι Έλληνες κατέστρεψαν τα υδραγωγεία, τα νερά των πηγαδιών της ήταν άφθονα και πόσιμα.[18]

Η Τριπολιτσά κατά την Οθωμανική περίοδο
Διοικητής της Πελοποννήσου στην περίοδο της κήρυξης της επανάστασης ήταν ο Χουρσίτ Πασάς, απασχολημένος όμως τον καιρό εκείνο εναντίον του Αλή πασά στην Ήπειρο. Όταν έμαθε για την πολιορκία, ο Χουρσίτ έστειλε στην Τριπολιτσά 3.500 στρατιώτες υπό τον Κεχαγιάμπεη.[19] Άλλοι ηγέτες των Τούρκων ήταν ο Δεφτερντάρης, ο Σιέχ Νετσίπ εφέντης και ο Κιαμήλμπεης της Κορίνθου, όλοι Πελοποννήσιοι. Διοικητές της πόλης ήταν ο Κεχαγιάμπεης και ο καϊμακάμης Σελίχ Μεχμέτ, αλλά μεγάλη ήταν η επιρροή της γυναίκας του Χουρσίτ. Η δύναμη των ενόπλων ήταν 10.000 άντρες, Αλβανοί, Ασιάτες και Πελοποννήσιοι Οθωμανοί.[20]

Πριν ακόμη εκραγεί η Επανάσταση είχαν έλθει στην Τριπολιτσά αρκετοί αρχιερείς και προεστοί, ύστερα από διαταγή των Τούρκων οι οποίοι είχαν πληροφορίες για την σχεδιαζόμενη εξέγερση, με κάποια πρόφαση διοικητικών ρυθμίσεων.[21] Έμειναν εκεί ως όμηροι σε όλο το διάστημα της πολιορκίας, υπό μαρτυρικές συνθήκες διαβίωσης.

Τη στρατηγική σημασία της κατάληψης της Τρίπολης περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον είχε κατανοήσει ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Χάρη στην επιμονή του οι Έλληνες απέφυγαν την πολυδιάσπαση που είχε προταθεί από άλλους οπλαρχηγούς που στόχευαν στα μικρά μεσσηνιακά κάστρα και επικεντρώθηκαν σε έναν μεγάλο και κεντρικό στόχο, που θα βοηθούσε στον ουσιαστικό έλεγχο της Πελοποννήσου. Είχαν άλλωστε προηγηθεί οι νίκες του στο Βαλτέτσι (12 Μαΐου) και στα Δολιανά (18 Μαΐου).[22]

Εντός των τειχών βρίσκονταν συγκεντρωμένοι περισσότεροι από τριάντα χιλιάδες άμαχοι Τούρκοι, Εβραίοι καθώς και αρκετές χιλιάδες ενόπλων. Όταν η κατάσταση των πολιορκημένων έγινε δύσκολη από την έλλειψη τροφίμων αλλά και από τις συνεχόμενες ήττες των τουρκικών στρατευμάτων σε μάχες στο Λεβίδι, στο Βαλτέτσι, στα Δολιανά και στη Γράνα [23] και διαφαινόταν η κατάληψή της, ορισμένοι από αυτούς άρχισαν ιδιωτικές διαπραγματεύσεις με τους πολιορκητές για την ασφαλή έξοδό τους από την πολιορκημένη πόλη. Μέχρι την τελευταία στιγμή, οι πλουσιότερες οικογένειες προσέγγιζαν οπλαρχηγούς και με το κατάλληλο αντίτιμο εξαγόραζαν την προστασία τους φεύγοντας από την Τριπολιτσά, αρκετοί με τα κινητά τους υπάρχοντα. Ο Ρεϊμπώ αναφέρει χαρακτηριστικά ότι οι Μαυρομιχαλαίοι, η Μπουμπουλίνα, ο Κολοκοτρώνης και οι υπόλοιποι οπλαρχηγοί κατάφεραν να κάνουν περιουσίες μέσα σε λίγες μέρες με αυτές τις “κατάπτυστες δοσοληψίες”.[24] Ως μοναδική εξαίρεση σε αυτό το όργιο χρηματισμού αναφέρεται ο Νικηταράς.[25] Με ξεχωριστή συμφωνία οι Αλβανοί της πόλης έφυγαν για την Ήπειρο υπό την προστασία του Κολοκοτρώνη.[26] Την συμφωνία αυτή θέλησε να παραβιάσει ο Ανδρέας Λόντος, επειδή οι Αλβανοί αυτοί είχαν λεηλατήσει την Βοστίτσα, εμποδίστηκε όμως από τον Πλαπούτα.

Κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, οι Έλληνες προσπαθούσαν να συνεννοηθούν μεταξύ τους για το μοίρασμα των λαφύρων. Όταν έπεφτε η πόλη οι στρατιώτες, οι οποίοι δεν είχαν πληρωθεί από την αρχή της πολιορκίας, θα λάμβαναν τα τρία τέταρτα της λείας ενώ το υπόλοιπο ένα τέταρτο θα πήγαινε στο Εθνικό θησαυροφυλάκιο. Η μοιρασιά μεταξύ των ανδρών θα ήταν ισότιμη: η οπισθοφυλακή θα λάμβανε όσα και η εμπροσθοφυλακή. Μερίδια είχαν προβλεφθεί ακόμα και για τις οικογένειες των νεκρών κατά τη διάρκεια της μάχης. Παράλληλα θεσπίστηκαν ειδικές αμοιβές για κάθε αιχμάλωτο Τούρκο,[27] ενώ μέχρι τότε πληρώνονταν μόνο για τα κομμένα κεφάλια που έφερναν στο στρατόπεδο (τρεις πιάστρες). Ο Μαξίμ Ρεϊμπώ πάντως αναφέρει ότι τα κομμένα κεφάλια παρέμεναν στο στρατόπεδο, όπου προκαλούσαν μεγάλη δυσοσμία[28] και δεν είχαν παραδοθεί για χρήματα.

Εκκλησία Online
Γράψε το σχόλιό σου

Αφήστε μια απάντηση

Comment moderation is enabled. Your comment may take some time to appear.