Παναγιώτης Μπούμης.
Πολλά λέγονται ἤ γράφονται γιά τήν εἰσαγωγή στήν Ἐκκλησία καί στή Θεία Εὐχαριστία ἀκόμη . . . ἀκόμη καί στήν ἀναφορά καί τόν καθαγιασμό τῶν τιμίων δώρων διαφόρων καινοτομιῶν.
Μία τέτοια καινοτομία, ὅπως πληροφορήθηκα, ἀναφέρεται καί στή δυνατότητα νά μπορεῖ ἕνας χριστιανός χρησιμοποιώντας καί τήν τηλεόραση ἤ τό διαδίκτυο νά ἔχει τή Θ. Εὐχαριστία καί στό σπίτι του μόνος ἤ καί μέ τήν οἰκογένειά του. Νά βάζει δηλονότι ἐπάνω σ’ ἕνα τραπέζι ἕνα κομμάτι ψωμί καί ἕνα ποτήρι μέ κρασί-νερό μπροστά ἀπό μία τηλεόραση ἤ ὀθόνη ὑπολογιστῆ συνδεδεμένη μέ τό ίντερνετ καί νά τήν ἀνοίγει κατά τή μετάδοση τῆς Θ. Λειτουργίας ἀπό μία Ἐκκλησία (ναό).
Ἔτσι νομίζουν (ἐπαναπαύονται;) ὅτι ὑπάρχουν οἱ προϋποθέσεις γιά τή μεταβολή τοῦ ἄρτου (ψωμιοῦ) καί τοῦ οἴνου (κρασιοῦ) σέ σῶμα καί αἷμα τοῦ Χριστοῦ, προκειμένου νά «κοινωνήσουν». Εἶναι ὅμως ἔτσι τά πράγματα; Τίθεται φλέγον τό ἐρώτημα.
Ἐμεῖς νομίζουμε ὅτι δέν μπορεῖ νά εἶναι ἔτσι. Πρός τοῦτο καταφεύγουμε προσεκτικά στήν εὐχή τῆς Ἐπικλήσεως ἤ ἀναφορᾶς, ἡ ὁποία λέγεται μετά ἀπό το «τά σά ἐκ τῶν σῶν . . . ». Ἡ εὐχή περιέχει τή φράση: «Κατάπεμψον τό Πνεῦμά Σου τό Ἅγιον ἐφ’ ἡμᾶς καί ἐπί τά προκείμενα δῶρα ταῦτα».
Δέν ἀρκεῖται μόνο στό «τά προκείμενα δῶρα», τά δῶρα πού κεῖνται πρό ἐμοῦ, τοῦ ἱερέα, ἀλλά προσθέτει γιά ἔμφαση καί τή δεικτική ἀντωνυμία «ταῦτα», τ. ἔ. αὐτά πού εἶναι μπροστά μου καί ὄχι σέ ἄλλους χώρους.
Αὐτή ἡ δεικτική ἀντωνυμία μᾶς θυμίζει καί τίς δύο ἐκφράσεις τοῦ Κυρίου κατά τόν Μυστικό Δεῖπνο, ὅταν εὐλόγησε τόν ἄρτο καί τόν οἶνο καί τά μοίρασε στούς μαθητές του καί τούς εἶπε: «Λάβετε φάγετε, τοῦτό ἐστι τό σῶμά μου» καί «πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες, τοῦτό ἐστι τό αἷμά μου».
Ἀλλ’ ἐκτός τῆς προηγουμένης φράσεως τῆς εὐχῆς τῆς ἐπικλήσεως καί ἡ ἀκολουθοῦσα φράση «καί εὐλογεῖσαι αὐτά καί ἁγιάσαι καί ἀναδεῖξαι», ἡ ὁποία λέγεται εἰδικῶς στή λειτουργία τοῦ Μεγ. Βασιλείου, τά ἀνωτέρω ἐνισχύει: Ἡ ἐπαναληπτική ἤ ὁριστική ἀντωνυμία «αὐτά» εἶναι σάν νά ἐπαναλαμβάνει τή φράση «τά προκείμενα δῶρα ταῦτα» καί σάν νά ὁρίζει καί περιορίζει «τά προκείμενα»· δηλ. «εὐλόγησον» μόνο τά προκείμενα δῶρα, πού κεῖνται ἐπάνω στήν Ἁγία Τράπεζα μπροστά στόν ἱερέα πού ἐπικαλεῖται τό Ἅγιο Πνεῦμα.
Καί συνεχίζεται ὁ προσδιορισμός τῶν τιμίων δώρων: «τόν μέν ἄρτον τοῦτον τίμιον σῶμα τοῦ Χριστοῦ Σου», «τό δέ ἐν τῷ ποτηρίῳ τούτῳ τίμιον αἷμα τοῦ Χριστοῦ Σου». Καί αὐτές οἱ δεικτικές ἀντωνυμίες μᾶς θυμίζουν σαφῶς τούς λόγους τοῦ Κυρίου στό Μυστικό Δεῖπνο, ὅπως εἴδαμε πιό πάνω (βλ. ἀναλυτικότερα πιό κάτω).
Ἑπομένως βλέπουμε σαφῶς καί συγκεκριμένως ποιόν ἄρτο καί ποιόν οἶνο ἐννοοῦν οἱ λειτουργοῦντες ἀρχιερεῖς ἤ ἱερεῖς γιά τή μεταβολή τους σέ σῶμα καί αἷμα τοῦ Χριστοῦ· καί γι’ αὐτά παρακαλοῦν τόν Θεό νά καταπέμψει καί νά κατέλθει τό Ἅγιο Πνεῦμα, ὄχι γιά ἐκεῖνα πού εἶναι στό τραπέζι μιᾶς οἰκίας, ὅπου ὑπάρχει καί μία τηλεόραση ἤ μία ὀθόνη ὑπολογιστῆ.
Α. Ἡ ἐν λόγῳ παράδοξη πρακτική φαίνεται ἐπιπλέον, ἐκτός ἀπό τά παραπάνω, ὅτι ἀντιτίθεται καί στούς ἱδρυτικούς λόγους τοῦ μυστηρίου τῆς Θείας Εὐχαριστίας. Αὐτοί οἱ λόγοι τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ ἔχουν ὡς ἑξῆς:
1) Στό Ματθ. 26,26:
«Ἐσθιόντων δέ αὐτῶν (τῶν μαθητῶν) λαβών ὁ Ἰησοῦς τόν ἄρτον καί εὐχαριστήσας ἔκλασε (= ἔκοψε) καί ἐδίδου τοῖς μαθηταῖς καί εἶπε· λάβετε φάγετε τοῦτό ἐστι τό σῶμα μου».
Στό Ματθ. 26,27-28:
«Καί λαβών τό ποτήριον καί εὐχαριστήσας ἔδωκεν αὐτοῖς λέγων· πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες· τοῦτο γάρ ἐστι τό αἷμα μου . . . ».
Οἱ ἐκφράσεις «τόν ἄρτον» καί «τό ποτήριον» σαφῶς μιλοῦν γιά ἕνα ἄρτο, ὁ ὁποῖος τεμαχίστηκε, καί γιά ἕνα ποτήριο, ἀπό τό ὁποῖο «ἔπιον ὅλοι». Ἐδῶ εἰσάγεται ἡ ἔννοια τῆς ἑνότητας μεταξύ τῶν μαθητῶν-χριστιανῶν.
2) Στό Μάρκ. 14,23:
«Καί λαβών τό ποτήριον εὐχαριστήσας ἔδωκεν αὐτοῖς καί ἔπιον ἐξ αὐτοῦ πάντες».
Καί ἐδῶ ὁμιλεῖ γιά ἕνα ποτήριο, ἀπό τό ὁποῖο «ἔπιον πάντες». Πάλι τονίζεται ἡ ἑνότητα.
3) Στό Λουκ. 22,19-20:
19. «Καί λαβών ἄρτον εὐχαριστήσας ἔκλασε καί ἔδωκεν αὐτοῖς λέγων· τοῦτό ἐστι τό σῶμά μου τό ὑπέρ ὑμῶν διδόμενον· τοῦτο ποιεῖτε εἰς τήν ἐμήν ἀνάμνησιν».
20. «Ὡσαύτως καί τό ποτήριον μετά τό δειπνῆσαι λέγων· τοῦτο τό ποτήριον ἡ καινή διαθήκη ἐν τῷ αἵματί μου, τό ὑπέρ ὑμῶν ἐκχυνόμενον».
Ἐπαναλαμβάνει δύο φορές «τό ποτήριον». Ἔτσι τονίζει τή σημασία τοῦ ἑνός καί ὄχι τῶν πολλῶν ποτηρίων. Ὑπάρχει ἕνα ποτήριο.
Ἔτσι ὑποδεικνύει καί τήν ἑνότητα πού πρέπει νά ὑφίσταται μεταξύ τῶν χριστιανῶν, προκειμένου νά κοινωνοῦν ἀξίως.
Β. Ἐπιπροσθέτως ἀπό τήν Ἁγία Γραφή ἔχουμε τίς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων (20,7), ὅπου μιλοῦν περί συνάξεως τῶν χριστιανῶν τήν Κυριακή, κατά τήν ὁποία τελεῖται ἡ Θ. Εὐχαριστία. Τό χωρίο ἔχει ὡς ἑξῆς:
«Ἐν δέ τῇ μιᾷ τῶν Σαββάτων συνηγμένων τῶν μαθητῶν (χριστιανῶν) κλάσας ἄρτον, ὁ Παῦλος διελέγετο αὐτοῖς . . . ».
Καί τονίζοντας τό γεγονός τῆς συνάξεως ἐπαναλαμβάνει στόν ἑπόμενο στίχο (20,8): « . . . ἐν τῷ ὑπερῴῳ οὗ ἦμεν (ὅπου εἴμεθα) συνηγμένοι».
Ἡ σύναξη τῶν πιστῶν στό Ναό εἶναι ἀπαραίτητος ὅρος γιά τήν τέλεση τῆς Θείας Εὐχαριστίας καί τήν μετάληψη τῆς Θείας Κοινωνίας. Χριστολογία καί Ἐκκλησιολογία εἶναι στενά συνδεδεμένες.
Καί ἐρχόμαστε στήν Α΄ πρός Κορινθίους ἐπιστολή τοῦ ἀποστόλου Παύλου, κεφ. ι΄ (10), ὅπου ἐνισχύονται τά ἀνωτέρω λεχθέντα:
16. «Τό ποτήριον τῆς εὐλογίας ὅ εὐλογοῦμεν, οὐχί κοινωνία τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ ἐστι; τόν ἄρτον ὅν κλῶμεν, οὐχί κοινωνία τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ ἐστιν;
17. ὅτι εἷς ἄρτος ἕν σῶμα οἱ πολλοί ἐσμεν· οἱ γάρ πάντες ἐκ τοῦ ἑνός ἄρτου μετέχομεν».
Τονίζουμε τίς ἐκφράσεις:
«Τό ποτήριον τῆς εὐλογίας ὅ εὐλογοῦμεν»,
«τόν ἄρτον ὅν κλῶμεν» τοῦ στίχου 16 καί ὅλο τό στίχο 17, μέ τόν ὁποῖο τονίζεται ὅτι ὁ ἕνας ἄρτος φανερώνει ὅτι ἕνα σῶμα εἴμεθα οἱ πολλοί. Ἐφ’ ὅσον ὅλοι μετέχουμε ἀπό ἕνα ἄρτο στό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, μαρτυροῦμε καί ὁμολογοῦμε τήν ἑνότητα τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας καί ὄχι τή διάσπαση αὐτῆς σέ πολλά σπίτια.
Ἑπομένως τό θέμα, μέ τό ὁποῖο ἀσχολούμαστε δέν ἔχει μόνο κανονική σημασία, ἀλλά εἶναι καί δογματικῆς (χριστολογικῆς καί ἐκκλησιολογικῆς) ὑφῆς. Ἔτσι εἶναι δυνατόν νά δεχθοῦμε ὅτι μπορεῖ σέ κάποια σημεῖα νά γίνει κατά ἐκκλησιαστική οἰκονομία (κατ’ οἰκονομία) διαφορετική «εὐλογία», διαφορετική τέλεση τῆς Θείας Εὐχαριστίας;
Καί στό ἑπόμενο κεφάλαιο (11) τῆς Α΄ πρός Κορινιθίους ἐπιστολῆς τονίζεται ἡ σύναξη, ἡ ἀπό κοινοῦ τελουμένη Θ. Εὐχαριστία στή σύναξη ἤ Ἐκκλησία τῶν πιστῶν.
στ. 17. «οὐκ ἐπαινῶ ὅτι οὐκ εἰς τό κρεῖττον (καλύτερο), ἀλλ’ εἰς τό ἧττον (χειρότερο) συνέρχεσθε».
στ. 18. «πρῶτον μέν γάρ συνερχομένων ὑμῶν ἐν ἐκκλησίᾳ ἀκούω σχίσματα ἐν ὑμῖν».
στ. 20. «συνερχομένων οὖν ὑμῶν ἐπί τῷ αὐτῷ οὐκ ἔστι κυριακόν δεῖπνον φαγεῖν».
στ. 21. «ἕκαστος γάρ τό ἴδιον δεῖπνον προλαμβάνει ἐν τῷ φαγεῖν».
Καί ἐδῶ στούς τρεῖς στίχους 17, 18, 20 μέ τό «συνέρχεσθε» καί τό «συνερχομένων» σημαίνεται τό ἀπαραίτητο τῆς συνάξεως, προκειμένου νά τελεσθεῖ κανονικῶς καί ἐγκύρως ἡ Θεία Εὐχαριστία καί Θεία Μετάληψη. Σημαίνεται ἐπίσης ὅτι τό νά προλαμβάνει καί νά τρώγει καθένας ξεχωριστά τό δικό του δεῖπνο, δηλ. προτοῦ συναχθοῦν ὅλοι, πλούσιοι καί πτωχοί, «οὐκ ἔστι κυριακόν δεῖπνον φαγεῖν».
Στά ἴδια συμπεράσματα καταλήγουμε καί ἀπό ὁρισμένες ἐκφράσεις τοῦ ἴδιου 11 κεφ. τῆς Α΄ Πρός Κορινθίους ἐπιστολῆς καί ἀπό τούς ἑξῆς στίχους:
«Ὁ Κύριος . . . ἔλαβεν ἄρτον» (28).
«Τοῦτό μού ἐστι τό σῶμα» (24).
«Τό ποτήριον» (25). «Τοῦτο τό ποτήριον» (25β).
«Τόν ἄρτον τοῦτον καί τό ποτήριον τοῦτο» (26).
«Ὥστε ὅς ἄν ἐσθίῃ τόν ἄρτον τοῦτον ἤ πίνῃ τό ποτήριον τοῦ Κυρίου (27).
«Δοκιμαζέτω δέ ἄνθρωπος ἑαυτόν καί οὕτως ἐκ τοῦ ἄρτου ἐσθιέτω καί ἐκ τοῦ ποτηρίου πινέτω» (28). . . .
«Ὥστε, ἀδελφοί μου, συνερχόμενοι» (33).
«Ἵνα μή εἰς κρῖμα συνέρχησθε» (34).
Πάλι ἡ σύναξη τῶν πιστῶν ἀπαραίτητη εἶναι γιά τή δογματικῶς-κανονικῶς τέλεση τῆς Θείας Εὐχαριστίας.
Γ. Καί τέλος ἐρχόμαστε σέ κανονικές θέσεις, μαρτυρίες, τῶν ἱερῶν κανόνων:
Μέ τόν οἶνο ὀφείλει ὁ λειτουργός νά ἀναμειγνύει καί «ζέον», τ. ἔ. ζεστό νερό (λβ΄ [32] καν. Πενθέκτης). Αὐτήν τήν πράξη θά τελεῖ καί ὁ οἰκογενειάρχης στό σπίτι του; Ἐκτός αὐτοῦ ἀπαγορεύεται ἡ μετάδοση «ζέοντος» γιά τή χρησιμοποίησή του ἀπό λαϊκούς ἔξω ἀπό τή Θ. Λειτουργία.
Ἕνα ἄλλο «πρόβλημα» πού ἀνακύπτει μέ αὐτήν τήν και(ε)νοτομία εἶναι καί αὐτό τῆς παρ’ ἐνορίαν πράξεως. Δηλαδή αὐτή ἡ κατ’ οἶκον μεταβολή θά ἰσχύει μόνον γιά τά σπίτια πού κεῖνται ἐντός τῆς ἐπισκοπῆς ἤ ἐνορίας, ἡ ὁποία ἀνήκει στόν λειτουργοῦντα ἀρχιερέα ἤ ἱερέα ἤ καί πέραν αὐτῆς γιά σπίτια πού ἀνήκουν σέ ἄλλη ἐνορία ἤ ἐπισκοπή ἤ καί ἤπειρο; Ἕνα τέτοιο πρόβλημα μᾶς εἶχε θέσει ὁ ἀείμνηστος Μητροπολίτης Ἰωαννίνων Θεόκλητος γιά τό θεῖο κήρυγμα πού μεταδίδεται ἀπό ραδιοφώνου καί πέραν τῶν ὁρίων τῆς δικαιοδοσίας του. Πρβλ. λε΄ (35) ἀποστολικό κανόνα, β΄ τῆς Β΄ Οἰκουμ., ιγ΄ καί κβ΄ τῆς Ἀντιοχείας, γ΄ καί ιε΄ τῆς Σαρδικῆς. Βλ. καί «Πηδάλιον», σελ. 40, ὑποσ. 1.
Ἐπίσης ἀπαγορεύεται ἡ μετάληψη τῶν τιμίων δώρων κατά τή Θεία Λειτουργία ἀπό τούς λαϊκούς χωρίς τήν παρεμβολή τῶν παρόντων κληρικῶν (νη΄ [58] καν. τῆς Πενθέκτης).
Ἐπίσης ἔχουμε τόν ξθ΄ (69) κανόνα τῆς Πενθέκτης Οἰκ. Συνόδου, ὁ ὁποῖος ὁρίζει: «Μή ἐξέστω τινί τῶν ἁπάντων ἐν λαϊκοῖς τελοῦντι, ἔνδον ἱεροῦ εἰσιέναι θυσιαστηρίου . . . ».
Ἄν δέν ἐπιτρέπεται νά εἰσέρχονται στό ἱερό τοῦ Ναοῦ ἄνδρες καί γυναῖκες, πῶς μποροῦμε νά δεχθοῦμε νά μετατρέπεται σέ θυσιαστήριο ἕνα ὁποιοδήποτε δωμάτιο τοῦ σπιτιοῦ μέ τό νά χρησιμοποιοῦμε ἕνα τραπέζι, ἐπάνω στό ὁποῖο θά βάλουμε μία τηλεόραση, ἕνα κύπελλο-ποτήρι νεροῦ μέ κρασί καί ἕνα κομμάτι ψωμί;
Ἐξ ἄλλου ἔχουμε καί τόν κανόνα π΄ (80) τῆς Πενθέκτης, ὁ ὁποῖος ὁρίζει ὅτι κινδυνεύει ὁ πιστός νά ἐπιτιμηθεῖ (ἀφορισμός), ὅταν πέραν τῶν τριῶν ἑβδομάδων δέν ἐκκλησιασθεῖ δικαιολογημένα (π.χ. ἀπό ἀσθένεια), τ.΄ἔ. νά μή μεταβεῖ στό ναό.
Ἐκτός αὐτῶν ἔχουμε καί τόν ιδ΄ (14) κανόνα τῆς ἐν Λαοδικείᾳ Συνόδου, ὁ ὁποῖος ἀπαγορεύει «τά ἅγια τῶν ἁγίων νά στέλνονται κατά τήν ἑορτή τοῦ Πάσχα σέ ἄλλες παροικίες-ἐπισκοπές γιά λόγους εὐλογιῶν».
Ἄν λοιπόν γιά λόγους εὐλογιῶν ἡ ἀποστολή τῶν τιμίων δώρων ἀπαγορεύεται ἀπό τή μία τοπική Ἐκκλησία στήν ἄλλη, πολύ περισσότερο ἀπαγορεύεται νά τελεῖται ἡ εὐλογία τῶν ἄρτου καί οἴνου ἀπό τό ἱερό μιᾶς Ἐκκλησίας (ναοῦ) στό ἤ στά σπίτια τῶν λαϊκῶν μέ τήν τηλεόραση κατά τήν ἐκφώνηση τοῦ λειτουργοῦντος κληρικοῦ.
Περαιτέρω ἔχουμε τούς ιθ΄, κα΄, κε΄, νη΄ κανόνες τῆς Λαοδικείας, οἱ ὁποῖοι καθορίζουν:
α) Ὁ ιθ΄ καταλήγει: «μόνους ἐξόν εἶναι τοῦ ἱερατικοῦ εἰσιέναι εἰς τό θυσιαστήριον, καί κοινωνεῖν».
β) Ὁ κα΄ ὁρίζει: «Ὅτι οὐ δεῖ ὑπηρέτας (ὑποδιακόνους) ἔχειν χώραν ἐν τῷ διακονικῷ (νά ἔχουν θέση-ἔργα διακόνων) καί ἅπτεσθαι τῶν ἱερῶν σκευῶν».
γ) Ὁ κε΄ προσθέτει: «Ὅτι οὐ δεῖ ὑπηρέτην ἄρτον διδόναι, οὐδέ ποτήριον εὐλογεῖν».
Ἐάν δέν ἐπιτρέπεται στούς ὑποδιακόνους νά μεταδίδουν τόν ἄρτον-σῶμα τοῦ Κυρίου οὔτε νά εὐλογοῦν τό πατήριον τοῦ οἴνου-αἵματος Αὐτοῦ, πῶς μπορεῖ στούς λαϊκούς νά ἐπιτρέπουμε νά μεταβάλλουν τό σπίτι τους σέ θυσιαστήριο καί τούς ἑαυτούς τους σέ ἱερατικούς;
δ) Τοῦτο ἐπικυρώνεται καί ἀπό τόν νη΄ (58) κανόνα, ὁ ὁποῖος λέει: «Ὅτι οὐ δεῖ ἐν τοῖς οἴκοις προσφοράν γίνεσθαι παρά ἐπισκόπων ἤ πρεσβυτέρων». Σαφής γενικός ὁρισμός.
Ἐπιλογικά:
Καί ὁ νη΄ κανόνας τῆς Λαοδικείας, ὅπως καί ὅλοι οἱ προηγούμενοι ἐπικυρώθηκαν ἀπό τήν Πενθέκτη (ΣΤ΄) Οἰκουμενική Σύνοδο καί ἀπέκτησαν οἰκουμενικό κῦρος καί ἰσχύ καί κατέστησαν θεῖοι καί ἱεροί.
Μέ αὐτές τίς ὁριοθετήσεις δημιουργεῖται ἕνα εἶδος πλαισίου, μέσα στό ὁποῖο ὀφείλουμε μέ βάση τούς ἱδρυτικούς λόγους τοῦ Κυρίου καί τίς ἀποστολικές μαρτυρίες νά τελοῦμε στή σύναξη τῶν πιστῶν (κλήρου καί λαοῦ) τή Θεία Εὐχαριστία «εἰς ἀνάμνησιν τοῦ Κυρίου».
Ἔτσι πράγματι λαμβάνει χώρα ἡ μεταβολή τοῦ ἄρτου καί τοῦ οἴνου σέ σῶμα καί αἷμα τοῦ Χριστοῦ μέ τήν κατάπεμψη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στά προκείμενα δῶρα τῆς συνάξεως τῆς Ἐκκλησίας.





































