Ὁ Ἅγιος Νικόλαος ἔζησε καί ἔδρασε κατά τόν 4ο κυρίως αἰώνα, στά χρόνια τοῦ Διοκλητιανοῦ (284-304 μ.Χ.), τοῦ Μαξιμιανοῦ (286-305 μ.Χ.) καί τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου.

Εἶχε ἰδιαίτερη πατρίδα τά Πάταρα τῆς Λυκίας.

Γεννημένος ἀπό εὐσεβεῖς γονεῖς, τόν Ἐπιφάνιο καί τή Νόννα, ἀκολούθησε τήν ὁδό τοῦ μοναχικοῦ βίου καί χειροτονήθηκε, μέ τήν εὐχή τοῦ θείου του Νικολάου , πού ἦταν κτίτορας τοῦ ναοῦ τῆς Ἁγίας Σιών Λυκίας , Πρεσβύτερος ἀπό τόν Ἐπίσκοπο Μύρων.

Μετά τήν κοίμηση τοῦ Ἐπισκόπου ἐξελέγη μέ θαυμαστό τρόπο Ἐπίσκοπος τῶν Μύρων τῆς Λυκίας.

Ὡς Ἐπίσκοπος φυλακίσθηκε ἐπί Διοκλητιανοῦ καί ὁμολόγησε τήν πίστη του στό Χριστό.

Ὅταν ἐλευθερώθηκε ἀποκαταστάθηκε, ἐπί Κωνσταντίνου τοῦ Μεγάλου, στήν ἐπισκοπική του ἕδρα φέροντας τά στίγματα τοῦ μαρτυρίου στό σῶμα του.

Ἐπισκέφθηκε τά Ἱεροσόλυμα, γιά νά προσκυνήσει τόν Τίμιο Σταυρό καί θεωρεῖται ὅτι παρέστη στήν Α´ Οἰκουμενική Σύνοδο, τό 325 μ.Χ..

Στό σημεῖο αὐτό ὑπάρχει κάποιο πρόβλημα, ἀλλά εἶναι ἀξοπρόσεκτο ὅτι ἡ ἰσχυρή αὐτή παράδοση χρονολογεῖται κυρίως ἀπό τόν 6 αἰώνα. Ὁ Μικρασιάτης Ἅγιος ἔλαβε μέρος στήν Α´ Οἰκουμενική Σύνοδο, ὅπου καί κατετρόπωσε τά “ἀχυρώδη” διδάγματα τοῦ Ἀρείου.

Στά Πρακτικά τῆς Συνόδου ἀναφέρεται ὅτι ἔλαβε μέρος ὁ Ἐπίσκοπος Μύρων τῆς Λυκίας Πολύδευκτος.

Τό θέμα αὐτό παραμένει ἀνοικτό, καλύπτεται ὅμως ἀπό ἄλλες πηγές τοῦ 6ου αἰῶνος καί κυρίως ἀπό τή μεταγενέστερη λειτουργική πράξη καί παράδοση.

Γι’ αὐτό καί λόγῳ τῶν ἀγώνων του ὑπέρ τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως χαρακτηρίζεται ὡς “κανόνας πίστεως”.

Ὅ Ἅγιος ἔφθασε σέ βαθύτατο γῆρας. Ἀφοῦ, λοιπόν, συμπλήρωσε πλήρως τό χρόνο τοῦ ἐπίγειου βίου του, προσβλήθηκε ἀπό σύντομη ἀσθένεια, κατά τή διάρκεια τῆς ὁποίας δοξολογοῦσε τό Ὄνομα τοῦ Ἁγίου Θεοῦ καί ἔψαλε ἐξόδιος καί ἐπικήδειους ὕμνους.

Ἔτσι, λοιπόν, ἄφησε τή φθαρτή αὐτή ζωή καί παρέδωσε τή μακαρία ψυχή του στό Θεό (+333 ἤ 334 μ.Χ.).

Τό τίμιο λείψανό του μεταφέρθηκε μέ τά χέρια Ἐπισκόπων καί, μέ τιμητική πομπή, τοποθετήθηκε σέ εἰδικό μνημεῖο-σαρκοφάγο στό ναό τῶν Μύρων τῆς Λυκίας.

Ἀπό τό λείψανο τοῦ Ἁγίου ἀνέβλυζε μῦρο, τό ὁποῖο ἐθεράπευε ψυχικές καί σωματικές ἀσθένειες. Γράφει χαρακτηρι-στικά ὁ Κωνσταντῖνος ὁ Πορφυρογέννητος (10ος αἰώνας) στό “Περί θεμάτων” ἔργο του: “Εἶτα τῶν Λυκίων πόλιν, τήν μυρίπνουν τε καί τρισόλβιον, ἐν ᾗπερ ὁ μέγας Νικόλαος, ὁ τοῦ Θεοῦ θεράπων, ἀναβλύζει τά μῦρα κατά τό τῆς πόλεως ὄνομα”.

Ὁ Ἅγιος Νικόλαος χαρακτηρίζεται στήν ὑμνολογία τῆς Ἐκκλησίας ὡς κανόνας πίστεως, εἰκόνα πραότητας, ἐγκρατείας διδάσκαλος, μέγας ἀντιλήπτορας, ἄδυτος λαμπτήρας, φωστήρας παγκόσμιος, συμπαθής, φιλάγαθος, ρύστης θερμότατος, ἀληθής προστάτης, πατήρ Ἀγγέλων, συμπολίτης τῶν Ἀποστόλων, ἰσοστάσιος τῶν Προφητῶν, κληρονόμος Θεοῦ, συγκληρονόμος Χριστοῦ, λειτουργός Κυρίου, ἀχείμαστος λιμήν, τεῖχος ἀπροσμάχητον, πύργος ἀσφαλείας, θύρα μετανοίας, ὁδηγός ψυχῶν καί πρόμαχος, παραμύθιον τῶν θλιβομένων, καταφύγιον τῶν ἐν κινδύνοις, πῦργος τῆς εὐσεβείας, ἀντίπαλος τῆς ἀσεβείας, ὑπέρμαχος τῆς εὐσεβείας, πρωτοστάτης τῆς Ἐκκλησίας, καλλονή τῶν Ἱεραρχῶν, κλέος τῶν Πατέρων, βρύση τῶν θαυμάτων, μυροθήκη, ἔαρ εὐφρόσυνον, καταγώγιον τῶν ἀρετῶν, πυρσός ὁ τῆς νίκης, ἐνδιαίτημα τῆς Τριάδος, γαληνότατος ὅρμος, σκεῦος ἐκλογῆς, ἑδραίωμα τῆς Ἐκκλησίας, κυβερνήτης τῶν ἐν θαλάσσῃ.

«Οὐδείς ἐν πειρασμοῖς σε πότε προσεκάλεσε καί τήν λύσιν εὐθύς οὐκ ἐδέξατο, ἅγιε. Τούς μέν ἐν θαλάσσῃ, τούς δέ ἐν τῇ γῇ γάρ οὐ διαλείπεις σώζων ἑκάστοτε, ὡς ἔχων τό δύνασθαι..».

Μ’ αὐτά τά λόγια στιχούργησε καί περιέγραψε ὁ ἅγιος Ρωμανός ὁ Μελωδός, συνοπτικά, τά θαυματουργικά χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Νικολάου, Ἐπισκόπου Μύρων τῆς Λυκίας.

Οἱ “ἱστορικές περιπέτειες” τῶν ἱερῶν λειψάνων αὐτῶν.

Ὁ ναός τοῦ Ἁγίου Νικολάου στά Μῦρα τῆς Λυκίας εἶναι τρισυπόστατος.

Στο δεξιό μέρος αὐτῆς, ἐντός τοῦ ἱεροῦ βήματος, ὑπάρχει λάρνακα στήν ὁποία, κατά την παράδοση τῶν Χριστιανῶν εἶναι ὁ τάφος τοῦ Ἁγίου ἤ ὁ τόπος στόν ὁποῖο φυλασσόταν το ἱερό αὐτοῦ λείψανο.

Τό ἔτος 1087 μ.Χ., ἐπί αὐτοκράτορος Ἀλεξίου Κομνηνοῦ (1081-1118 μ.Χ.), ἡ ἐπαρχία τῆς Λυκίας καί ἡ πόλη τῶν Μύρων δει-νοπαθοῦν ἀπό τούς Ἀγαρινούς.

Γι’ αὐτό καί οἱ μοναχοί, πού διακονοῦσαν στό προσκύνημα τοῦ Ἁγίου, συναινοῦν στήν πρόταση “ἐμπόρων” ἀπό τό Μπάρι τῆς Ἰταλίας, πού στήν πραγματικότητα ἦσαν κληρικοί, νά πραγματοποιήσουν τήν ἀνακομιδή τῶν ἱερῶν λειψάνων καί τή μετακομιδή στό Μπάρι.

Κατά τή συναξαριστική παράδοση τό ἅγιο λείψανο ἀναχώρησε τήν 1η Ἀπριλίου τοῦ 1087 ἀπό τά Μῦρα καί ἔφθασε στό Μπάρι στίς 9 ἤ στίς 20 Μαΐου.

Ἀρχικά κατατέθηκε κατ’ ἄλλους στό ναό τοῦ Τιμίου Προδρόμου ἤ στό ναό τοῦ Ἁγίου Στεφάνου, μέχρι νά ἀνοικοδομηθεῖ μετά τριετία νέος ναός.

Πιθανόν ἡ 20ή Μαΐου νά συνδέεται μέ τήν κατάθεση στό ναό αὐτό τοῦ ἱεροῦ λειψάνου.

Ἀρχικά τό σκήνωμα τοῦ Ἁγίου τέθηκε σέ ἀργυρή λάρνακα. Μετά ὅμως κάποιο ὅραμα κάποιου ἐνάρετου μοναχοῦ, ἡ σορός του μέ τήν κάρα του καί ἕνα μεγάλο μέρος τῶν λειψάνων τοποθετήθηκε κάτω ἀπό τήν Ἁγία Τράπεζα, ἀφοῦ παρελήφθησαν μέρη τῶν λειψάνων του σέ φορητή λειψανοθήκη.

Ἀξίζει νά μελετηθεῖ ἡ παρουσία τῶν ἱερῶν λειψάνων τοῦ Ἁγίου Νικολάου, Ἐπισκόπου Μύρων τῆς Λυκίας, τοῦ Ἁγίου Νικολάου τοῦ Θείου καί τοῦ Μάρτυρος Θεοδώρου στόν ὁποῖο ἡ βενετσιάνικη παράδοση ἀποδίδει καί τήν ἐπισκοπική ἰδιότητα, πού ἔφθασαν στή Βενετία ἀπό τά Μῦρα τῆς Λυκίας στίς 6 Δεκεμβρίου 1100 μ.Χ. καί τά ὁποῖα ἐξαιτίας τῆς διαμάχης μεταξύ τῶν πολιτικῶν καί θρησκευτικῶν ἀρχῶν τῆς λιμνοθάλασσας, δηλαδή τοῦ δόγη Βιταλίου Α´ Michiel, τοῦ Πατριάρχου τοῦ Grado Πέτρου Badoer, κατοίκου τοῦ Rivolato (Rialto) καί τοῦ Ἐπισκόπου τοῦ Castello, τοποθετήθηκαν στό μοναστήρι τῶν Βενεδικτίνων τοῦ Ἁγίου Νικολάου τοῦ Lido.

Ἡ ἀρχαιότερη κατά σειράν μαρτυρία αὐτοῦ τοῦ γεγονότος, ἡ Historia de translatione sanctorum Magni Nicolai, terra marique miraculis gloriosi, ejusdem avunculi, alterius Nicolai Theodorique martyris pretiosi, εἶναι σημαντική κυρίως ἀπό ἰδεολογική καί ἱστορικο-πολιτιστική ἄποψη, ὅπως ἔχουν ἐπισημάνει οἱ R. Cessi , A. Pertusi , S. Tramontin καί G. Cracco.

Ἡ τοποθέτηση αὐτῶν τῶν λειψάνων ὄχι πιά ” iuxta sanctum Marcum”, δηλαδή στή βασιλική τοῦ Δόγη, πού εἶχε πρόσφατα τελειώσει, οὔτε “in casa maiori”, δηλαδή στοῦ Πατριάρχη τοῦ Grado πού διέμενε στό Rialto στό μέγαρο τοῦ Ἁγίου Συλβέστρου, ἀφήνει νά διαφανεῖ, μέ ὁμόφωνη γνώμη τῶν μελετητῶν, μιά διεύρυνση τῆς εὐλάβειας τῆς λιμνο-θάλασσας πού προϋποθέτει μία διαφοροποίηση τῶν ἐξουσιῶν, ἄν ὄχι μιά πραγματική ἀντιπαράθεση, μεταξύ τοῦ δογικοῦ πόλου καί τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ, ὁ καθένας ἀπό τούς ὁποίους προσπαθοῦσε μέ τό δικό του τρόπο νά ἀποκτήσει ἱερά λείψανα, γιά νά τοποθετήσει, ὡς ἔνδειξη ἰσχύος, σέ ἰδιωτικό προσκυνηματικό ναό.

Σύμφωνα μέ τήν ἀφήγηση, πού συντέθηκε ἀπό κάποιον Βενεδικτῖνο τῆς μονῆς τοῦ Lido, ἡ συμμετοχή στήν πρώτη Σταυροφορία προσέφερε στούς Βενετσιάνους τήν εὐκαιρία νά ἐπιδιώξουν καί ἕνα ἰδιαίτερο στόχο, ἄς ποῦμε ἰδιωτικό: ὁ στόλος τῆς λιμνοθάλασσας ὄντως ἀποτελούμενος ἀπό διακόσια περίπου πλοῖα, ὑπό τήν ἀρχηγία τοῦ υἱοῦ τοῦ δόγη, Ἰωάννη Michiele, ἔχοντας σαλπάρει τό κα-λοκαίρι τοῦ ἔτους 1099 μ.Χ. προσάραξε σκόπιμα στίς ἀκτές τῆς Λυκίας, γιά νά πάρει τά λείψανα τοῦ θαυματουργοῦ Ἁγίου τῶν Μύρων.

Τά μετέφερε μαζί στό ἔνοπλο προσκύνημα στούς Ἁγίους Τόπους καί τά ὁδήγησε τελικά στή Βενετία ὑπολογίζοντας να φθά-σουν στή λιμνοθάλασσα ἀκριβῶς στήν ἑορτή τοῦ Ἁγίου.

Οἱ πιό μεταγενέστερες βενετσιάνικες ἀποδόσεις αὐτῆς τῆς ἀφηγήσεως, ἄν καί βέβαια ἀλλοιωμένες ἀπό μία σειρά ἐμφανέστατων ἀνακριβειῶν σχετικά μέ τήν πηγή, διατηροῦν σταθερή τήν ἀνατολική προέλευση αὐτῶν τῶν λειψάνων, ἀπό τήν πληροφορία τή σχετική μέ τήν Ἀρχιερατεία “τῶν Σμιρνῶν” τοῦ Ἁγίου Νικολάου (ἐμφανής παραφθορά τοῦ Σμίρρη, Σμίρη ἤ Σμύρη) μέχρι ἐκείνη τῆς μεταφορᾶς τους στή Βενετία “ἀπό τήν Κιρέα ” ἤ “ἀπό τό Μωριά” 122+123.

Ἡ Βενετσιάνικη παράδοση εὑρίσκεται σέ θέση ἀπόλυτης ἱστορικῆς ἀδυναμίας ἀπέναντι στήν ἐπιχειρηματολογία τή σχετική μέ τή μετακομιδή τῶν λειψάνων τοῦ Ἁγίου Νικολάου στό Μπάρι δεκατρία χρόνια νωρίτερα.

Ἔτσι, ὁ βενεδικτῖνος μοναχός τῆς μονῆς τοῦ Lido, συγγραφέας τῆς Historia de translatione, παραδέχεται ἐμμέσως ὅτι οἱ Βενετσιάνοι μπόρεσαν νά ἀποκτήσουν μόνο ἐκεῖνο τό τμῆμα τῶν λειψάνων τοῦ Ἁγίου Νικολάου πού οἱ “ἔμποροι” τοῦ Μπάρι εἶχαν λόγῳ βιασύνης παραμελήσει νά πάρουν.

Ἡ θέση αὐτή ἐνισχύεται καί ἀπό τήν παρουσία ἱερῶν λειψάνων τοῦ Ἁγίου Νικολάου, πού φυλάσσονται μέσα σέ μιά προφυρή θήκη, στό Ἀρχαιολογικό Μουσεῖο τῆς Ἀττάλειας.

Πρόκειται γιά κάποια ὑπολείμματα, πού στή βιασύνη τους προφανῶς οἱ μοναχοί δέν ἐπρόλαβαν νά συλλέξουν.

Ἐπειδή ὁ Μάρτυρας Θεόδωρος τῶν Μύρων τῆς Λυκίας εἶναι ἐντελῶς ἄγνωστος στά πιό ἀρχαῖα Μαρτυρολόγια, ὅπως καί στίς σύντομες ἐκδόσεις τοῦ Συναξαρίου τῆς Κωνσταντινουπόλεως, δέν δυνάμεθα νά ἀναφέρουμε κάτι γι’ αὐτόν.

Ἡ μόνη περίπτωση σ’ αὐτή τήν τριάδα τῶν Ἁγίων, πού μποροῦμε νά ἐξετάσουμε, εἶναι αὐτή τοῦ alter Nicolaus ejusdem avuncu-lus, δηλαδή τοῦ Ἁγίου Νικολάου τοῦ Θείου.

Αὐτός ὁ Νικόλαος, θεῖος ἑνός ὁμώνυμου ἀνηψιοῦ πού τόν ξεπέρασε στή φήμη τῆς ἁγιότητος , ἀποτελεῖ τμῆμα ἐκείνης τῆς ἄφθονης μεταγγίσεως βιογραφικῶν δεδομένων πού ἕνας ἄλλος Ἅγιος μέ τό ἴδιο ὄνομα, καί ἐκεῖνος ἐπίσης Ἐπίσκοπος στή Λυκία, προσφέρει.

Εἶναι ὁ Νικόλαος, πού ἔζησε περί τό ἔτος 564 μ.Χ. καί ἄνθησε κατά τήν Ἰουστινιάνειο περίοδο.

Ἴσως πρόκειται γιά τό Νικόλαο τῆς Σιών (ἀπό τό ὄνομα τοῦ μοναστηριοῦ, πού εὑρισκόταν πάνω στά βουνά τῆς πόλεως τῶν Μύρων, τοῦ ὁποίου εἶχε διατελέσει ἡγούμενος πρίν χειροτονηθεῖ ἐπίσκοπος Πινάρας, πόλεως ὄχι μακριά ἀπό τά Μύρα.

Ὁ ἡγούμενος καί ἱδρυτής τῆς μονῆς τῆς Ἁγίας Σιών Νικόλαος, θεῖος τοῦ Ἁγίου Νικολάου, τοῦ ὁποίου ἡ ἐπισκοπική ἰδιότητα τῆς βενετσιάνικης λατρευτικῆς παραδόσεως δέν ἔχει ἀντίκρυσμα στήν Vita s. Nicolai Sionitae, δέν εἰσῆλθε, ὅπως προέκυψε γιά τόν Ἅγιο Νικόλαο, Ἐπίσκοπο Μύρων τῆς Λυκίας, στήν ἐπίσημη λατρεία τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας, ἴσως γιατί ἐπισκιάσθηκε ἀπό τή φήμη ἁγιό-τητας τοῦ ἀνηψιοῦ του.

Ἡ μεταφορά τοῦ σκηνώματός του στή λιμνοθάλασσα, μαζί μέ τά λείψανα τοῦ Ἁγίου Νικολάου 130, ἐντάσσεται τέλεια σ’ ἐκεῖνο τό φαινόμενο σύμφωνα μέ τό ὁποῖο τό ἀνατολικό συστατικό τῆς βενετσιάνικης λειψανολογικῆς περιουσίας ἀποτελεῖται σέ σημαντικό βαθμό ἀπό Ἁγίους πού στήν Ἀνατολή ἦταν ἀντικείμενο τιμῆς μόνο τοπικά.

Εκκλησία Online
Γράψε το σχόλιό σου

Αφήστε μια απάντηση

Comment moderation is enabled. Your comment may take some time to appear.