ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ: Συμφώνως προς τα δημοσιεύματα του Τύπου, στις 11 Ιουνίου 2026 και κατόπιν καταγγελιών, οι αστυνομικοί της Ομάδας ΔΙ.ΑΣ. προχώρησαν στη σύλληψη ενός 52χρονου άνδρα για προσβολή γενετήσιας αξιοπρέπειας, τον οποίο οδήγησαν στο Τμήμα Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων Ακρόπολης, όπου σχηματίστηκε δικογραφία σε βάρος του για προσβολή γενετήσιας αξιοπρέπειας.
Όπως αποδείχθηκε στη συνέχεια, επρόκειτο για τον Μητροπολίτη Πτολεμαΐδος Παντελεήμονα, που ανήκει στην κανονική δικαιοδοσία του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας.
Η σύλληψη αλλά και η δημοσιοποίηση της οδήγησαν στις 15 Ιουνίου το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας στην έκδοση του ακολούθου Ανακοινωθέντος:
«Εκ του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας και Πάσης Αφρικής ανακοινούται ότι, σεπτή αποφάσει της Αυτού Θειοτάτης Μακαριότητος του Πάπα και Πατριάρχου ημών κ.κ. Θεοδώρου Β’, ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Πτολεμαΐδος Παντελεήμων, κατόπιν του θλιβερού γεγονότος του λαβόντος χώραν εν Αθήναις, τίθεται εις επ’ αόριστον αργίαν, άχρι διαλευκάνσεως αυτού.
Δεν θα πάρω θέση επί του ζητήματος της τελέσεως ή μη τελέσεως της φερομένης πράξεως της προσβολής γενετήσιας ελευθερίας. Περί αυτού, θα κρίνει και θα αποφανθεί η ποινική δικαιοσύνη.
Θα σταθώ, όμως, και θα κρίνω την όλη υπόθεση από πλευράς εκκλησιαστικής δικαιοσύνης, επισημαίνοντας τα λάθη και τις παραλείψεις, που έγιναν ως προς την μέχρι αυτήν τη στιγμή διαδικασία, διότι απαραίτητη προϋπόθεση για την απονομή (και) της εκκλησιαστικής δικαιοσύνης είναι η ορθή τήρηση της προβλεπόμενης διαδικασίας.
Έχουμε και λέμε, λοιπόν, εξετάζοντας τα δεδομένα, όπως αυτά προέκυψαν κατά χρονολογική σειρά.
Κατά πρώτο λόγο, στις 11 Ιουνίου 2026 δημοσιοποιείται η σύλληψη στα γεωγραφικά όρια της Εκκλησίας της Ελλάδος ενός Μητροπολίτη, ο οποίος όμως ανήκει στην κανονική δικαιοδοσία του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας.
Με αφετηρία τους ιερούς κανόνες, και ειδικότερα αυτούς που ρυθμίζουν τα όρια κανονικής δικαιοδοσίας, αρμόδια εκκλησιαστικά δικαστήρια είναι ταυτοχρόνως:
Α) αυτά του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας, βάσει της αρχής της κανονικής δικαιοδοσίας, διότι σ’ αυτό υπάγεται από κανονικής απόψεως ο φερόμενος ως δράστης.
Β) αυτά της Εκκλησίας της Ελλάδος, βάσει της αρχής της εντοπιότητας, διότι εντός των γεωγραφικών ορίων αυτής έλαβε χώρα το φερόμενο κανονικό παράπτωμα.
Σ’ αυτή την περίπτωση, δηλαδή της ταυτόχρονης αρμοδιότητας εκκλησιαστικών δικαστηρίων δύο Αυτοκεφάλων Εκκλησιών, εφαρμόζεται η αρχή της χρονικής προτεραιότητας, οπότε αρμόδιο δικαστήριο είναι αυτό, που θα επιληφθεί πρώτο της υποθέσεως. Και εκ των συνθηκών, η πλάστιγγα γέρνει υπέρ του δικαστηρίου του τόπου του κανονικού παραπτώματος, ως ευρισκόμενο εγγύτερα στον τόπο τελέσεως και έχον για τον λόγο αυτόν και το πλεονέκτημα της ταχύτερης ενημερώσεως και πληροφορήσεως περί του κανονικού παραπτώματος. Άρα, κατά τους ιερούς κανόνες αλλά και εκ των συνθηκών, η πλέον αρμόδια για την εξέταση του γεγονότος είναι η εκκλησιαστική δικαιοσύνη της Εκκλησίας της Ελλάδος.
Όμως, με αφετηρία τον Οργανικό Νόμο του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας και τον ν. 5383/1932 περί εκκλησιαστικών δικαστηρίων της Εκκλησίας της Ελλάδος, η υπόθεση γίνεται πιο σύνθετη, για τους εξής λόγους:
Ι. Κατά τον Κανονισμό «Περί Συνοδικού Θεσμού» του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας, και ειδικότερα κατά το άρθρο 26, όταν η Ιερά Σύνοδος λειτουργεί ως δικαστήριο, ενεργεί: «α)….., β) ὡς Πλημμελειοδικεῖον καί Πταισματοδικεῖον ἑνός βαθμοῦ. Ἐνώπιον αὐτῆς δικάζονται πταίσματα ἤ πλημμελήματα κανονικά μέλους τῆς Ἰεραρχίας». Συνεπώς, αφού κατά την ανωτέρω διάταξη δεν γίνεται καμία διάκριση ως προς τον τόπο τελέσεως ενός κανονικού πταίσματος ή πλημμελήματος μέλους της Ιεραρχίας του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας, η Ιερά Σύνοδος αυτού είναι καταρχήν αρμόδια για την εξέταση του φερομένου ως παραπτώματος του Μητροπολίτη Πτολεμαΐδος Παντελεήμονα.
ΙΙ. Κατά τον ν. 5383/1932, και ειδικότερα το άρθρο 23 πργφ. 1, το Πρωτοβάθμιο για τους Αρχιερείς Δικαστήριο δικάζει τα παραπτώματα των Αρχιερέων γενικώς, χωρίς να κάνει ιδιαίτερη αναφορά ή διάκριση ως προς τον τόπο τελέσεως των κανονικών παραπτωμάτων. Υπό αυτή την έννοια, θα μπορούσε να θεωρηθεί, ότι το δικαστήριο αυτό είναι αρμόδιο για όλα τα κανονικά παραπτώματα που τελούνται γενικώς από Αρχιερείς, ανεξαρτήτως του «κλίματος», δηλαδή της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας, που ανήκει ο Αρχιερέας, αρκεί στην περίπτωση αυτή το παράπτωμα να τελέστηκε εντός των γεωγραφικών ορίων της Εκκλησίας της Ελλάδος.
Όμως, πργφ. 2 του ιδίου άρθρου, περιορίζει σαφώς – και κατά παραβίασιν των ιερών κανόνων – την αρμοδιότητα του Πρωτοβαθμίου για Αρχιερείς Δικαστηρίου, μόνο στα κανονικά παραπτώματα, που τελούν Αρχιερείς της Εκκλησίας της Ελλάδος. Και τούτο προκύπτει από την πρόβλεψη, ότι ο Αρχιερέας που καταδικάσθηκε σε αργία, δεν μπορεί επί τριετία από το αμετάκλητο της αποφάσεως ν’ αναλάβει Συνοδικά καθήκοντα, εάν δε είναι Συνοδικός, εκπίπτει έκτοτε αυτοδικαίως από το αξίωμα αυτό. Και τέτοια ιδιότητα (Συνοδικού) αλλά και η έκπτωση από αυτή αρμόζουν μόνο σε Αρχιερέα της Εκκλησίας της Ελλάδος, και δή Μητροπολίτη μόνον αυτής, αποκλειομένων των Αρχιερέων άλλης Αυτοκέφαλης Εκκλησίας.
Κατόπιν τούτων, η αρμοδιότητα κρίσεως του φερομένου ως κανονικού παραπτώματος του Μητροπολίτη Πτολεμαΐδος Παντελεήμονος ανήκει αποκλειστικώς στα εκκλησιαστικά δικαστήρια του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας. Τα αντίστοιχα δικαστήρια της Εκκλησίας της Ελλάδος δεν φαίνεται – κατά νομική ακρίβεια – να έχουν συντρέχουσα αρμοδιότητα να κρίνουν.
Κατά δεύτερο λόγο, αφού αποκλειστικώς αρμόδια είναι τα εκκλησιαστικά δικαστήρια του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας, θα πρέπει να δούμε, ποιό από τα δικαστήρια αυτά είναι αρμόδιο, να κρίνει το φερόμενο ως τελεσθέν κανονικό παράπτωμα.
Από τη στιγμή που ο φερόμενος ως δράστης είναι ο Μητροπολίτης Πτολεμαΐδος Παντελεήμων, ο οποίος είναι και μέλος της Ιεράς Συνόδου του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας, αρμόδιο εκκλησιαστικό δικαστήριο κατά το άρθρο 26, στοιχείο β΄, που ήδη προαναφέρθηκε, είναι η Ιερά Σύνοδος του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας, η σύνθεση της οποίας διαφέρει αναλόγως του είδους του κανονικού παραπτώματος. Άρα, προηγείται ο χαρακτηρισμός του φερομένου ως τελεσθέντος κανονικού παραπτώματος.
Κατά τρίτο, λοιπόν, λόγο, θα δούμε, ποιο είναι το κανονικό παράπτωμα, περί του οποίου θα κριθεί ο εν θέματι Μητροπολίτης, και αν χαρακτηρίζεται ως πταίσμα ή πλημμέλημα. Σημειώνω, ότι τέτοια διάκριση δεν υπάρχει στο Κανονικό Δίκαιο, όμως προς χάριν της αναλύσεως του θέματος θα θεωρηθεί, ότι ο χαρακτηρισμός «πταίσματα» χρησιμοποιείται για τα ελαφρύτερα κανονικά παραπτώματα και ο
χαρακτηρισμός «πλημμελήματα» για τα βαρύτερα. Άλλωστε, η κατάταξη του φερομένου ως τελεσθέντος κανονικού παραπτώματος στην μία ή στην άλλη κατηγορία επηρεάζει και την σύνθεση του εκκλησιαστικού δικαστηρίου, που θα το κρίνει.
Η κατά τα δημοσιεύματα πράξη της επιδείξεως των γεννητικών οργάνων συνιστά αναμφισβητήτως πράξη ασελγή. Οι ασελγείς πράξεις όχι μόνον δεν είναι άγνωστες στο Κανονικό Δίκαιο αλλά αποτέλεσαν, μάλιστα, και αντικείμενο ρυθμίσεως από τον 70ο κανόνα του Μεγάλου Βασιλείου.
Στο συγκεκριμένο κανόνα προβλέπεται η τιμωρία της ασελγούς πράξεως της μιάνσεως χειλέων κληρικού: «Διάκονος ἐν χείλεσι μιανθείς καί μέχρι τούτου ἡμαρτηκέναι ὁμολογήσας, τῆς λειτουργίας ἐπισχεθήσεται, τοῦ δέ μετέχειν τῶν ἁγιασμάτων μετά τῶν διακόνων ἀξιωθήσεται· τό δέ αὐτό καί πρεσβύτερος. Εἰ δέ τι πλέον τούτου φωραθείη τις ἡμαρτηκώς, ἐν οἵῳ ἂν ᾖ βαθμῷ, καθαιρεθήσεται».
Όπως προκύπτει από την ανωτέρω διάταξη, ο διάκονος ή ο πρεσβύτερος που θα μιάνει τα χείλη του και θα το ομολογήσει, τιμωρείται με την ποινή της αργίας, διατηρώντας το δικαίωμα να μεταλαμβάνει μετά των ομοιοβάθμων του.
Όσον αφορά στο τι είναι η «μίανσις χειλέων», ως τέτοια νοείται κατ’ ερμηνείαν το «ἐμπαθές και ερωτικόν φίλημα γυναικός» (βλ. την ερμηνεία υπό τον κανόνα Ι. Ζωναρά, Θ. Βαλσαμώνος και Πηδαλίου) αλλά και η αιδοιολειχία (βλ. την ερμηνεία Θ. Βαλσαμώνος υπό τον κανόνα: «Ἄλλοι εἶπον, ὥς τινες τῷ ἀφροδισίῳ πυρί διακαῶς ἐκκαιόμενοι, ὡς κύλικι χρῶνται τῷ γυναικείῳ αἰδοίῳ, καί δι’ αὐτοῦ (ὤ τοῦ μύσους!) κατάπτυστον πόμα πίνουσι, καί τά χείλη καταμιαίνουσιν. Ἕτεροι λέγουσιν, ὥς τινες ἐρωτομανοῦντες τήν γυναικείαν καταφιλοῦσιν αἰσχύνην, καί οὐκ αἰσχύνονται, ἀλλά λέγουσι, τά χείλη ἡμῶν παρ’ ἡμῖν ἐστι, τίς ἡμῶν ἔσται κύριος;»
Η δε διάρκεια της ποινής της αργίας ορίζεται από τον οικείο – και αρμόδιο να κρίνει τον κληρικό – επίσκοπο, όπως προκύπτει από την ερμηνεία υπό τον κανόνα των Ι. Ζωναρά, Θ. Βαλσαμώνος και Πηδαλίου.
Εάν, όμως, κάποιος κληρικός, συλληφθεί επ’ αυτοφώρω να διαπράττει ασελγή πράξη βαρύτερη αυτής, που περιγράφει ο κανόνας («Εἰ δέ τι πλέον τούτου φωραθείη τις ἡμαρτηκώς»), τότε ο κληρικός αυτός – ανεξαρτήτως του βαθμού του – καθαιρείται βάσει του συγκεκριμένου κανόνα.
Αν και η συγκεκριμένη κανονική διάταξη αναφέρεται μόνο σε πρεσβυτέρους και διακόνους και όχι σε επισκόπους, θα πρέπει να ερμηνευθεί αναλογικώς και να εφαρμοσθεί και επί ασελγών πράξεων επισκόπων. Και τούτο, διότι η γραμματική ερμηνεία του συγκεκριμένου ιερού κανόνα θα μας οδηγούσε σε απαλλαγή του φερομένου ως δράστη ασελγούς πράξεως, εάν αυτός ήταν επίσκοπος. Υπέρ αυτής της απόψεως, δηλαδή της ισχύος του κανόνα και επί επισκόπων, συνηγορεί και η β΄ παράγραφος του κανόνα, που προβλέπει την ποινή της καθαιρέσεως για την επιβαρυντική περίπτωση της τελέσεως ασελγούς πράξεως μείζονος της περιγραφομένης στον κανόνα, ανεξαρτήτως όμως γενικώς και αορίστως του ιερατικού βαθμού του δράστη («ἐν οἵῳ ἂν ᾖ βαθμῷ»).
Στην περίπτωση, λοιπόν, του Μητροπολίτη Πτολεμαΐδος, φέρεται ότι ο κληρικός τέλεσε την ασελγή πράξη της επιδείξεως δημοσία των γεννητικών οργάνων του, συλληφθείς μάλιστα επ’ αυτοφώρω. Η πράξη αυτή, μείζων και σοβαρότερη της πράξεως που περιγράφει ο 70ος κανόνας του Μεγάλου Βασιλείου στην α’ παράγραφο, αλλά και ο τρόπος αποκαλύψεως (η σύλληψη επ’ αυτοφώρω), ενεργοποιεί την εφαρμογή της β΄ παραγράφου αυτού και οδηγεί στην επιβολή της ποινής της καθαιρέσεως. Πάντοτε, όμως, εφόσον τελικώς κριθεί, ότι όντως ο εν λόγω κληρικός τέλεσε την ανωτέρω πράξη.
Υπό αυτά τα δεδομένα, η ασελγής πράξη αυτή – εφόσον τονίζω αποδειχθεί, ότι τελέστηκε – συνιστά οπωσδήποτε «πλημμέλημα» και συνεπώς οδηγεί σε εφαρμογή του άρθρου 29, το οποίο ορίζει: «Ἐπί δίκης Ἀρχιερέως, προκειμένου μέν περί πταίσματος, ἡ Σύνοδος συγκροτείται ὑπό τοῦ Πατριάρχου καί τοῦ ἡμίσεος τοὐλάχιστον τῶν Μητροπολιτῶν. Προκειμένου ὅμως περί πλημμελήματος συνεπαγομένου ποινήν μείζονα ἐνιαυσίου ἀργίας, ἡ Σύνοδος δέον νά εἶναι πληρεστάτη, ἤτοι νά προεδρεύηται ὑπό τοῦ Πατριάρχου, νά συμπροεδρεύωσι δ’ αὐτῷ πάντες οἱ Μητροπολῖται τοῦ Θρόνου». Συνεπώς, έχοντας ως κανονικό παράπτωμα ένα «πλημμέλημα», ως φερόμενο δράστη έναν Αρχιερέα και ως πιθανή ποινή την καθαίρεση, αφού ο φερόμενος δράστης συνελήφθη επ’ αυτοφώρω, και η ποινή αυτή είναι ανώτερη της ποινής της ετήσιας αργίας, τότε κατά την πργφ. 2 του ανωτέρω άρθρου, πρέπει να συγκληθεί η Ιερά Σύνοδος του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας υπό την προεδρία του Πατριάρχη Αλεξανδρείας – και το κυριότερο σε πλήρη σύνθεση, δηλαδή με τη συμμετοχή απάντων των μελών της Ιεράς Συνόδου.
Το εκκλησιαστικό αυτό δικαστήριο, είναι το μόνο αρμόδιο να δικάσει τον Μητροπολίτη Πτολεμαΐδος Παντελεήμονα και να του επιβάλλει την ποινή της καθαιρέσεως. Η απόφαση του αυτή είναι και τελεσίδικη, δηλαδή δεν αναγνωρίζεται δικαίωμα εφέσεως στον κατηγορούμενο, εφόσον η απόφαση είναι καταδικαστική και ομόφωνη, όπως προβλέπει άλλωστε και ο 15ος κανόνας της τοπικής συνόδου της Αντιοχείας. Σε αντίθετη περίπτωση, εάν δηλαδή η καταδικαστική απόφαση δεν είναι ομόφωνη, τότε υπάρχει δικαίωμα εφέσεως. Τίθεται, όμως, πλέον ζήτημα εφαρμογής του άρθρου 30 για την μετάκληση Αρχιερέως από τις Εκκλησίες της Κωνσταντινουπόλεως, των Ιεροσολύμων, της Αντιοχείας και των Αρχιεπισκοπών Κύπρου και Ελλάδος, διότι υπάρχει επαρκής αριθμός Αρχιερέων στο Πατριαρχείο Αλεξανδρείας, για να συγκροτήσουν σύνοδο πέραν των δώδεκα μελών, που είναι και ο ελάχιστος κατά τους ιερούς κανόνες αριθμός για νόμιμη σύνθεση και συγκρότηση συνόδου.
Η άμεση εκδίκαση της υποθέσεως – δηλαδή χωρίς προδικασία, χωρίς ανάκριση – λαμβάνει χώρα εφόσον εκ μέρους του κατηγορουμένου υπάρχει ομολογία της ενοχής του, η οποία ομολογία συνιστά και ελαφρυντικό στοιχείο. Αυτό προβλέπεται στο άρθρο 31 του προαναφερθέντος Οργανικού Νόμου, στο οποίο όμως ταυτοχρόνως προβλέπεται, ότι σε αντίθετη περίπτωση, δηλαδή μη αποδοχής της ενοχής του από τον κατηγορούμενο, επιβάλλεται η τήρηση προδικασίας, δηλαδή ανακρίσεως: «Ἡ ὁμολογία τῆς ἐνοχῆς τοῦ κατηγορουμένου, ἀρκοῦσα διά τήν δικαστικήν ἀπόφασιν κατά τόν οδ’ Ἀποστολικόν κανόνα, καθιστᾷ περιττήν τήν ἀνάκρισιν καί τάς μαρτυρικάς καταθέσεις, λαμβάνεται δέ ὡς λόγος ἐλαφρυντικός ἐν τῷ καταλογισμῷ».
Συνοψίζοντας τα όσα έχουν ήδη εκτεθεί, η διαδικασία, που θα έπρεπε να έχει ακολουθηθεί από το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας, είναι η εξής:
Από την στιγμή, που το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας πληροφορήθηκε την πιθανότητα τελέσεως κανονικού παραπτώματος από Αρχιερέα – μέλος της Ιεράς Συνόδου του, θα έπρεπε, να ορίσει αμέσως ως πληρεξούσιο με καθήκοντα ανακριτή τουλάχιστον ένα Μητροπολίτη, ο οποίος να προσέλθει στην Ελλάδα και να απευθυνθεί στις αστυνομικές αρχές, προκειμένου να λάβει γνώση των στοιχείων της δικογραφίας. Στη συνέχεια, να συνομιλήσει με τον κατηγορούμενο Αρχιερέα και:
α) εφόσον έχει ομολογία ενοχής, να το γνωστοποιήσει στο Πατριαρχείο Αλεξανδρείας, προκειμένου να κινηθεί η διαδικασία εκδικάσεως κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 31 του Οργανικού Νόμου, δηλαδή εκδίκαση άνευ ανακριτικής διαδικασίας,
β) εφόσον δεν υπάρχει ομολογία ενοχής, να προχωρήσει σε ανακριτικές πράξεις, όπως η λήψη μαρτυρικών καταθέσεων και στη συνέχεια να κινηθεί η διαδικασία εκδικάσεως από την Ιερά Σύνοδο του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας κατά το άρθρο 29 του Οργανικού Νόμου.
Και στο σημείο αυτό ευλόγως θα αναρωτηθείτε, τι θα γίνει με τον κατηγορούμενο Αρχιερέα μέχρι να εκδικασθεί η υπόθεση του από την Ιερά Σύνοδο του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας. Η απάντηση είναι απλή. Αυτή τη στιγμή, ο κατηγορούμενος Αρχιερέας πρέπει να κρατείται από τις αστυνομικές αρχές, οπότε δεν μπορεί στην πράξη, να τελέσει λειτουργίες και εν γένει ιεροπραξίες. Οπότε είναι καταρχήν άνευ ουσίας η επιβολή ποινής αργίας. Παρά ταύτα, εάν εκρίνετο αναγκαία η επιβολή της ποινής της αργίας, είναι αυτή δυνατή αλλά μόνον από την Ιερά Σύνοδο του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας, συμφώνως προς το άρθρο 29 του Οργανικού Νόμου, υπό τις εξής επιλογές:
1. εάν η ποινή της αργίας θα ήταν μικρότερη από ένα έτος, η επιβολή της ποινής θα αποφασιζόταν κατ’ ερμηνείαν από την σύνθεση της α΄ παραγράφου του άρθρου 29, δηλαδή από τον Πατριάρχη Αλεξανδρείας και το ήμισυ τουλάχιστον των μελών της Ιεράς Συνόδου,
2. εάν η ποινή της αργίας θα ήταν μεγαλύτερη του ενός έτους, η επιβολή της ποινής θα αποφασιζόταν κατ’ ερμηνείαν από την σύνθεση της β΄ παραγράφου του άρθρου 29, δηλαδή από τον Πατριάρχη Αλεξανδρείας και το σύνολο των μελών της Ιεράς Συνόδου.
Το μόνο βέβαιο είναι, ότι ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας ως ατομικό όργανο απονομής δικαιοσύνης, άρα και ως αρμόδιος να επιβάλλει ο ίδιος με δική του απόφαση οποιαδήποτε ποινή, δεν φαίνεται να προβλέπεται και να αναγνωρίζεται από τον οικείο και πολλάκις αναφερθέντα Οργανικό Νόμο. Αυτό σημαίνει, ότι η ποινή της αργίας που επέβαλε, είναι άκυρη, ως αντίθετη προς τον Οργανικό Νόμο, άρα
ανύπαρκτη. Μπορεί η απόφαση αυτή του Πατριάρχη Αλεξανδρείας να εκφράζει το κοινό αίσθημα, αλλά διαδικαστικώς ελέγχεται για την ορθότητα της. Ιδίως, όταν για την απόφαση αυτή προβλέπεται αντίστοιχη διαδικασία από τον Οργανικό Νόμο. Και ας μην ξεχνούμε, ότι η ακριβής τήρηση της διαδικασίας δημιουργεί το υπόβαθρο για μία δίκαιη δίκη, που κάθε κατηγορούμενος δικαιούται να έχει.
Τέλος, θα ήθελα να κάνω και μία τελευταία επισήμανση, όσον αφορά στην διάρκεια της ποινής, που επέβαλε με προσωπική απόφαση εσφαλμένως ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας. Κατά το ανακοινωθέν, που εξέδωσε το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας, η ποινή που – κατά παράβασιν του Οργανικού Νόμου – επιβλήθηκε είναι «επ’ αόριστον αργίαν, άχρι διαλευκάνσεως αυτού». Εδώ υπάρχουν δύο ακόμη σφάλματα, πέραν του ήδη εκτεθέντος ως προς το πρόσωπο που επέβαλε την ποινή.
Το πρώτο σφάλμα είναι, ότι η επ’ αόριστον αργία δεν έχει από πριν καθορισμένο χρονικό ορίζοντα λήξεως. Την λήξη της την αποφασίζει μόνο το όργανο, που την επέβαλε, εφόσον είναι και το αρμόδιο να την επιβάλλει ή κάποιο ανώτερο όργανο. Συνεπώς, επιβολή επ’ αόριστον ποινής αργίας μέχρι ένα χρονικό σημείο, ακόμη και αν αυτό είναι αορίστως και αφηρημένως καθορισμένο, όπως στην περίπτωση μας «άχρι διελευκάνσεως αυτού», είναι ασύμβατη με την φύση της επ’ αόριστον ποινής και καταστρατηγεί και το δικαίωμα του οργάνου που την επέβαλε, να την άρει με δική του πρωτοβουλία. Και τούτο, διότι μόλις επέλθει η διελεύκανση, αίρεται αυτομάτως και η ποινή της επ’ αόριστον αργίας, μη απαιτουμένης αποφάσεως του οργάνου που την επέβαλε. Που στην περίπτωση μας, το όργανο που την επέβαλε, ως αναρμόδιο, δεν μπορεί και να ανακαλέσει.
Το δεύτερο σφάλμα είναι το ασαφές του όρου «άχρι διαλευκάνσεως αυτού». Όχι μόνον αυτή η προϋπόθεση τέθηκε, ενώ δεν έπρεπε, αλλά τέθηκε και εσφαλμένως, χωρίς να μπορεί και να καθορισθεί το περιεχόμενο της. Και το σημειώνω αυτό, διότι υπάρχει ένα βασικό ερώτημα: Πότε θεωρείται κατά το ανακοινωθέν, ότι επέρχεται η διελεύκανση της υποθέσεως; Όταν τον καταδικάσει το εκκλησιαστικό δικαστήριο του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας; Όταν π.χ. διαταχθεί η άσκηση ποινικής διώξεως κατά του Μητροπολίτη; Και εάν στη συνέχεια αθωωθεί στο ακροατήριο; Ή μήπως όταν καταδικασθεί σε πρώτο βαθμό; Και εάν κάνει έφεση και αθωωθεί σε δεύτερο βαθμό; Και ως τότε το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας θα τηρήσει στάση αναμονής και δεν θα τον κρίνουν τα εκκλησιαστικά δικαστήρια του; Και γιατί να περιμένει,
εφόσον η διαδικασία ενώπιον των εκκλησιαστικών δικαστηρίων του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας είναι παράλληλη προς αυτήν των ποινικών δικαστηρίων στην Ελλάδα; Πολλά τα ερωτήματα νομίζω, που όμως δεν θα είχαν δημιουργηθεί, εάν είχε ακολουθηθεί η διαδικασία που προβλέπεται από τον Οργανικό Νόμο περί Συνοδικού Θεσμού του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας, έστω και αν αυτός χρειάζεται ριζική ανανέωση. Αυτός υπάρχει, άρα αυτός ισχύει.
Εν κατακλείδι, ο Μακαριώτατος Πατριάρχης Αλεξανδρείας:
Α. Εσφαλμένως επέβαλε ο ίδιος ποινή επ’ αόριστον αργίας.
Β. Εσφαλμένως προσδιόρισε την ισχύ της μέχρι την διελεύκανση της υποθέσεως.
Γ. Εσφαλμένως δεν κίνησε την σωστή διαδικασία, όπως αυτή προβλέπεται από τον Οργανικό Νόμο περί Συνοδικού Θεσμού.
Και όλα αυτά ανεξαρτήτως, εάν ο Μητροπολίτης Πτολεμαΐδος τέλεσε το αδίκημα ή όχι. Αυτό είναι αρμοδιότητα των ποινικών δικαστηρίων της Ελλάδος και παραλλήλως των εκκλησιαστικών δικαστηρίων του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας. Αλλά, θα τονίσω για μία ακόμη φορά. Καθένας δικαιούται μία δίκαιη δίκη, η οποία εξασφαλίζεται μέσα από την τήρηση των διαδικασιών.
Δρ. Αναστάσιος Βαβούσκος
Δικηγόρος
Άρχων Ασηκρήτης της Μ.τ.Χ.Ε.





































