Ο κύριος Θεόδωρος Γιαννάκης αφηγείται το εξής θαυμαστό γεγονός: “Είχα”, λέγει, “ένα κρίσιμο δικαστήριο. Με είχαν μπλέξει σε μια υπόθεση και με καλούσαν να πληρώσω ένα τεράστιο ποσό δεκάδων εκατομμυρίων δραχμών. Και, ενώ στο Πρωτοβάθμιο με είχαν καταδικάσει, όταν ήλθε η υπόθεση στο Εφετείο, 10 Μαΐου του έτους 199.., εγώ ζήτησα από τον πατέρα Ευμένιο, που είχε τα άγια λείψανα του πατρός Νικηφόρου, να μου δώση ένα τεμάχιο.

Έγώ’, του λέω, ‘πάτερ, τον έχω φροντίσει τον πατέρα Νικηφόρο˙ τον έχω πλύνει, τον έχω ντύσει, του έχω μαγειρέψει, του έχω καθαρίσει τα αυτάκια του, και τώρα, που έχω τόσο μεγάλη ανάγκη, θέλω να με βοηθήση.’ Μου έδωσε δύο μικρά τεμάχια από τα άγια λείψανά του, τα οποία επήρα με πολλή ευλάβεια, τα ασπάσθηκα και τα είχα μαζί μου στο δικαστήριο. Πριν αρχίση η δίκη, παρεκάλεσα θερμά μέσα μου τον Παππούλη, να με βοηθήση σ’ αυτή την δύσκολη ώρα. Και – ω του θαύματος! – ο Εισαγγελέας πρότεινε την αθώωσή μου και το δικαστήριο με αθώωσε. Ευχαριστώ τον Παππούλη μου από τα βάθη της καρδιάς μου, που κι αυτή τη φορά με βοήθησε, όπως παληά, και ας έχουν περάσει τόσο πολλά χρόνια από την κοίμησή του.”

Ο Κωνσταντίνος Μ., κάτοικος Αθηνών, μας ανέφερε το εξής: “Ένα βράδυ του Ιουνίου του 2002, μάλλον προς το ξημέρωμα, βλέπω στον ύπνο μου ότι έμενα σ’ ένα σπίτι με δύο δωμάτια.

Στο ένα δωμάτιο έμενε ο Παππούλης, ο πατήρ Νικηφόρος, και στο άλλο εγώ. Εκεί που ήμουν στο δωμάτιό μου, ωμιλούσα με κάποιον κάπως δυνατά, έντονα. Σε λίγο μπαίνω στο δωμάτιο όπου έμενε ο Παππούλης, και του λέω με χαρούμενο ύφος, ‘Καλημέρα, Παππουλάκο μου’ και έσκυψα με ευλάβεια και του φίλησα το χεράκι του, εκεί στη γωνία, που ηταν ξαπλωμένος. Τότε αυτός γυρίζει και, με πατρική σιγανή και ολοκάθαρη φωνή, μου λέει: “Παιδί μου, με την ελκώδη κολίτιδα που έχεις, πρέπει να είσαι πιο ήρεμος, πιο γαλήνιος. Βλέπεις ότι τον χειμώνα είσαι καλύτερα; Είναι διότι είσαι πιο ήρεμος.” Έλεγα με τον λογισμό μου: “Πόσο καθαρά μιλάει σήμερα ο Παππούλης”. Σε λίγο τον βλέπω, σηκώθηκε, βγήκε έξω, κάθισε επάνω σ’ ένα ηλεκτρικό καροτσάκι και έφυγε. Εμένα μου άφησε τον νάρθηκα, που φορούσε στο ένα του ποδαράκι. Ας σημειωθή ότι στο σπίτι μου, σ’ ένα δωματιάκι που χρησιμοποιώ και σαν χώρο προσευχής, έχω μέρος των αγίων λειψάνων του, τα οποία ευωδιάζουν αρρήτως. Όταν ξύπνησα, πήρα στο τηλέφωνο τον Πνευματικό μου και του το ανέφερα. Τότε εκείνος μου είπε: “Ο Παππούλης ήταν, που σου φανερώθηκε και σε συμβούλευσε για τα μακροχρόνια ασθένειά σου. Το έκανε από την πολλή αγάπη και ευλάβεια, που του έχεις.” Και είναι γνωστό ότι οι γιατροί σε αυτούς, που πάσχουν από αυτή την ασθένεια, συνιστούν ηρεμία, η οποία εμένα μου λείπει τελείως.”

Και πάλι ο ίδιος, ο Κωνσταντίνος Μ., μας εδιηγήθη τα ακόλουθα: “Τον Αύγουστο του 2002 ευρισκόμουν στο Άγιον Όρος και συγκεκριμένα στη Σκήτη της Αγίας Άννης. Έμενα στο Κυριακό. Το πρωί εκκλησιάσθηκα στο κοιμητήριο της Σκήτης. Κατά τη διάρκεια της ακολουθίας, μπήκε μέσα ένας λαϊκός, ήλθε απρόσκλητος στο ψαλτήρι, που έψελνα, και άρχισε να ψάλλη αρκετά αργά, με απηχήματα μακροσκελή και κορώνες, σε αντίθεση με τον ρυθμό και τον χρόνο, που είχαμε πριν. Του είπα κάποια στιγμή ότι στο Άγιον Όρος, τις καθημερινές, οι ακολουθίες γίνονται πιο σύντομες. Αυτός, τίποτα. Σαν να ευρίσκετο στον δικό του κόσμο. Εγώ άρχισα να φουντώνω από μέσα μου. Έβραζα ολόκληρος. Τα νεύρα μου ειχαν τεντωθή στο έπακρον. Τότε, εκείνη την στιγμή, θυμήθηκα την συμβουλή του πατρός Νικηφόρου και λέω, ‘Παππούλη μου, Παππουλάκο μου, βοήθησε με. “Οπως βλέπεις, εγώ από μόνος μου ούτε να συγκρατηθώ μπορώ, ούτε να ηρεμήσω. Βοήθησε με, σε παρακαλώ.’ Για πότε ηρέμησα και γαλήνεψα, δεν το κατάλαβα. “Ετσι μπόρεσα μετά να είμαι στην Θεία Λειτουργία με κατάνυξη. Και, να σκεφθή κάποιος ότι, άλλοτε, ένας εκνευρισμός μου συνήθως κρατούσε πολλές ώρες. Αυτά, προς δόξαν του μεγάλου Θεού, του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, και του θεράποντος Αυτού αγίου πατρός ημών Νικηφόρου.”

Ένας ευλαβής χριστιανός, νέος στην ηλικία –που για προσωπικούς λόγους θέλησε να διατήρηση την ανωνυμία του– πήγε κάποιαν ημέρα στον πατέρα Ευμένιο και του είπε: “Πάτερ, άκουσα ότι έχετε άγια λείψανα του πνευματικού σας, του πατρός Νικηφόρου. Θα ήθελα να μου δώσετε κι εμένα, για ευλογία, να προστατεύουν την οικογένειά μου.” Ο πατήρ Ευμένιος του έδωσε ένα τεμάχιο. Εκείνος το πήρε, το τύλιξε με ευλάβεια και το έβαλε στο τσεπάκι του υποκαμίσου του -ήταν καλοκαίρι- και μετά έφυγε με την μηχανή του για το σπίτι του. Καθ’ οδόν, και ενώ έτρεχε με αρκετά μεγάλη ταχύτατα, του ερχόταν μία άρρητη ευωδία συνέχεια. Και, παρ’ όλο που έπρεπε, φυσιολογικά, άπ’ ο,τι έλεγε ο ίδιος, “την ευωδία αυτή να την παίρνη ο αέρας λόγω της ταχύτητος”, ωστόσο η ευωδία τον πλημμύριζε ολόκληρον. Το σημαντικώτερο όμως είναι το εξής: Όταν αυτός πήγε στο σπίτι του, λέει στην γυναίκα του: “Έλα, γρήγορα, να ασπασθής ένα άγιο λείψανο που έφερα”. Η γυναίκα του, όταν πήγε να το προσκύνηση, πετάχθηκε τρομαγμένα προς τα πίσω και φώναξε, “Μ’ έκαψε, μ’ έκαψε!”. Αργότερα η ίδια διαβεβαίωνε: “Όταν πλησίασα τα χείλη μου να ασπασθώ το άγιο λείψανο, αισθάνθηκα μια έντονη θερμότητα, κάτι σαν κάψιμο, γι’ αυτό φοβήθηκα και πετάχθηκα προς τα πίσω”. Έκτοτε η γυναίκα αυτή έγινε πιο πιστή, γιατί μέχρι τότε ήταν, λίγο ως πολύ, αδιάφορη στα πνευματικά. Μετά τοποθέτησαν το άγιο λείψανο στο προσκυνηταράκι τους και του ανάβουν καντηλάκι κάθε μέρα.

Η κυρία Μαρία Βαλουγεώργη από τη Θεσσαλονίκη, όταν έμαθε ότι ετοιμάζεται να εκδοθή σε βιβλίο ο βίος του οσίου πατρός Νικηφόρου του λεπρού, είπε αυθόρμητα: “Θέλω κι εγώ να συμβάλω σ’ αυτή την έκδοση.” Σημειωτέον, ότι για τον Παππούλη δεν εγνώριζε τίποτε, ούτε είχε ακούσει ποτέ κάτι γι’ αυτόν. Επειδή το συνολικό χρηματικό ποσόν ήτο αρκετά υψηλό, έστελνε κατά διαστήματα ένα μέρος. Κάποια εποχή το αμέλησε και άργησε να στείλη. Καθώς μας είπε, τότε έβλεπε στους δρόμους συνέχεια κάτι πινακίδες που γράφανε το όνομα “Νικηφόρος”, “Νικηφόρος”, και είπε, με τον λογισμό της: “για το βιβλίο του Παππούλη έχω πολύν καιρό να στείλω χρήματα”. Πήγε αμέσως σε μία Τράπεζα και έστειλε ένα ποσό. Μετά επέστρεψε στο κατάστημά τους. Εκείνη την ημέρα δεν είχαν καθόλου κίνηση και ο πατέρας της είπε: “αφού δεν έχει δουλειά, εγώ θα φύγω”. Και έφυγε. Αμέσως μετά, άρχισε να έρχεται τόσο πολύς κόσμος, που το προσωπικό δεν προλάβαινε να τους εξυπηρετήση. Μέσα σε λίγες ώρες, τα χρήματα που είχαν εισπράξει ήταν τα υπερδιπλάσια από αυτά που είχε στείλει. ” Ε, αυτό, δεν είναι ένα θαύμα; πρώτα να βλέπω συνέχεια το όνομα ‘Νικηφόρος’, ‘Νικηφόρος’, και μετά η δουλειά να αυξηθή με μιας στο κατακόρυφο;”

Κάποια άλλη φορά έλεγε η ίδια: “Κάποια ημέρα, κάτι μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, βλέπω ένα σεβάσμιο γέροντα να έρχεται προς το μέρος μου. Όταν έφθασε αρκετά κοντά μου, μου είπε: ‘Είμαι ο Παππούλης ο Νικηφόρος. Ήρθα να σου πω να προσέχης. Διότι υπάρχουν άνθρωποι, οι οποίοι θέλουν να σε βλάψουν, να σου κάνουν κακό.’ Αμέσως μετά, ο Παππούλης συνέχισε: ‘και άκουσε, παιδί μου, την εικόνα μου θέλω εσύ να μου την κάνης’. Μόλις μου είπε αυτό, μετά από λίγο χάθηκε. Πράγματι, υπάρχουν κάποιοι συγγενείς, οι οποίοι θέλουν να με βλάψουν και, ει δυνατόν, να με παραγκωνίσουν επαγγελματικά.”

Εκκλησία Online
Αποστολή
Αξιολόγηση επισκεπτών 5 (1 ψήφος)

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.