Η κυρία Μαρία Βαλουγεώργη από τη Θεσσαλονίκη, όταν έμαθε ότι ετοιμάζεται να εκδοθή σε βιβλίο ο βίος του οσίου πατρός Νικηφόρου του λεπρού, είπε αυθόρμητα: “Θέλω κι εγώ να συμβάλω σ’ αυτή την έκδοση.” Σημειωτέον, ότι για τον Παππούλη δεν εγνώριζε τίποτε, ούτε είχε ακούσει ποτέ κάτι γι’ αυτόν. Επειδή το συνολικό χρηματικό ποσόν ήτο αρκετά υψηλό, έστελνε κατά διαστήματα ένα μέρος. Κάποια εποχή το αμέλησε και άργησε να στείλη.

Καθώς μας είπε, τότε έβλεπε στους δρόμους συνέχεια κάτι πινακίδες που γράφανε το όνομα “Νικηφόρος”, “Νικηφόρος”, και είπε, με τον λογισμό της: “για το βιβλίο του Παππούλη έχω πολύν καιρό να στείλω χρήματα”. Πήγε αμέσως σε μία Τράπεζα και έστειλε ένα ποσό. Μετά επέστρεψε στο κατάστημά τους. Εκείνη την ημέρα δεν είχαν καθόλου κίνηση και ο πατέρας της είπε: “αφού δεν έχει δουλειά, εγώ θα φύγω”. Και έφυγε. Αμέσως μετά, άρχισε να έρχεται τόσο πολύς κόσμος, που το προσωπικό δεν προλάβαινε να τους εξυπηρετήση. Μέσα σε λίγες ώρες, τα χρήματα που είχαν εισπράξει ήταν τα υπερδιπλάσια από αυτά που είχε στείλει. ” Ε, αυτό, δεν είναι ένα θαύμα; πρώτα να βλέπω συνέχεια το όνομα ‘Νικηφόρος’, ‘Νικηφόρος’, και μετά η δουλειά να αυξηθή με μιας στο κατακόρυφο;”

Ένα θαυμαστό γεγονός συνέβη ως εξής: Πριν ακόμη ολοκληρωθή η συγγραφή του βιβλίου αυτού για τον Παππούλη, μας τηλεφώνησε μια μέρα και είπε: “Χθες ήμουν στο σπίτι μου, στο Πανόραμα Θεσσαλονίκης.

Κάποια άλλη φορά έλεγε η ίδια: “Κάποια ημέρα, κάτι μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, βλέπω ένα σεβάσμιο γέροντα να έρχεται προς το μέρος μου. Όταν έφθασε αρκετά κοντά μου, μου είπε: ‘Είμαι ο Παππούλης ο Νικηφόρος. Ήρθα να σου πω να προσέχης. Διότι υπάρχουν άνθρωποι, οι οποίοι θέλουν να σε βλάψουν, να σου κάνουν κακό.’ Αμέσως μετά, ο Παππούλης συνέχισε: ‘και άκουσε, παιδί μου, την εικόνα μου θέλω εσύ να μου την κάνης’. Μόλις μου είπε αυτό, μετά από λίγο χάθηκε. Πράγματι, υπάρχουν κάποιοι συγγενείς, οι οποίοι θέλουν να με βλάψουν και, ει δυνατόν, να με παραγκωνίσουν επαγγελματικά.”

Εκεί που ξεφύλλιζα ένα βιβλίο, ερχόταν στη σκέψη μου ο πατήρ Νικηφόρος και σαν ν’ άκουγα μια φωνή να μου λέη: ‘την αγιογραφία, την αγιογραφία’.

Την άλλη μέρα πήγα και κατέθεσα ένα ποσόν χρημάτων για την έκδοση του βιβλίου του Παππούλη, που είχα αναλάβει να χρηματοδοτήσω.” Της είπαμε ότι, αν είχαμε προλάβει, θα την ειδοποιούσαμε να στείλη ένα μέρος του ποσού αυτού στην Ιερά Μονή Ξενοφώντος του Άγιου Όρους, διότι ο αγιογράφος πατήρ Λουκάς μας έστειλε ήδη την εικόνα του πατρός Νικηφόρου.

Εκείνη απάντησε, “Δεν πειράζει, πάτερ, σε λίγες μέρες θα μαζέψω τα χρήματα και θα τα στείλω”. Μετά παρέλευση δέκα λεπτών, ξανατηλεφώνησε: “Μόλις κλείσαμε το τηλέφωνο, μου έδωσε ο πατέρας μου ένα φάκελλο και μου είπε, ‘αυτός είναι για σένα’. Τον ανοίγω και βλέπω να έχη μέσα όσα χρήματα χρειάζονταν για την εικόνα, ούτε περισσότερα ούτε λιγώτερα. Εγώ έμεινα άφωνη. Και, μόλις συνήλθα, σας παίρνω τηλέφωνο, για να σας πώ το θαυμαστό γεγονός αυτό.”

Ο κ. Νίκος Τσεκούρας, στην Αθήνα, μας διηγήθηκε ότι, πολλές φορές, όταν εκκλησιαζόταν στον Ναό των Αγίων Αναργύρων, τον έπιανε πονοκέφαλος. Πήγαινε τότε στο δωμάτιο όπου ήταν φυλαγμένο το κιβωτιάκι με τα σεπτά λείψανα του πατρός Νικηφόρου και σταυρωνόταν με αυτά – και αμέσως ο πονοκέφαλος του περνούσε.

Σίμωνος Μοναχού, Νικηφόρος ο Λεπρός της καρτερίας αθλητής λαμπρός

Εκκλησία Online
Αποστολή
Αξιολόγηση επισκεπτών 5 (1 ψήφος)

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.