Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης γράφει ότι από τον λόγο του Χριστού «Πάτερ, άφες αυτοίς, ου γαρ οίδασι τι ποιούσι», έμαθε ο πρωτομάρτυρας Στέφανος να πει για τους λιθοβολιστές του: «Κύριε μη στήσεις αυτοίς την αμαρτίαν ταύτην…».

Και όλοι γενικά οι Άγιοι, ως μιμητές του Χριστού και ακόλουθοι, από αυτόν τον λόγο έμαθαν να συγχωρούν τους εχθρούς τους».

«Όλοι οι Άγιοι, ενώ υπέφεραν, μακροθυμούσαν, χωρίς να ανταποδίδουν το κακό σε κανένα και χωρίς να οργίζονται. Και ενώ τους φόνευαν, τους λιθοβολούσαν, τους κατέκαιγαν, τους έπνιγαν ή τους κατέκοβαν, εκείνοι μακροθυμούσαν προς τους δημίους και προσδέχονταν γι’ αυτούς, για να συγχωρηθούν» (Αββάς Ησαϊας).

Η αγάπη ανοίγει το δρόμο της αγιότητας. «Όλοι οι Άγιοι γίνονται όμοιοι με το Θεό με την υπερχείλιση της αγάπης τους και της φιλανθρωπίας προς όλους».

Αυτό το σημείο επιδιώκουν να έχουν οι Άγιοι για να εξομοιωθούν με τον Θεό: Την τέλεια αγάπη προς τον πλησίον… Διότι όταν κάποιος αποκτήσει την αγάπη, ενδύεται μαζί με αυτήν και τον ίδιο τον Θεό.

Ας δούμε ένα παράδειγμα.

Στο βίο του Αγίου Ευθυμίου του νέου, επισκόπου Μαδύτου (5 Μαΐου), διαβάζουμε ότι κάποιοι ιερόσυλοι τρύπησαν μία νύχτα τους τοίχους του ιερού Ναού, όπου λειτουργούσε ο Άγιος, και άρπαξαν τα ιερά κειμήλια.

Το πρωί, όταν έγινε γνωστό το γεγονός, η πόλη όλη ξεσηκώθηκε, ζητώντας την εξιχνίαση του εγκλήματος.

Επειδή λοιπόν η είδηση διαδόθηκε παντού, τελικά οι κλέφτες πιάστηκαν. Οι πολίτες, που τους είχαν στα χέρια τους, δεν ήθελαν να δείξουν καμιά επιείκεια, ζητούσαν μάλιστα να επιβάλλουν σ’ εκείνους τους ταλαίπωρους τιμωρίες πρωτάκουστες.

Μόλις κατάλαβε ο Άγιος Ευθύμιος τί σκέπτονταν, μπήκε στη μέση και είπε:

– Δεν είναι καλό, παιδιά μου, αφού είμαι εδώ εγώ, που απ’ όλους έχω περισσότερο δίκιο ν’ αγανακτώ, μια και είμαι εκείνος που ζημιώθηκε. Θα τους τιμωρήσω ανελέητα, κάνοντας τους ν’ αργοπεθαίνουν από την πείνα και την δίψα.

Τους φάνηκε ότι ο Άγιος μίλησε σωστά. Έτσι, μόλις ο όχλος διαλύθηκε, πήρε τους κλέπτες στο σπίτι του, τους έλυσε από τα δεσμά, τους έκανε φιλόφρονα το τραπέζι, τους έδωσε εφόδια και για το μέλλον, και του άφησε να πάνε όπου ήθελαν!

Έτσι μιμούνται οι Άγιοι τον Χριστό: Συγχωρώντας και αγαπώντας εκείνους που τους κάνουν κακό και τους αδικούν.

Ιερομονάχου Γρηγορίου
«Αγαπάτε τους εχθρούς υμών»

Εκκλησία Online
Αποστολή
Αξιολόγηση επισκεπτών 3 (1 ψήφος)

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.

1 Σχόλιο

Νεότερο
Καλύτερο Νεότερο Παλαιότερο
1

ΚΑΛΩΣΟΡΙΖΟΝΤΑΣ ΤΟ ΦΩΣ.

Η λαχτάρα του ανθρώπου για φώς, κρατάει από την αρχή της ύπαρξής του. Στο σκοτάδι αδυνατεί να δει, στο σκοτάδι δυσκολεύεται να προσανατολιστεί, στο σκοτάδι κινδυνεύει. Ακόμη κι αυτήν την στοιχειώδη διαδικασία αναζήτησης βεβαιότητας στην πορεία, την ονομάζουμε «προσανατολισμό». Να βρούμε δηλαδή πού είναι η Ανατολή, από πού φέγγει το φώς, κι έτσι να βρούμε την θέση μας σε σχέση με τα άλλα σημεία του ορίζοντα.

Υπάρχει το πραγματικό σκοτάδι, και η δυσφορία που προκαλεί είναι απόλυτα κατανοητή. Από την αρχή όμως της Ιστορίας, η αντίθεση φώς-σκοτάδι, χρησιμοποιείται, σαν από πανανθρώπινη συμφωνία, και για πεδία ψυχικά, πνευματικά, και γνωστικά. Έτσι, η γνώση ταυτίζεται με το φώς, κι η αμάθεια με το σκοτάδι. Οι καλές ψυχές χαρακτηρίζονται ως φωτεινές, και οι «μη καλές», ως σκοτασμένες. Η σοφία, το ψυχικό μεγαλείο, η ηθική, η δικαιοσύνη, η γενναιότητα, περιγράφονται με όρους φωτεινότητας, το ίδιο και η νομιμότητα, ακόμη και η οικονομική ευμάρεια και πρόοδος μιας κοινωνίας. Χαρακτηρίζουμε την παρανομία και κάθε υπονόμευση ως «ενέργεια ανθρώπων της νύχτας» ή «δυνάμεων του σκότους». Τους χρόνους της προόδου τους λέμε «φωτεινούς», και τις εποχές πολέμων, επιδημιών, πείνας, και κάθε λογής κρίσεων, τις λέμε «μαύρα χρόνια».

Στην Γένεση, το πρώτο δημιούργημα του Θεού ήταν το φώς. Η πρώτη επιθυμία Του για τον υπαρκτό κόσμο, αλλά και η πηγή κάθε ζωής. Ο Εωσφόρος ήταν άγγελος του φωτός, άγγελος της αυγής. Όταν αρνήθηκε τον Θεό, έχασε και το φώς, αυτοδικαίως. Ό,τι δεν είναι φώς είναι σκοτάδι, ό,τι είναι σκοτάδι δεν είναι Θεός, γιατί ο Θεός είναι ο θελητής του φωτός. Και αντίστοιχα, άρνηση του Θεού, σημαίνει εναγκάλιση του σκότους. Του εσωτερικού σκότους, γιατί το εξωτερικό, είναι μια έννοια απόλυτα σχετική και τελικά, ηθικά αδιάφορη για τον άνθρωπο, όσο παραμένει μόνο στον χώρο της εξωτερικής πραγματικότητας, και μόνο σ΄αυτόν.

Τότε που ακόμη οι άνθρωποι ζούσαν στο σκοτάδι της άγνοιας του Πραγματικού Θεού, αναζητούσαν το φώς αυτής της γνώσης εναγωνίως. Η ποίηση της Αρχαιότητας έχει πολλές αναφορές στο φώς και στην αλληγορική του έννοια, την μόνη που είναι ζωτικής σημασίας υπό το πρίσμα της αιωνιότητας.

Στην αρχή της «Αντιγόνης», της πολυδιάστατης αυτής και πολυαγαπημένης τραγωδίας, ο Σοφοκλής βάζει τον χορό των Θηβαίων γερόντων, να χαιρετίζουν με ανακούφιση την νέα εποχή που ξεκινά για την πόλη της Θήβας μετά τον πόλεμο και την αλληλεξόντωση των δύο αδελφών Ετεοκλή και Πολυνείκη, παραλληλίζοντάς την με την χαρά και την υπόσχεση που φέρνει η ανατολή του ήλιου στο ξεκίνημα της ημέρας, όταν προβάλλει πίσω από το βουνό, υψωμένος ήδη, και πλημμυρίζει τον κάμπο, σαν χρυσό ποτάμι που ξεχύνεται μέσα από τα φαράγγια.

«Ακτίςαελίου, το κάλλιστονεπταπύλωφανέν Θήβα των προτέρων φάος,
Εφάνθηςπότ’ , ώ χρυσέαςαμέραςβλέφαρον, Διρκέων υπέρ ρεέθρωνμολούσα…»

«Ακτίνα του ήλιου, το πιο γλυκό φώς που έχει φανεί μέχρι τώρα στην επτάπυλη Θήβα,
φάνηκες πιά, ξεχύθηκες από τα φαράγγια της Δίρκης…».

Το φώς αυτό, ήταν το φώς της ειρήνης, της καταλλαγής του μίσους, των ύβρεων, των φόνων, των διωγμών, των αυτοκτονιών, των εμφυλίων σπαραγμών. Ένα φώς που το λαχταρούσε ο λαός με λαχτάρα, που νόμισε ότι το είδε, αλλά δεν του έμελλε να το δεί, γιατί θ’ ακολουθούσε ένα ακόμη χειρότερο δράμα, της Αντιγόνης και του Αίμονα, ένας ακόμη πιο άδικος σπαραγμός, ένα βήμα ακόμη πιο βαθειά μέσα στο σκοτάδι…

«Εφάνθηςπότ’…» αυτή η παρήχηση των δύο δασέων συμφώνων, του φ και του θ, προσδίδει έμφαση και πάθος, απηχεί όλη την λαχτάρα της προσμονής της ανθρώπινης ψυχής για την χαρά που την ταυτίζει με το φώς.

Η χαρά δεν ήρθε τότε, ούτε για πολλά χρόνια μετά, αιώνες. Καμμιά ανθρώπινη χαρά δεν είναι στέρεη. Δεν κρατάει για πάντα. Στον κόσμο της πτώσης όπου ζούμε, οι δυνάμεις του σκότους θα υπονομεύουν το φώς πεισματικά και ακαταπόνητα.

Όμως, για δές, μια σκοτεινή νύχτα, ολοσκότεινη, εκεί που ένας πρώτος «οικουμενισμός» θαρρούσε πως είχε κλείσει στη γροθιά του όλους τους λαούς της οικουμένης, ήρθε να σταθεί μαζί μ’ αυτούς κι ο Πλάστης τους. Ταπεινά, αθόρυβα, ήρθε και συγκαταριθμήθηκε με τα πλάσματά Του, και μέσα σε μια νύχτα διέλυσε κάθε σκοτάδι που μέχρι τότε έμοιαζε απόλυτο.

«Η Γέννησίς Σου, Χριστέ ο Θεός ημών, ανέτειλε τω κόσμω, το φώς το της γνώσεως». Της γνώσεως του Θεού, της γνώσεως που συντρίβει κάθε πλάνη και κάθε άγνοια. Που καταργεί κάθε θρησκεία και κάθε φιλοσοφία, επειδή ακριβώς καταργεί κάθε ερωτηματικό και κάθε αναζήτηση. «Εγώ ειμί, ο λαλών σοι…». Τι άλλο χρειάζεται πέρα απ’ αυτό; Δεν μένει τίποτε.

Και τώρα έρχονται κι άλλα «Φώτα».

«Επεφάνης σήμερον, τη Οικουμένη,
και το φώς Σου, Κύριε, εσημειώθη εφ’ ημάς,
εν επιγνώσειυμνούντας Σε.
Ήλθες, εφάνης, το Φώς το απρόσιτον».
Οι λέξεις θυμίζουν τα λόγια του χορού των Θηβαίων γερόντων, σαν να τους απαντά το κοντάκιο στην ανεκπλήρωτη λαχτάρα τους: «επεφάνης, ήλθες, εφάνης». Ακόμη και η παρήχηση είναι παρόμοια, σε αντίστροφη σειρά: «εΦάνΘηςπότ’», και «ήλΘες, εΦάνης».

Ναι γέροντες. Ναι ταλαιπωρημένοι άνθρωποι, ΤΩΡΑ ήλθε το φώς, τώρα έγινε πια φανερό στα μάτια μας, και δεν υπάρχει πια τίποτε να το καταργήσει. Το «εφάνθης» των Θηβαίων, είναι σε Παθητική Φωνή. Το απλό φώς του Ήλιου, μεταφέρεται από κάποιον άλλον. Από μια θεότητα. Το φώς του Χριστού φαίνεται από μόνο του. Οι δύο αόριστοι β’ «ήλθες», και «εφάνης/επεφάνης», είναι στη Μέση Φωνή, έχουν δηλαδή ενεργητική σημασία που δηλώνεται με έμφαση. Το Φώς του Χριστού, η Γνώση του Χριστού, δεν μεταφέρεται από άλλον. Την μεταφέρει ο ίδιος ο Χριστός, και την χαρίζει απλόχερα σε όποιον την αναζητεί και την χρειάζεται.

Κι αυτή η πρόθεση «επί» στην λέξη «επεφάνης» και «Επιφάνεια», δηλώνει την μεταγενέστερη φανέρωση μετά την πρώτη στην Φάτνη, αλλά και την επι-βεβαίωσή της. Την επισφράγιση της αλήθειας αυτής της γνώσης, την πληρότητα αυτού που είχε ήδη φανερωθεί στην Φάτνη, ότι το «παιδίον νέον», είναι πράματι «ο προ αιώνων Θεός».

Δίκαια ονομάζουμε τα Θεοφάνεια «Φώτα», και μάλιστα στον Πληθυντικό αριθμό. Οι γνώσεις που μας χαρίστηκαν ήταν πολλές, πέρα από την αποκάλυψη της Αγίας Τριάδος και της Θεανθρώπινης φύσης του Χριστού. Είναι και η άφεση των αμαρτιών, η αναγέννηση της Φύσης, η ύπαρξη ενός λυτρωτικού, Θείου σχεδίου.

Όλα αυτά τα «Φώτα», όλα αυτά τα δώρα φωτός, μπορούμε να τα καλωσορίσουμε, μόνο αν τα αποζητούσαμε, αν τα ποθούμε σαν τους βασανισμένους γέροντες της Θήβας. Αν απελπιστήκαμε από τις μάταιες αναζητήσεις, αν μας πνίγει το σκοτάδι μέσα μας και ψάχνουμε κι εμείς «της Λευτεριάς το φεγγοβόλο αστέρι», για να ξεκινήσουμε μια νέα χρονιά, μια νέα προσπάθεια, μια νέα ζωή, λίγο πιο φωτεινοί και πιο ανάλαφροι. Γιατί το φώς δεν υπόκειται στον νόμο της βαρύτητος…
Στέλλα Ν. Αναγνώστου-Δάλλα