Το Οικουμενικό Πατριαρχείο (ΟΠ) κι η Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία (ΣΟΕ) με συνοδικές αποφάσεις τους (στις 9 και 16 Μαΐου αντίστοιχα) έκαναν γνωστή την απόφασή τους να βάλουν τέλος στο σχίσμα που εδώ και περίπου μισό αιώνα υπήρχε λόγω της αντικανονικής ύπαρξης (από το 1967) της λεγόμενης «Μακεδονικής Ορθόδοξης Εκκλησίας». Πράγματι, τόσο το ΟΠ όσο κι η ΣΟΕ αποκατέστησαν την ευχαριστιακή κοινωνία με την Εκκλησία της Δημοκρατίας της Βόρειας Μακεδονίας (ΕΒΜ) και την επανέφεραν από μια σχισματική κατάσταση στην εκκλησιαστική κανονικότητα.

Το ΟΠ ενήργησε επί τη βάσει του δικαιώματός του να δέχεται έκκλητες προσφυγές (βλ. κανόνες 9 και 17 της Δ’ Οικουμενικής Συνόδου). Έτσι, αποδέχτηκε το αίτημα που του υπέβαλε η ιεραρχία της ΕΒΜ και αποκατέστησε την ευχαριστιακή κοινωνία μαζί της. Αντιστοίχως, η ΣΟΕ προχώρησε στην εξομάλυνση των σχέσεών της με τη ΕΒΜ, προφανώς μετά την αποδοχή από την τελευταία, έπειτα από διμερείς συζητήσεις, του εκκλησιαστικού καθεστώτος του 1959, δηλαδή της αυτονομίας που της είχε τότε χορηγήσει η ΣΟΕ.

Επιπλέον, το ΟΠ δήλωσε ότι η ΕΒΜ δεν θα έχει ως τίτλο τον όρο «Μακεδονία» ή οποιοδήποτε άλλο παράγωγό αυτού (όπως συμφωνήθηκε εγγράφως κι από την ΕΒΜ). Αντιθέτως η ΣΟΕ δεν έθεσε το παραπάνω ως προϋπόθεση για τη ρύθμιση των σχέσεών της με την ΕΒΜ.

Πιο συγκεκριμένα, το ΟΠ δήλωσε ότι η ΕΒΜ θα χρησιμοποιήσει το όνομα [Αρχιεπισκοπή/Εκκλησία] «Αχρίδος» ως επίσημο χαρακτηρισμό της, ενώ η ΣΟΕ φάνηκε λιγότερο σαφής, καθώς δήλωσε ότι το όνομα αυτής της Εκκλησίας θα αποφασιστεί ύστερα από αδελφικό διάλογο με τις άλλες Ορθόδοξες Εκκλησίες, συμπεριλαμβανομένης της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Βεβαίως, μπορεί κανείς εύλογα να υποθέσει ότι η Εκκλησία της Ελλάδος δεν θα αναγνωρίσει ποτέ κάποια άλλη Εκκλησία με το όνομα «Μακεδονία». Ίσως η στάση της ΣΟΕ να οφείλεται και στις αντιρρήσεις που θα μπορούσε να εγείρει η Βουλγαρική Εκκλησία για τη χρήση του τίτλου «Αχρίδα», διότι κατά το παρελθόν αυτή η Αρχιεπισκοπή επεκτείνετο στη γεωγραφική περιοχή του σημερινού Βουλγαρικού Κράτους.

Ωστόσο, εάν η ΣΟΕ επιθυμεί η απόφαση για τον τίτλο της ΕΒΜ να ληφθεί μέσω αδελφικού διαλόγου, τότε ο χαρακτηρισμός «Μακεδονική» θα πρέπει εκ των πραγμάτων να αποκλειστεί. Σε κάθε περίπτωση, το ΟΠ φάνηκε να έχει ξεκάθαρη θέση σε αυτή την πτυχή, σε αντίθεση με τη ΣΟΕ που ακολούθησε μια διαφορετική λογική.

Όσον αφορά στα δικαιοδοσιακά όρια της νέας αυτής Αρχιεπισκοπής/Εκκλησίας, το ΟΠ διευκρίνισε ότι αυτά δεν θα πρέπει να εκτείνονται πέραν του εδάφους της Δημοκρατίας της Βόρειας Μακεδονίας. Και στο θέμα αυτό η ΣΟΕ φάνηκε πάλι λιγότερο σαφής, καθώς δήλωσε ότι δεν δεσμεύεται «σε περιοριστικές ρήτρες σχετικά με την έκταση της δικαιοδοσίας της [ΕΒΜ] εντός της χώρας και στη διασπορά».

Αυτό μπορεί να οφείλεται και στο ότι η ΣΟΕ θεωρεί ότι οι πιστοί της ΕΒΜ στη διασπορά θα ενταχθούν στις εκκλησιαστικές δομές που διατηρεί η ίδια. Από την πλευρά του, το ΟΠ δεν θα μπορούσε να αρνηθεί τα δικαιώματά του γύρω από την αποκλειστική διοίκηση των ορθοδόξων κοινοτήτων της διασποράς δυνάμει του κανόνα 28 της Δ’ Οικουμενικής Συνόδου.

Κατά την άποψή μας, ο περιορισμός της ΕΒΜ εντός των κρατικών ορίων έχει και τον σκοπό να αποφευχθούν στο μέλλον εδαφικές φιλοδοξίες εκ μέρους της ΕΒΜ που θα μπορούσαν να θίξουν άλλες εκκλησιαστικές δικαιοδοσίες. Εάν αυτός ο κίνδυνος μπορεί να αποφευχθεί μόνο μέσω της συμφωνίας επί του τίτλου της νέας Εκκλησίας (όπως θεωρεί η ΣΟΕ), για το ΟΠ αυτό είναι ένα ερώτημα που απαιτεί και μια εδαφική οριοθέτηση.

Το ΟΠ δεν διευκρίνισε το εκκλησιαστικό καθεστώς της ΕΒΜ, αν και το υπέδειξε εμμέσως. Έτσι, η Σύνοδος του ΟΠ ανέθεσε στη ΣΟΕ «τη ρύθμιση των διοικητικών θεμάτων μεταξύ της και της Εκκλησίας της Βόρειας Μακεδονίας, στο πλαίσιο φυσικά της κανονικής τάξης και της εκκλησιαστικής παράδοσης». Με άλλα λόγια, το ΟΠ δεν δήλωσε εάν η νέα Αρχιεπισκοπή/Εκκλησία θα πρέπει να είναι αυτοκέφαλη, αυτόνομη ή ημιαυτόνομη.

Φυσικά, δεν είναι δύσκολο να υποθέσει κανείς ότι το ΟΠ δεν θα εκχωρούσε ποτέ σε άλλη Εκκλησία το δικαίωμά του να παραχωρεί αυτοκεφαλία. Από την πλευρά της, η ΣΟΕ δήλωσε ότι το καθεστώς της ΕΒΜ θα είναι αυτό της «ευρύτερης δυνατής αυτονομίας, δηλαδή της πλήρους εσωτερικής ανεξαρτησίας». Ως εκ τούτου, η λύση που προτάθηκε σιωπηρώς από το ΟΠ ως το μόνο κανονικό καθεστώς της ΕΒΜ είναι η αυτονομία, κάτι για το οποίο έκανε λόγο το ανακοινωθέν της Σερβικής Συνόδου της 16ης Μαΐου.

Από τα παραπάνω γίνεται σαφές ότι οι παρεμβάσεις των δύο Εκκλησιών έχουν στοιχεία σύγκλισης. Υπάρχουν όμως και κάποιες αποκλίσεις. Για παράδειγμα, στο ανακοινωθέν του το ΟΠ δεν έκανε νύξη στον Πατριαρχικό Τόμο του 1922, ούτε αναφέρθηκε στη ΣΟΕ ως τη «μητέρα» Εκκλησία της ΕΒΜ, αν και ζήτησε από τη ΣΟΕ να ρυθμίσει τις διοικητικές της σχέσεις με την ΕΒΜ και έτσι της αναγνώρισε το δικαίωμά της να οριστικοποιηθεί, τουλάχιστον από εκτελεστικής πλευράς, τη λύση του σχίσματος.

Από την άλλη, η ΣΟΕ δεν αναφέρθηκε στις αποφάσεις της Συνόδου του ΟΠ (αν και απάντησε εμμέσως στα ζητήματα που έθεσε η τελευταία, όπως στο θέμα του ονόματος και της δικαιοδοσίας της νέας Αρχιεπισκοπής/Εκκλησίας), ούτε δήλωσε ότι θα συμβουλευτεί το ΟΠ ή θα εφαρμόσει τις αποφάσεις που πήρε ο Φανάρι. Mε άλλα λόγια, η ΣOΕ ενήργησε ως μια Εκκλησία που θεωρεί τον εαυτό της ικανό να δώσει μια κανονική λύση ανεξάρτητα από το ΟΠ, δείχνοντας μ’ αυτόν τον τρόπο ότι δεν αντιλαμβάνεται τον εαυτό της ως εκτελεστικό όργανο των αποφάσεων που έλαβε το Φανάρι.

Από όσα ειπώθηκαν μπορεί να υποστηριχθεί ότι:
α) Το ΟΠ έθεσε το γενικό πλαίσιο του εκκλησιαστικού καθεστώτος της νέας Αρχιεπισκοπής (ονομασία και όρια δικαιοδοσίας).

β) Η ΣOΕ, χωρίς να λάβει επίσημα υπόψη της τις αποφάσεις του ΟΠ, δεν έλαβε οριστικές αποφάσεις για την ονομασία της ΕΒΜ, ούτε όρισε τα κανονικά της όρια.

Φυσικά, δεν μπορεί να μην παρατηρήσει κανείς ότι ο τόνος των δύο συνοδικών αποφάσεων είναι ειρηνικός, ότι απουσιάζει το επιθετικό πνεύμα – έστω και μέσα από αυτή τη… σιωπή των δύο πλευρών – ενώ, όπως αναφέρθηκε, υπάρχουν περιθώρια συναίνεσης γύρω από το όνομα και το κανονικό καθεστώς της νέας Εκκλησίας.

Ένα άλλο ζήτημα αφορά το εάν το ΟΠ έπρεπε να προχωρήσει στην επίλυση του σχίσματος χωρίς να έχει έρθει προηγουμένως συνεννόηση με την ΣOΕ. Με άλλα λόγια, το ερώτημα είναι εάν το ΟΠ έχει το δικαίωμα να επιλύει εκκλησιαστικά ζητήματα που αφορούν την κανονική επικράτεια άλλων Εκκλησιών. Ασφαλώς το ΟΠ άφησε την ΣOΕ να καθορίσει την ακριβή διοικητική σχέση της με την ΕΒΜ. Ενήργησε δηλαδή στο πλαίσιο των προνομίων που έχει ως η «πρώτη» Εκκλησία στην Ορθοδοξία ως προς την επίλυση διορθοδόξων διαφορών, χωρίς να ενεργεί με «αποκλειστικότητα» ως προς την παροχή διοικητικών λύσεων, αν και την πράξη αυτή ενδεχομένως να μην την ενστερνίζεται η ΣΟΕ.

Τέλος, αν όχι λιγότερο σημαντικό, δεν πρέπει κανείς να αγνοεί τον ρόλο της ίδιας της ΕΒΜ στην αποδοχή των συνοδικών αποφάσεων των δύο Εκκλησιών. Επιδιώκοντας να αποκαταστήσει την κοινωνία με τις υπόλοιπες Ορθόδοξες Εκκλησίες η ΕΒΜ απηύθυνε έκκληση στο ΟΠ και ταυτόχρονα προχώρησε σε συζητήσεις με την ΣOΕ (προηγουμένως και με τη Βουλγαρική Εκκλησία).

Ως εκ τούτου, μπορεί να υποστηριχθεί ότι στο βαθμό που η ΕΒΜ θα αποδεχθεί την κανονική λύση που της προσφέρθηκε – λαμβάνοντας υπόψη τις εγγυήσεις που έδωσε στο ΟΠ σχετικά με το όνομά της (τη μη χρήση του ονόματος «Μακεδονική») και προς την ΣOΕ ως προς το εκκλησιαστικό της καθεστώς – θα δείξει την προθυμία της να ενσωματωθεί πλήρως στην κοινωνία της ανά τον κόσμο Ορθοδοξίας.

Επομένως, δεν μπορεί παρά να χαίρεται κανείς που αποκαταστάθηκε η ευχαριστιακή κοινωνία μεταξύ μιας επιμέρους Εκκλησίας και των άλλων Ορθοδόξων Εκκλησιών, σε μια περίοδο κατά την οποία η Ορθοδοξία υποφέρει από διάφορες εντάσεις.

Όπως είδαμε, το γενικό πλαίσιο της εκκλησιαστικής ταυτότητας της ΕΒΜ έχει καθοριστεί σε μεγάλο βαθμό από τις συνοδικές ενέργειες του ΟΠ και της ΣOΕ. Εάν εξακολουθούν να υπάρχουν κάποια ανοιχτά ερωτήματα, όπως οι περιπτώσεις στις οποίες το ΟΠ μπορεί να παρέμβει σε ενδο-ορθόδοξες υποθέσεις και πώς γίνονται δεκτές οι παρεμβάσεις του από τις άλλες Εκκλησίες ή πώς εκφράζεται η πανορθόδοξη συναίνεση (στο βαθμό που η συναίνεση αποτελεί κριτήριο για την ενότητα της παγκόσμιας Ορθοδοξίας), το ακανθώδες πρόβλημα της ΕΒΜ φαίνεται να έχει επιλυθεί χωρίς να προκληθούν περαιτέρω ρήξεις στο πληγωμένο σώμα της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Τουλάχιστον αυτές ήταν οι ενδείξεις, μέχρι το αίτημα που υπέβαλε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας της Βόρειας Μακεδονίας στον Οικουμενικό Πατριάρχη να δώσει αυτοκεφαλία στην ΕΒΜ, μαζί με την ανακοίνωση που έκανε ο Σέρβος Πατριάρχης Πορφύριος στις 24 Μαΐου περί αναγνώρισης της αυτοκεφαλίας της ΕΒΜ. Κατά το ευχαριστιακό συλλείτουργο στον Καθεδρικό Ναό των Σκοπίων, ο Σέρβος Πατριάρχης Πορφύριος δήλωσε ότι «η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Σερβίας ανταποκρίθηκε ομόφωνα στις εκκλήσεις της Ορθόδοξης Εκκλησίας της (Βόρειας) Μακεδονίας και αποδέχθηκε και αναγνώρισε την αυτοκεφαλία της».

Αρχικά, αυτή η δήλωση θα μπορούσε να κατανοηθεί στο πλαίσιο της συνοδικής απόφασης της ΣΟΕ της 16ης Μαΐου σχετικά με το καθεστώς του 1959, δηλαδή αυτό της «ευρύτερης δυνατής αυτονομίας» και της «πλήρους εσωτερικής ανεξαρτησίας». Αλλά κάποιος είναι «εσωτερικά» ανεξάρτητος, όταν υπάρχει εντός μιας ευρύτερης οντότητας στην οποία ανήκει.

Τελικά, μάλλον σε αντίθεση με τη δημοσιοποιηθείσα απόφαση της Σερβικής Συνόδου της 16ης Μαΐου, στις 5 Ιουνίου ο Πατριάρχης Πορφύριος παρέδωσε «Τόμο Αυτοκεφαλίας» στον Αρχιεπίσκοπο «Μακεδονικής Ορθόδοξης Εκκλησίας-Αρχιεπισκοπής Αχρίδας» Στέφανο επικαλούμενος τον 34ο Αποστολικό Κανόνα (!) «ευλογώντας, χορηγώντας και αναγνωρίζοντας» το κανονικό καθεστώς αυτοκέφαλης Ορθόδοξης Εκκλησίας. Ο Τόμος θα υποβληθεί προς έγκριση στις υπόλοιπες Αυτοκέφαλες Εκκλησίες, διότι η ΣΟΕ θεωρεί πως δεν είναι «ο μοναδικός παράγοντας αυτοκεφαλίας», αλλά αυτό αφορά την πληρότητα της Ορθόδοξης Εκκλησίας, γι’ αυτό κι απαιτείται η αποδοχή και των άλλων Ορθοδόξων Εκκλησιών.
Η αυτοκεφαλία που παραχωρεί η ΣΟΕ είναι «πλήρης», δηλαδή πλήρης απεξάρτηση από τη ΣΟΕ δίχως εδαφικούς περιορισμούς.

Επιπλέον, η ΣΟΕ θεωρεί πως η νέα Εκκλησία «είναι η διάδοχος της αρχαίας και ένδοξης Αρχιεπισκοπής Αχρίδας, λόγω της οποίας ο τίτλος της περιλαμβάνει το τιμητικό της όνομα, η οποία καλύπτει τον κανονικό χώρο της προηγούμενης και ομώνυμης αυτόνομης Εκκλησίας του Σερβικού μας Πατριαρχείου του 1959». Ο Τόμος δεν θέτει δικαιοδοσιακά όρια εντός του Κράτους της Δημοκρατίας της Βόρειας Μακεδονίας, αλλά αναγνωρίζει τη δικαιοδοσία της ΕΒΜ και στη διασπορά.

Τέλος, η ΣΟΕ συνιστά στην ΕΒΜ να επιλύσει το θέμα της ονομασίας της μέσω αδελφικού διαλόγου με την «ελληνόφωνη» και τις άλλες κατά τόπους Ορθόδοξες Εκκλησίες.

Αυτό μάλλον σημαίνει ότι το ΕΒΜ δεν θα έχει μια «εσωτερική» αυτοκεφαλία εντός της ΣΟΕ, αλλά ότι η ΣΟΕ δημιούργησε μια νέα εκκλησιαστική οντότητα. Ποια θα είναι όμως η αντίδραση της ΣΟΕ σε περίπτωση που εκδοθεί Τόμος Αυτοκεφαλίας από το Οικουμενικό Πατριαρχείο; Ερωτάται επίσης εάν ένας Τόμος μπορεί να χορηγηθεί μη έχοντας λύση το ευαίσθητο ζήτημα της ονομασίας, ζητώντας από τις υπόλοιπες Εκκλησίες να συζητήσουν τα σχετικά με τον τίτλο της νέας Εκκλησίας.

Προς το παρόν, την επομένη της παραχώρησης Τόμου Αυτοκεφαλίας από την ΣΟΕ η ΕΒΜ σε δελτίο τύπου της ανέφερε πως «εκφράζουμε την πανορθόδοξη εκκλησιαστική μας ελπίδα ότι στο μέλλον, δηλαδή όταν αποφασιστεί, η οριστικοποίηση του εκκλησιαστικού μας ζητήματος θα αρχίσει με την έκδοση ενός παγκοσμίως αναγνωρισμένου τόμου από τον Παναγιώτατο Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο, σύμφωνα με τα κανονικά και ιστορικά του προνόμια». Φαίνεται λοιπόν πως η Ιεραρχία της ΕΒΜ δεν επιθυμεί η εκκλησιαστική της ύπαρξη να γίνει αίτια νέας διαμάχης μεταξύ των Ορθοδόξων, αλλά να ενταχθεί ομαλά στην κοινωνία με τον λοιπό ορθόδοξο κόσμο.

Αντιλαμβάνεται κανείς πως οι επόμενες ημέρες θα είναι κρίσιμες για την εξέλιξη αυτού του ζητήματος που επηρεάζει με διαφορετικούς τρόπους την παγκόσμια Ορθοδοξία.

*Ο Δημήτριος Κεραμιδάς είναι Καθηγητής στο Pontifical University of Saint Thomas Aquinas (PUST), Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο, School of Humanities, Adjunct

Εκκλησία Online
Γράψε το σχόλιό σου

Αφήστε μια απάντηση

Comment moderation is enabled. Your comment may take some time to appear.