Η Προσευχή του Ιησού (από πολλούς Πατέρες της Εκκλησίας ονομάζεται επίσης και Καρδιακή Προσευχή ή Νοερά Προσευχή, ή απλώς Ευχή), είναι μία σύντομη προσευχή που κάνει επίκληση στο όνομα του Κυρίου Ιησού Χριστού και συχνά λέγεται επαναλαμβανόμενα. Έχει γίνει αντικείμενο ευρείας χρήσεως, διδασκαλίας και συζητήσεων καθ' όλη τη διάρκεια της ιστορίας της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Οι ακριβείς λέξεις της προσευχής διαφέρουν, από τον απλούστερο δυνατό τύπο: "Κύριε ελέησον", μέχρι τη συνηθέστερη απλή μορφή: "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με" ή "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με τον αμαρτωλόν", και τη συνηθέστερη εκτενή μορφή: "Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με τον αμαρτωλόν". Το Άγιο Όρος θεωρείται κέντρο άσκησης της Καρδιακής Προσευχής.

Θεολογικά, η Προσευχή του Ιησού μπορεί να θεωρηθεί ως μια προέκταση του διδάγματος που περιέχει η παραβολή του Τελώνη και του Φαρισαίου, στην οποία ο Φαρισαίος καταδεικνύει τον αδόκιμο τρόπο προσευχής αναφωνόντας: “ο Θεός, ευχαριστώ σοι ότι ουκ ειμί ώσπερ ούτος ο Τελώνης”, ενώ ο Τελώνης προσεύχεται σωστά με ταπεινοφροσύνη, λέγοντας “ο Θεός, ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ.”[1].

Η “Ευχή” είναι το απόσταγμα της νηπτικής διδασκαλίας των Πατέρων της Εκκλησίας, και οι χρήστες της υποστηρίζουν πως δεν έχει καμία σχέση και ούτε πρέπει να συγχέεται με φαινόμενα γκουρουισμού ή διαλογισμού, καθώς εστιάζεται στην συγκεκριμένη επίκληση του ονόματος του Ιησού Χριστού.

Η Προσευχή του Ιησού είναι, για την Ορθόδοξη Εκκλησία, μία από τις πιο βαθιές και μυστικές προσευχές, και συχνά επαναλαμβάνεται συνεχώς σαν μέρος προσωπικής άσκησης. Η άσκηση της καρδιακής προσευχής είναι ένα αναπόσπαστο κομμάτι του Ησυχασμού, ο οποίος περιγράφεται στη Φιλοκαλία, μια συλλογή κειμένων για την προσευχή που συντάχθηκε στα τέλη του 18ου αιώνα. Υπήρξαν και κάποια Ρωμαιοκαθολικά κείμενα για την Προσευχή του Ιησού, αλλά η πρακτική της στη δύση δεν απέκτησε ποτέ την ίδια απήχηση, όπως στην ανατολή. Επιπλέον, η Ορθόδοξη θεολογία πάνω στην Προσευχή του Ιησού, η οποία διατυπώθηκε με σαφήνεια από τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, δεν έγινε ποτέ πλήρως αποδεκτή από τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία[2]. Ο Αρχιμανδρίτης Αιμιλιανός, καθηγούμενος της I. M. Σίμωνος Πέτρας αναφέρει ότι η ευχή εμπεριέχει δοξολογία, ευχαριστία, θεολογία, παράκληση και εξομολόγηση σε μια μόνο απλή πρόταση[3].

Η πρακτική της συνεχούς επανάληψης της προσευχής χρονολογείται τουλάχιστον από τον 5ο αιώνα. Η αρχαιότερη γνωστή αναφορά είναι στα Γνωστικά Κεφάλαια του Αγίου Διαδόχου Φωτικής (400-486), ένα έργο που βρίσκεται στον πέμπτο τόμο της Φιλοκαλίας. Η Προσευχή του Ιησού περιγράφεται στα Γνωστικά Κεφάλαια, με όρους που είναι παρόμοιοι με αυτούς που περιγράφεται από τον Άγιο Ιωάννη Κασσιανό (;-435), για την κάθαρση της ψυχής. Επίσης διδάσκει ότι η επανάληψη της προσευχής γεννά εσωτερική ειρήνη. Η χρήση της Προσευχής του Ιησού συνίσταται στη Κλίμακα του Αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου (523-603), και στο έργο του Αγίου Ησυχίου (8ος αιώνας;), Προς Θεόδουλον, το οποίο βρίσκεται στον πρώτο τόμο της Φιλοκαλίας. Η χρήση της Προσευχής του Ιησού, όπως αυτή παραδίδεται στη Φιλοκαλία, είναι το θέμα του Ρωσικού κλασικού βιβλίου Οι Περιπέτειες ενός Προσκυνητή, αλλά και κεντρικό θέμα του μυθιστορήματος Franny and Zooey του J.D. Salinger.

Η προέλευση της προσευχής ανάγεται πιθανότερα στην Αιγυπτιακή έρημο. Μάλιστα, έχει βρεθεί μια επιγραφή που περιέχει την Προσευχή του Ιησού στα ερείπια ενός κελιού στην Αιγυπτιακή έρημο, η οποία χρονολογείται εκείνη την περίοδο[4].

Αν και η Προσευχή του Ιησού έχει χρησιμοποιηθεί μέσα στους αιώνες ως τμήμα της Ορθόδοξης παράδοσης, τον 12ο αιώνα άρχισε επίσης να χρησιμοποιείται και σε κάποιες Δυτικές εκκλησίες, συμπεριλαμβανομένων κάποιων Ρωμαιοκαθολικών, ενώ σήμερα μπορεί να χρησιμοποιηθεί και από Επισκοπελιανές ή Λουθηρανικές εκκλησίες[5].

Τι σημαίνει η προσευχή Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με
Την προσευχή του Αγίου Όρους ποιος δεν την γνωρίζει; Αποτελείται από μίαν φράσιν μικράν, από μετρημένας τας λέξεις.

Με την βοεράν κραυγήν «Κύριε», δοξολογούμεν τον Θεόν, την ένδοξον μεγαλειότητά του, τον βασιλέα του Ισραήλ, τον δημιουργόν της ορατής και αοράτου κτίσεως, ον φρίττουσι τα σεραφίμ και τα χερουβίμ.

Με την γλυκυτάτην επίκλησιν και πρόσκλησιν «Ιησού», μαρτυρούμεν ότι είναι παρών ο Χριστός, ο σωτήρ ημών, και ευγνωμόνως τον ευχαριστούμεν, διότι μας ητοίμασε ζωήν αιώνιον. Με την τρίτην λέξιν «Χριστέ», θεολογούμεν, ομολογούντες ότι ο Χριστός είναι αυτός ο Υιός του Θεού και Θεός. Δεν μας έσωσε κάποιος άνθρωπος ούτε ένας άγγελος αλλά ο Ιησούς Χριστός, ο αληθινός Θεός.

Εν συνεχεία, δια της ενδομύχου αιτήσεως «ελέησόν με», προσκυνούμεν και παρακαλούμεν να γίνη ίλεως ο Θεός, εκπληρών τα σωτήρια αιτήματά μας, τους πόθους και τας ανάγκας των καρδιών μας. Και εκείνο το «με», τι εύρος έχει! Δεν είναι μόνον ο εαυτός μου• είναι άπαντες οι πολιτογραφηθέντες εις το κράτος του Χριστού, εις την αγίαν Εκκλησίαν, είναι όλοι αυτοί που αποτελούν μέλος του ιδικού μου σώματος.

Και, τέλος, δια να είναι πληρέστατη η προσευχή μας, κατακλείομεν με την λέξιν «τον αμαρτωλόν», εξομολογούμενοι -πάντες γαρ αμαρτωλοί εσμεν- καθώς εξωμολογούντο και όλοι οι άγιοι και εγίνοντο δια ταύτης της φωνής υιοί φωτός και ημέρας.

Εξ αυτών αντιλαμβανόμεθα ότι η ευχή εμπεριέχει δοξολογίαν, ευχαριστίαν, θεολογίαν, παράκλησιν και εξομολόγησιν.[6]

Τρόπος προσευχής
Στην Ορθόδοξη παράδοση, η προσευχή γίνεται συνεχόμενα, συχνά με τη βοήθεια ενός κομποσκοινιού. Οι μοναχοί, συχνά κάνουν αυτή την προσευχή εκατοντάδες φορές κάθε νύχτα, σαν τμήμα του προσωπικού κανόνα. Στόχευση της ευχής είναι η εσωτεροποίηση της προσευχής, ώστε ο πιστός να προσεύχεται ακατάπαυστα, κατορθώνοντας έτσι την παραίνεση του Αποστόλου Παύλου στους Θεσσαλονικείς, να “προσεύχονται αδιαλείπτως”[7]. Η Προσευχή του Ιησού μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μέσο για την απόκτηση συντριβής και ταπείνωσης (εξού και η φράση “τον αμαρτωλόν”, σαν να μην υπάρχει κανείς άλλος αμαρτωλός εκτός από το πρόσωπο που προσεύχεται).

Εκκλησία Online
Γράψε το σχόλιό σου

Αφήστε μια απάντηση

Comment moderation is enabled. Your comment may take some time to appear.