Γράφει ο Δρ Κωνσταντίνος Β. Ζορμπάς[1],-Γενικός Διευθυντής της Ορθοδόξου Ακαδημίας Κρήτη-Άρχων Ιερομνήμων της Α.τ.Χ.Μ.Ε-Τις τελευταίες ημέρες γινόμαστε μάρτυρες ποικίλων τρομοκρατικών ενεργειών στην Ευρώπη. Δυστυχώς, βρισκόμαστε σε μία περίοδο, η οποία δεν χαρακτηρίζεται από την κυριαρχία στην ισλαμιστική τρομοκρατία μίας μεγάλης οργάνωσης, όπως ήταν το Ισλαμικό Κράτος (ISIS), που σήμερα βρίσκεται σε μία φάση πολύ μεγάλης πίεσης και αποδιοργάνωσης, ύστερα από την αποκήρυξή του από την Αλ Κάιντα, η οποία εμφανίσθηκε το 1989, ως ένα «δημιούργημα» των Αφγανών Μουζαχεντίν, οπαδών των παγκόσμιων αρχών του Τζιχάντ.

Αυτό που παρατηρούμε τις τελευταίες εβδομάδες και γενικότερα τα τελευταία χρόνια, είναι η μεταστροφή σε αυτό που συνηθίζουμε να λέμε «τρομοκρατία των μοναχικών δρώντων», η οποία έχει ερασιτεχνικά χαρακτηριστικά. Λέγοντας ερασιτεχνικά χαρακτηριστικά εννοούμε την έλλειψη σχεδιασμού, την απουσία υποστηρικτικού πυρήνα, γι’ αυτό και δεν υπάρχει μία ξεκάθαρη δήλωση, η οποία να παρουσιάζει την ιδεολογική αντίληψη μίας τρομοκρατικής οργάνωσης, αλλά έχει το χαρακτηριστικό της ‘εν ψυχρώ’, αλλά και της ‘εν θερμώ’ λειτουργίας και διαδικασίας. Ας θυμηθούμε την εξέλιξη των τρομοκρατικών επιθέσεων αρχής γενομένης από την 11η Σεπτεμβρίου 2001 για να φτάσουμε στα σημερινά τυφλά χτυπήματα των μεμονωμένων περιστατικών σε πολλές πόλεις της Ευρώπης.

Μιλάμε, λοιπόν, για μία πάρα πολύ σύνθετη και δύσκολη κατάσταση, την οποία τη βιώνουμε, βέβαια, ως μία από τις πλέον αρνητικές συνέπειες της δραστηριότητας της ISIS. Τί διέπραξε δηλαδή η συγκεκριμένη οργάνωση; Πέρα από τα πολλά τρομακτικά χτυπήματα, πέραν του ότι κατάφερε να ορίσει εδάφη σε γεωπολιτικό επίπεδο (π.χ. Συρία), να κερδίσει τη μεγαλύτερη χρηματοδότηση από όλες τις τρομοκρατικές οργανώσεις παγκοσμίως στην Ιστορία, δημιούργησε και μία πολύ μεγάλη δεξαμενή νέων ριζοσπαστικοποιημένων ανθρώπων, οι οποίοι δυνητικά δύνανται μέσα από μία διαδικασία, είτε αυτή είναι αιτία, είτε αφορμή, να οδηγηθούν στη βία. Μέσα από τα Κοινωνικά Δίκτυα έφερε την τρομοκρατία κοντά σε νέους ανθρώπους, οι οποίοι σήμερα έχουν διαφορετικά χαρακτηριστικά και αξίες. Οι νέοι ακόλουθοι του ISIS είναι ευάλωτοι με συγκεχυμένα νοήματα, αλλά και φορτισμένοι από την προπαγάνδα των ισλαμιστικών οργανώσεων, η οποία προφανώς δεν αποτελεί μέρος μίας Θεολογίας, αλλά έχει απλώς ένα επίχρισμα θρησκευτικό, με πάρα πολύ μίσος, βία και στοχοποίηση όλων των «απίστων». Για να τοποθετήσουμε τα πράγματα σε μία σειρά, οι αναφορές οι οποίες χρησιμοποιούν οι συγκεκριμένοι τρομοκράτες δεν προέρχονται από τη Θεολογία του Ισλάμ, αλλά από τον πνευματικό πατέρα και καθοδηγητή του Οσάμα Μπιν Λάντεν, τον Παλαιστίνιο Αμπντουλάχ Γιουσούφ Αζάμ (1941-1989), ο οποίος ήταν ο μεγάλος εμπνευστής της «παγκόσμιας τζιχάντ», που άρχισε στο Αφγανιστάν.

Τα ερωτήματα λοιπόν που ακούγονται, καλόβουλα ή κακόβουλα, συνθέτουν μία νέα αντίληψη για το Ισλάμ στον κόσμο. Τελικά πρόκειται για πόλεμο των Θρησκειών, είναι θέμα αξιών ή υπάρχουν και λάθη στην όλη προσέγγιση του Ισλάμ –ειδικά του ευρωπαϊκού Ισλάμ και όχι του Ισλάμ στην Ευρώπη, όπως λανθασμένα ακούγεται; Το ουσιαστικό ερώτημα είναι ποιοι θέλουν τον πόλεμο των Θρησκειών; Οι θρησκευτικοί τρομοκράτες. Δηλαδή αυτό που επικαλούνται ότι είναι οι ίδιοι. Ότι όποιος είναι ‘άπιστος’ θα πρέπει να συντριβεί. Θα πρέπει να πεθάνει. Αυτές είναι για τους ίδιους οι παρερμηνευμένες θρησκευτικές διδαχές από όπου και εάν προέρχονται. Άρα, καταλαβαίνουμε ότι ο πιο φανατικός, ο πιο σκληρός και αιμοδιψής κρίκος σε αυτή την αλυσίδα είναι αυτός που θέλει τον θρησκευτικό πόλεμο. Στα παραπάνω θα πρέπει να προσθέσουμε και ένα νέο στοιχείο που είναι η εργαλειοποίηση της Θρησκείας και συγκεκριμένα του Ισλάμ από τους πολιτικούς! Θα πρέπει να δούμε ότι ο τρόπος με τον οποίο εξαπλώνεται γενικότερα ο Ισλαμισμός, δηλαδή η πολιτική διάσταση του Ισλάμ, είναι ένα πολυσύνθετο γεγονός. Εμπεριέχει μέσα Χώρες, άρα πολιτικούς ηγέτες και ανώτατους θρησκευτικούς ηγέτες όπως είναι για παράδειγμα, οι Αγιατολάδες στο Ιράν και όχι μόνον, οι οποίοι χαρακτηρίζονται από έναν έντονα συντηρητικό λόγο, που κρύβει μέσα του μία ρητορική μισαλλοδοξίας.

Ας θυμηθούμε την πρόσφατη δήλωση του επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματίας Μάικ Πομπέο, ο οποίος κατηγόρησε το Παρίσι, το Λονδίνο και το Βερολίνο, ότι «επέλεξαν να ευθυγραμμιστούν με τους αγιατολάδες» του Ιράν, αντί να τιμήσουν τη συμμαχία τους, με τις ΗΠΑ, οι οποίες επιδιώκουν να επιβληθούν εκ νέου όλες οι κυρώσεις του ΟΗΕ σε βάρος της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Στο σημείο αυτό, η ανάλυση παρέμεινε ελάχιστα ανεπτυγμένη, ενώ το γενικό πρόβλημα των σχέσεων με το Ισλάμ και τη μουσουλμανική θρησκεία τροποποιείται μόνιμα στον κόσμο. Ποιες θα είναι οι νέες συνθήκες σχέσεων με τις μουσουλμανικές κοινότητες και με τα μουσουλμανικά Κράτη, μετά το τέλος της αμερικανικής «εκκαθάρισης» και των εξοντωμένων ισλαμιστικών τρομοκρατικών ομάδων; Όποιο και εάν είναι το αποτέλεσμα της καταπολέμησης της τρομοκρατίας, είναι βέβαιο ότι τα ευρωπαϊκά Κράτη δεν μπορούν πλέον να «κλείνουν τα μάτια» και να κωφεύουν μπροστά σε ένα γενικότερο προβληματισμό σχετικά με την «Ευρώπη των Θρησκειών», συμπεριλαμβανομένου και του Ισλάμ. Κι αυτό γιατί στο Ισλάμ δεν υπάρχει ενιαίος λόγος, αφού απουσιάζει μία δομημένη διοίκηση, γι’ αυτό και επιτρέπει την ύπαρξη πολλών παραθρησκευτικών οργανώσεων. Υπάρχουν, λοιπόν, ιμάμηδες οι οποίοι έχουν καθαρά εξτρεμιστικό λόγο. Υπάρχουν, όμως, και χιλιάδες ιμάμηδες που είναι αντίθετοι με τη βία.

Ας θυμηθούμε την περίπτωση της πρώτης επίθεσης στο Charlie Hebdo το 2015, όπου 7.000 ιμάμηδες από όλο τον κόσμο, καταδίκασαν την επίθεση και αποκήρυξαν την Αλ Κάιντα και την ISIS. Κρατούσαν και αυτοί τα ίδια πλακάτ με το «Je Suis Charlie», φορώντας το λευκό για να συμβολίσουν τον ειρηνικό χαρακτήρα του Ισλάμ. Υπάρχουν και αυτοί βέβαια, αλλά υπάρχουν και οι άλλοι. Γι’ αυτό και θεωρούμε πολύ σημαντική την απόφαση της Ελληνικής Κυβερνήσεως να ανοίξει και επίσημα το Τέμενος στην Αθήνα και να σταματήσει την ύπαρξη ανεπίσημων τόπων λατρείας, όπου το κήρυγμα θα επιτρέπεται να γίνεται μόνο στα ελληνικά ή κατά παραχώρηση στα αγγλικά, ενώ η προσευχή θα γίνεται πάντα στα αραβικά. Τί άλλαξε λοιπόν από το 2015 μέχρι σήμερα; Εδώ έχουμε δύο σοβαρά θέματα:

Σε ότι αφορά το εξωτερικό η Ευρώπη γνωρίζει καλά τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να κινηθεί, ώστε να αντιμετωπίσει και να καταπολεμήσει την ισλαμιστική τρομοκρατία. Αναφέρουμε τις στρατιωτικές επιχειρήσεις κατά της ISIS, τις επιχειρήσεις παλαιότερα κατά της Αλ Κάιντα, τον ρόλο που έπαιξαν οι επεμβάσεις στο Αφγανιστάν, ώστε να μην υπάρξει αναζωπύρωση του ισλαμιστικού εξτρεμισμού.

Υπάρχει όμως και ένα άλλο κομμάτι στο εσωτερικό. Αυτό είναι η αποτυχία ενσωμάτωσης ή ένταξης των μεγάλων μουσουλμανικών ομάδων με τη μετακίνηση των πληθυσμών προς την Ευρώπη. Η Ευρώπη άργησε να συνειδητοποιήσει ότι η παρουσία ενός μεγάλου πληθυσμού μουσουλμάνων, με διαφορετικές θρησκευτικές πεποιθήσεις, έπρεπε να ασκήσει τα λατρευτικά του καθήκοντα. Έτσι, δημιουργήθηκαν ανεξέλεγκτα πολλές και διαφορετικές μουσουλμανικές συνοικίες μέσα σε μεγάλες πόλεις με κρυφούς τόπους λατρείας (Παρίσι, Βερολίνο, Βρυξέλλες, Στρασβούργο, Λονδίνο κ.λπ.).

Η Ευρώπη χειρίστηκε αδέξια και χωρίς διαβούλευση την ανάγκη ενός προβληματισμού σχετικά με το «να δημιουργηθεί χώρος για το Ισλάμ», όπως έγινε και με τις υπόλοιπες θρησκευτικές κοινότητες. Στις ημέρες μας, δημιουργούνται κατευθυνόμενες ομάδες με τη μετατροπή του θρησκευτικού κηρύγματος σε πολιτικό, το οποίο απευθύνεται σε νεαρά άτομα, τα οποία αισθάνονται ότι δεν νιώθουν καλά με αυτό το οποίο τους προσφέρει η δυτική κοινωνία και πολιτεία και ο δυτικός πολιτισμός γενικότερα. Αναζητούν έναν εναλλακτικό δρόμο, ένα ριζοσπαστικό δρόμο, δηλαδή επιδιώκουν κάτι διαφορετικό από την απομόνωση. Αυτό βέβαια δεν οδηγεί πάντα στη βία. Εδώ λοιπόν η Ευρώπη έχει ένα σημαντικό θέμα να αντιμετωπίσει, που στη Γαλλία αποκαλούμε αποσχιστικό Ισλάμ, δηλαδή Κοινότητες Μουσουλμάνων, οι οποίες εφαρμόζουν υπερσυντηρητικές προσεγγίσεις του Ισλάμ. Έτσι οι νέοι είναι περισσότερο ευάλωτοι και σε αρκετά σημεία, όπως ήδη ειπώθηκε, έρχονται σε ρήξη με τις αξίες και με το νόμο, δηλαδή εφαρμόζουν μία δική τους θρησκειοπρακτική διαδικασία. Αυτό σημαίνει ότι ένας νέος άνθρωπος, ο οποίος δεν γνωρίζει σε βάθος το Ισλάμ, δεν είναι ενσωματωμένος ή ενταγμένος σε μία κοινότητα, αυτόματα αποκόπτεται από την κοινωνία και «εργαλειοποιείται» σε μία εξτρεμιστική διαδικασία.

Αυτή η κατάσταση δημιουργεί μία μεγάλη αναστάτωση ως προς τη συνοχή για το παρόν και το μέλλον της Ευρώπης, τόσο για τους Ευρωπαίους, όσο και για τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς όλων των προελεύσεων και όλων των θρησκευτικών πεποιθήσεων. Κατανοούμε ότι η Ευρώπη είναι υποχρεωμένη να έχει τη δική της ουδετερόθρησκη πολιτική, αλλά οφείλει και να σεβαστεί την πολιτική που ακολουθεί κάθε ευρωπαϊκό Κράτος, στοχεύοντας προς δύο κατευθύνσεις.

Σε πολιτικό επίπεδο στην Ευρώπη είναι απαραίτητη η επίτευξη συναίνεσης μεταξύ των Κρατών και μεταξύ των εκπροσώπων των διαφόρων θρησκευτικών κοινοτήτων, ώστε να βρεθεί μία πνευματική ισορροπία που να επιτρέπει τη δημιουργία μίας νέας «θρησκευτικής ειρήνης». Η Ευρώπη είναι εξοικειωμένη με το μεσογειακό Ισλάμ, αλλά λιγότερο εξοικειωμένη με το Ισλάμ της Μέσης Ανατολής και λιγότερο με το ασιατικό Ισλάμ. Αγνοεί σχεδόν εντελώς τις ανταγωνιστικές ισλαμικές στρατηγικές που ακολουθούνται σε ολόκληρο τον κόσμο, στην Ινδονησία, στις Φιλιππίνες, στην Κίνα ή στην Αφρική. Όποια ευρωπαϊκή λύση και εάν προταθεί θα υπάρχει πάντα η αμφισβήτηση και κάθε διαπραγμάτευση θα είναι μη αποτελεσματική. Η Ευρώπη πρέπει να συμμετάσχει σε επανεξέταση της θρησκευτικής της ιστορίας, των θεσμών της, των ιδρυτικών της κειμένων, των θρησκευτικών πρακτικών και της θρησκευτικής συνείδησης όπως αυτές καθορίζονται στη Συνθήκη της Λισαβόνας. Το άρθρο 17 της ίδιας Συνθήκης δίδει τεράστιες ευκαιρίες για να αναζητηθούν τρόποι επικοινωνίας σε θεσμικό επίπεδο, αλλά και να διευρυνθούν νέα ευρωπαϊκά προγράμματα «συγχώρησης και καταλλαγής» (“forgiveness and reconciliation”).

Σε θρησκευτικό επίπεδο πρέπει αναμφίβολα να λάβουμε υπόψη την άποψη για την Ευρώπη, την Ιστορία και τον πολιτισμό της, που έχει ένας Αλγερινός, ένας Τούρκος, ένας Σύριος ή ένας Αιγύπτιος μουσουλμάνος, αλλά και των Πακιστανών, των Βουλγάρων ή των Βοσνίων, που κατοικούν στην Ευρώπη, οι οποίοι προέρχονται από διαφορετικούς πολιτισμούς προέλευσης. Η οπτική για την Ευρώπη είναι διαφορετική το 1980, το 2000, το 2020. Τόσο η ίδια η Ευρώπη όσο και οι θρησκευτικές κοινότητες έχουν αλλάξει δομές και κατευθύνσεις. Αυτή η εξέλιξη επηρεάστηκε τόσο από τη δημιουργία νέων μουσουλμανικών Κρατών στον κόσμο, αλλά και από την αυξανόμενη πολυπλοκότητα των αιτίων και των συνθηκών της μετανάστευσης, από την επανασύνδεση των ισχυρών μουσουλμανικών κοινοτήτων στα Κράτη της Ανατολικής Ευρώπης, υποψηφίων δε για ειδικές σχέσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση και τέλος με τη δημιουργία ενός μουσουλμανικού Κράτους στη Βοσνία. Ο ιός του εθνικισμού που επικρατεί στις ημέρες μας και οι ακραίες θέσεις που κινούνται τόσο ενάντια τους επιστήμονες, όσο και την πίστη, δεν πρέπει να μας οδηγήσουν σε ακρότητες, χωρισμούς και αντιπαλότητες.

Η προοπτική μίας «Ευρώπης των Θρησκειών» συνεπάγεται δύο προϋποθέσεις: Η πρώτη αφορά τον Ιουδαϊσμό και τον Χριστιανισμό, που πολλές φορές λόγω χαλαρότητας ή λόγω ακρότητας δεν έχουν εκτιμήσει την ιστορία της παρουσίας των μουσουλμάνων στην Ευρώπη, τον ρόλο και τις συνθήκες άσκησης ενός σύγχρονου θρησκευτικού λόγου καταλλαγής προς το συμφέρον της κοινωνίας και όχι μόνον. Η δεύτερη προϋπόθεση αφορά το Ισλάμ, στο οποίο θα πρέπει να αναζητηθεί ένας αξιοπρεπής ισλαμικός λόγος απαραίτητος για τη μείωση της τρέχουσας αναρχίας. Στον προβληματισμό αυτό προστίθεται πολύ σοβαρά, ακόμη μία φορά, η σημασία του Μαθήματος των Θρησκευτικών στις σχολικές κοινότητες, η έννοια της ταυτότητας, αλλά και ο τρόπος κατανόησης και πρόσληψης του πλησίον. Μόνο με αυτά τα βήματα μπορούμε να αποτρέψουμε τη διαιώνιση της αποκλειστικής αντίληψης του Ισλάμ ως «νέας απειλής» για τις κοινωνίες μας, με όλες τις συνέπειές του. Η «ψυχή της Ευρώπης» από την αρχή της ίδρυσής της, αποσκοπούσε σε μία πνευματικά ελεύθερη, ανεκτική και ανοιχτή ευρωπαϊκή κοινωνία, η οποία περιλαμβάνει την αναγνώριση ενός ειρηνικού Ισλάμ στην Ευρώπη, στοιχείο ουσιαστικό για την συνύπαρξη όλων.

Για τον λόγο αυτόν οι προσπάθειες της Α.Θ.Π. του Οικουμενικού Πατριάρχου μας κ.κ. Βαρθολομαίου Α΄, όσο και η παρακάτω αναφορά της Εγκυκλίου της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας, αποτελούν την κατευθυντήριο γραμμή και προς τους πολιτικούς, αλλά και προς τους εκκλησιαστικούς ηγέτες, την οποία θα πρέπει να ακολουθήσουμε με κατανόηση και αυστηρότητα: «17. Βιοῦμεν σήμερον ἔξαρσιν νοσηρῶν φαινομένων βίας ἐν ὀνόματι τοῦ Θεοῦ. Αἱ ἐκρήξεις φονταμενταλισμοῦ εἰς τούς κόλπους τῶν θρησκειῶν κινδυνεύουν νά ὁδηγήσουν εἰς τήν ἐπικράτησιν τῆς ἀπόψεως ὅτι ὁ φονταμενταλισμός ἀνήκει εἰς τήν οὐσίαν τοῦ θρησκευτικοῦ φαινομένου. Ἡ ἀλήθεια ὅμως εἶναι ὅτι ὁ φονταμενταλισμός, ὡς «ζῆλος οὐ κατ’ ἐπίγνωσιν» (Ρωμ. ι’, 2), ἀποτελεῖ ἔκφρασιν νοσηρᾶς θρησκευτικότητος. Ὁ ἀληθής χριστιανός, κατά τό πρότυπον τοῦ σταυρωθέντος Κυρίου, θυσιάζεται καί δέν θυσιάζει, καί διά τόν λόγον αὐτόν εἶναι ὁ αὐστηρότερος κριτής τοῦ ὁποθενδήποτε προερχομένου φονταμενταλισμοῦ. Ὁ εἰλικρινής διαθρησκειακός διάλογος συμβάλλει εἰς τήν ἀνάπτυξιν ἀμοιβαίας ἐμπιστοσύνης, εἰς τήν προώθησιν τῆς εἰρήνης καί τῆς καταλλαγῆς. Ἡ Ἐκκλησία ἀγωνίζεται διά νά καταστήσῃ αἰσθητοτέραν τήν «ἄνωθεν εἰρήνην» ἐπί τῆς γῆς. Ἡ ἀληθινή εἰρήνη δέν ἐπιτυγχάνεται μέ τήν δύναμιν τῶν ὅπλων, ἀλλά μόνον διά μέσου τῆς ἀγάπης, ἥτις «οὐ ζητεῖ τά ἑαυτῆς» (Α’ Κορ. ιγ´, 5). Τό ἔλαιον τῆς πίστεως πρέπει νά χρησιμοποιῆται διά νά ἁπαλύνῃ καί νά θεραπεύῃ τάς παλαιάς πληγάς τῶν ἄλλων καί ὄχι νά ἀναρριπίζῃ νέας ἑστίας μίσους»… Καιρός του ποιήσαι!

[1] Ο Δρ Κωνσταντίνος Β. Ζορμπάς έχει ειδικευθεί και εργασθεί στο ευαίσθητο κομμάτι της έρευνας, με θέμα «Οι Θρησκείες στην Ευρώπη», αλλά και στην υλοποίηση του Άρθρου 17 της Συνθήκης της Λισαβόνας.

Εκκλησία Online

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.