ΠΡΙΝ ἀπό αἰῶνες οἱ λάμποντες ἀστέρες ἐθεωροῦντο ἐντυπωσιακά φαινόμενα αὐτόφωτης λάμψης. Ἡ ἐπιστημονική πρόοδος αἰτιολόγησε τό εἶδος, τήν λειτουργία, τίς πηγές ἀμετρήτων ἀστρικῶν λάμψεων. Ὡστόσο ὁ ἄνθρωπος δέν παύει νά «εἰσπράττει» τά φαινόμενα μέ θαυμασμό. Καί δανείζεται τήν ἔκπληξη τῆς θαυμαστῆς θέας, γιά νά ἐκφράσει μέ εἰκονιστική ἀναλογία τόν θαυμασμό του γιά σπάνιες ποιότητες ἀνθρώπων.
Δεκαέξι καί πλέον αἰῶνες παρῆλθον, ἀφότου ἀνέτειλαν καί διέλαμψαν στό νοητό στερέωμα τῆς Ἐκκλησίας ὡς ἀστέρες πρώτου μεγέθους οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες.
Ἐπέδειξαν πρός πάντας μέ τήν ζωή τους μιάν χριστοτερπή ἀκεραιότητα χριστιανικῆς ταυτότητος, παρουσίας, παρρησίας, μαρτυρίας. Ἡ Ἐκκλησία τούς ἀποδέχθηκε ὡς οἰκουμενικούς Διδασκάλους τῆς θεολογίας καί θεόπνευστους Ἱεράρχες τῆς ποιμαντικῆς της.
Στά πρόσωπά τους ἔλαμπε τηλαυγής ἡ πράξη τοῦ βίου καί ὁ λόγος τῆς πίστεως καί ἡ θεολογία τῆς ἀληθείας, καρποί ἄσκησης καί ἀρετῆς, καρποί λατρευτικοῦ ἤθους καί προπαντός θείας θεωρίας (κοινωνίας, θεάσεως τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ).
Ζοῦσαν καί ἐξέφραζαν ἐναρμόνιση τοῦ παραβολικοῦ καλοῦ Σαμαρείτη καί τοῦ ἔμπειρου ἁγιοπνευματικά θεολόγου, τοῦ λειτουργοῦ τῶν ἀχράντων μυστηρίων τοῦ Θεοῦ καί τοῦ ἱεροφάντορα κήρυκα τοῦ Εὐαγγελίου, πού γι᾽ αὐτό ἀκριβῶς συνέπασχε κι ἀναδεχόταν ἀποφασιστικά καί θεοπαρακλητικά τόν συνανθρώπινο πόνο…
Μιά πιστότητα ἀνθρωπιᾶς γιά τήν ὁποία συγκαλεῖ τό Εὐαγγέλιο καί τήν θυμόμαστε ὅλοι μας στίς τραγωδίες, ἐπιγενόμενα, ἀπωθώντας μέ τήν λύπη κάθε συντελεσμένη φρίκη. Λησμονώντας ὅμως ὅλοι μας αὐτό πού θά ἐπιτελοῦσαν καί θά ἐνέπνεαν οἱ Ἅγιοι, τήν ἀποτρεπτική «ἀσπίδα» τῶν δεινῶν μέ τήν φλογερή ἱκεσία τῶν ἐπίμονων προσευχῶν…
***
Η ΧΑΡΙΤΩΜΕΝΗ ἀκτινοβολία τῆς μορφῆς τους ξεπερνᾶ τό χρονοχῶρο. Μένει καί θά παραμένει ἐσαεί θεαυγής γιά ὅσους ἐπιποθοῦν τήν θέα τῆς αἰωνιότητος, στό νῦν καί στό ἀεί.
Ἡ σημερινή ἑορτή τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν καθιερώθηκε τό 1100. Ὡς ἐκκλησιαστική ἑορτή μᾶς θυμίζει ὅτι ἡ θεοπαράδοτη ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας δέν δικαιώνει σχίσματα, διχασμούς, διχοστασίες. Ὅλα αὐτά εἶναι βαριές δαιμονικές ἰώσεις, ἀρρώστιες, παρατροπές ἀλλοπρόσαλλες πού ὑποκλέπτουν τήν θεόκτιστη δυναμική τοῦ νοός καί τῆς καρδιᾶς, σέ δράσεις κάθετα ἀσυμβίβαστες μέ τό μυστήριο τῆς ἑνότητος καί τῆς σωτηρίας.
Ἡ ἑορτή τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν προέκυψε στίς ἀρχές τοῦ 12ου αἰώνα στό Βυζάντιο, ὅταν μοιράζονταν πεισματικά οἱ ἄνθρωποι, μέ ἀντιθετικές ἀξιολογήσεις τοῦ μεγαλείου τῶν Ἁγίων, τιμώντας καί ἐξαίροντας ἄλλοι τήν σημασία τοῦ ἑνός Ἱεράρχου, καί ἄλλοι τήν σημασία τοῦ ἄλλου, καί ἄλλοι τήν σημασία τοῦ τρίτου.
Μετά τόσους αἰῶνες εἴχαμε κάτι σάν ἐπανάληψη τῶν προβλημάτων τῆς ἀρχαίας Κορίνθου, μέ τίς παρατάξεις τῶν πρώτων χριστιανῶν, πού στηλίτευσε ὁ ἀπ. Παῦλος τονίζοντας τήν μοναδικότητα τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ, ἐνάντια στίς παρατάξεις.
Οἱ τρεῖς Ἱεράρχες, πού δέν ἀνέχονταν νά τούς εἰδωλοποιοῦν, παρουσιάστηκαν στόν ὕπνο τοῦ μητροπολίτου Ἰωάννου τῆς πόλεως τῶν Εὐχαΐτων καί τοῦ εἶπαν: “Ἐμεῖς εἴμεθα ἕνα στή βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ὅσα διδαχθήκαμε ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα, αὐτά καί γράψαμε γιά τήν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. Νά μήν χωρίζονται λοιπόν οἱ ἄνθρωποι ἐξαιτίας μας”.
Οἱ Ἅγιοι ζοῦν τήν ἐν Χριστῷ ἑνότητα, ἐν οὐρανοῖς.
Αὐτήν τήν ἑνότητα καλλιεργεῖ τό Ἅγιο Πνεῦμα πού συγκροτεῖ τόν θεσμόν τῆς Ἐκκλησίας…
***
ΜΕ τέτοια εὐαισθησία καί πρόθεση δέχθηκαν τήν Ἱερωσύνη οἱ Τρεῖς Οἰκουμενικοί Διδάσκαλοι καί Ἱεράρχες. Μέ τέτοια συναίσθηση εὐθύνης καί διάθεση προσφορᾶς δέχθηκαν κάποια στιγμή νά γίνουν Κληρικοί. Καί, ὅταν ἔγιναν Ἐπίσκοποι, μέ ἀνάλογη συναίσθηση εὐθύνης καί διάθεση προσφορᾶς μετέδιδαν τό χάρισμα τῆς Ἱερωσύνης σέ ἄλλους Κληρικούς, Ἀρχιερεῖς, Ἱερεῖς, Διακόνους.
Δέν ξεκίνησαν νά γίνουν Κληρικοί. Σεβάστηκαν τήν ἁγνότητα τῆς ζωῆς πρίν τό ἅγιο Βάπτισμα, καί τίμησαν τό ἅγιο Βάπτισμα μέ ἁγνότητα ζωῆς, ὡς ἐπιλογή ἁγνῆς καί τέλειας ἐκκλησιαστικῆς σχέσης μέ τόν Θεό.
Προέρχονταν ἀπό ἅγιες χριστιανικές οἰκογένειες, μέ ἐξαιρετική κοινωνική θέση.
Σπούδασαν ὅλη τήν τότε σοφία τοῦ κόσμου, μέ σπάνια φιλομάθεια, ἐπιμέλεια, ἱκανότητα, πληρότητα, εὐφυΐα, τελειότητα. Θά μποροῦσαν νά διαπρέψουν ὡς δάσκαλοι καί καθηγητές ὅλης σχεδόν τῆς ἐπιστήμης, ἐκείνων τῶν χρόνων.
Ἐάν ζοῦσαν σήμερα, δέν ἀποκλείεται νά κατεῖχαν κάποια πρωτοπορεία διεθνοῦς ἀναγνώρισης (σύν τά ἄλλα προσόντα τους) καί στήν διαχείριση τοῦ σημερινοῦ πολιτισμοῦ τῆς «Τεχνητῆς Νοημοσύνης».
Τό ἐπισημαίνουμε κι αὐτό, ἀναλογικά, λόγῳ τῆς ἀλλοτινῆς ἑορτῆς τῶν μαθητῶν καί τῶν ἐκπαιδευτικῶν, τῶν φοιτητῶν καί τῶν πανεπιστημιακῶν.
***
ΟΜΩΣ, οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες εἶχαν ἄλλο ἕνα προτέρημα, ἕνα μεγάλο προτέρημα!
Δέν τούς «ἀφομοίωσε» ἡ γνώση, οὔτε ἡ ὑψηλή οἰκογενειακή (κοινωνική καί οἰκονομική) κατάσταση. Δέν τούς «ἐργαλειοποίησε» οὔτε ἡ κοσμικότητα οὔτε ὁ πολιτισμός.
Ἄν ζοῦσαν σήμερα, δέν ἀποκλείεται νά μᾶς ἔδειχναν πολύ ἀποφασιστικά αὐτό τό ἄλλο προτέρημα. Θά τό διαχειρίζονταν γιά τό κοινό ὄφελος διαλεκτικά πρός τά σύγχρονα δεδομένα καί τίς φανταστικά μεγάλες σύγχρονες πιθανότητες.
(α) μέ μιά ρωμαλέα ἀξιολογική θεολογική νοημοσύνη καί προπαντός θεία φώτιση, γιά μιά ἰσορροπημένη διαχείριση τοῦ ἀλγοριθμικοῦ πολιτισμοῦ.
(β) ὡς ἐξαιρετικά εὐφυεῖς καί πολυειδῶς μορφωμένοι οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες, δέν ἀποκλείεται νά ἦταν π.χ. σήμερα πρωτοπόροι χειριστές (εἴτε νηφάλιοι ὁροθετητές) τῆς διαδικτυακῆς προόδου, τῆς «Τεχνητῆς Νοημοσύνης» καί τῆς ρομποτικῆς, ἀλλά θά μᾶς ἔδιναν ἀποφασιστικά «τό ἐνεργό ὑποκειμενικό μέτρο», τήν ἀξιολογική θεολογική καί ἀνθρωπολογική ὁροθεσία:
ὁ ἄνθρωπος δέν πρέπει νά ἀφεθεῖ ἀντικείμενο τῆς παγκοσμιότητας καί τῆς διεθνοῦς οἰκονομικῆς ἐκμετάλλευσης.
ὁ ἄνθρωπος πλάστηκε ἀνθρώπινος διαχειριστής τοῦ κόσμου, ὡς ὐποκείμενο, ὄχι γιά νά καταλήξει «βελτιωμένη ὄψη ἀντικειμένου», βελτιωμένο ἕρμαιο στή… μοῖρα ἑνός αὐριανοῦ ὀλιγαρχικοῦ πλουτοθηρικοῦ ἀλγοριθμισμοῦ.
ἡ ἀναφορά τοῦ ἀνθρώπου δέν πρέπει νά εἶναι «κατωφερής», κατώτερη τῆς θεόπλαστης ἀφετηρίας καί χριστολογικῆς πληρότητος.
ἡ κτιστότητα δέν ὑπερβαίνεται «τεχνητά», ἀλλά χαριτώνεται ἄκτιστα, ὄχι ἀφ᾽ ἑαυτῆς, οὔτε ἀλγοριθμικά, ἀλλά θεοαναφορικά καί θεομεθεκτικά.
***
ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΑΙ, τότε πού ἔζησαν, παρέμειναν περισπούδαστοι, ἀποφασιστικοί, μεγαλειώδεις, σοφοί. Ἀνεπανάληπτοι. «Ἐργαλειοποίησαν» τόν πολιτισμό, «ἐργαλειοποίησαν» τήν κοινωνικότητα, «ἐργαλειοποίησαν» τίς περιφανεῖς γνώσεις…. Ὄχι γιά νά ἀπολαύσουν, ἀλλά μόνο γιά νά καθοδηγήσουν καί νά προσφέρουν.
Σεβάστηκαν ἐν ἑαυτοῖς κυριολεκτικά τόν Θεό καί τόν ἄνθρωπο, θεολόγησαν τήν ἀληθινή πίστη στόν Τριαδικό Θεό τῆς Ἀποκαλύψεως καί διακήρυξαν χωρίς φόβο τήν ἀληθινή ἀνθρωπιά πρός τόν κάθε θεόπλαστο ἄνθρωπο.
Δέν «ἐργαλειοποίησαν» τήν Ἱερατική τους ἰδιότητα, ἀλλά τήν σεβάστηκαν καί τήν τίμησαν «εἰς ἁγιασμόν». Καί ἔγιναν Πατέρες τῆς ἐκκλησιαστικῆς θεολογίας καί παραδόσεως.
Εἶχαν ὁλοζώντανη ἐμπειρία τοῦ ζῶντος Θεοῦ. Θεοπτικοί καί θεόπνευστοι. Δίδαξαν στούς ἀνθρώπους τήν θεολογία τῆς Ἁγίας Τριάδος. Τήν θεόπνευστη θεολογία πού βίωσαν μέ τήν ἱερή θεουργία τῆς ζωῆς τους. Ἔδειξαν στούς ἀνθρώπους τό νόημα τῆς ὕπαρξης καί τῆς ζωῆς.
Στάθηκαν κυριολεκτικά «στῦλοι τῆς Ἐκκλησίας». Πάνω τους «στυλώθηκε» καί κρατήθηκε ἡ Ἐκκλησία τοῦ 4ου αἰώνα, μετά τήν πρώτη Οἰκουμενική Σύνοδο μέχρι καί τήν δεύτερη Οἰκουμενική Σύνοδο καί πιό πέρα στούς αἰῶνες.
Ἐξαιρετικά μορφωμένοι ἄνθρωποι, ἀποφασιστικοί ἄνθρωποι, ἁγνότατοι ἄνθρωποι, θεοφώτιστοι ἄνθρωποι, θεωμένοι Κληρικοί, θεολόγοι Πατέρες γιά ὅλους τούς αἰῶνες τῆς Ἐκκλησίας.
***
ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΙΑ τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, αὐτά μόνο σημειώνω (πολύ γενικευμένα):
καί οἱ τρεῖς γεννήθηκαν πάμπλουτοι// ὡς Κληρικοί ἔζησαν καί πέθαναν πάμφτωχοι.
ἔζησαν σέ μιά ρωμαϊκή αὐτοκρατορία μέ καθιερωμένες κοινωνικές διαστίξεις, παραδεκτές πολιτικο-κοινωνικά// ὅμως, στά ὅρια τῆς ἀτομικῆς καί οἰκογενειακῆς τους ζωῆς κατήργησαν γενναιόδωρα καί πλήρως ὅλες ἐκεῖνες τίς διακρίσεις.
ἐλευθέρωσαν κοινωνικά, καί πλούτισαν τούς ἀπελεύθερους δούλους πού παρέλαβαν «κληρονομικῷ δικαίῳ», προσφέροντας σ᾽ αὐτούς πλήρη κοινωνική καί οἰκονομική αὐτοτέλεια, πολύ πρίν οἱ ἴδιοι ἀποδημήσουν.
ὑπερασπίστηκαν τό δίκιο τῶν εὐπαθῶν ὁμάδων παρεμβαίνοντας στούς ἰσχυρούς τῆς ἐποχῆς τους.
συμπονοῦσαν μέ λεπτότητα αἴσθησης καί συνέτρεχαν, γιά τήν παραμικρή τραγικότητα πόνου τῶν συνανθρώπων τους.
πρωτοστάτησαν, ἐνέπνευσαν, ὀργάνωσαν «πρόνοιες φιλανθρωπίας».
σέ καιρούς πείνας καί δυστυχίας, ἔθρεψαν χιλιάδες πεινασμένους, χριστιανούς, ἑβραίους, εἰδωλολάτρες.
θά μποροῦσαν νά παγιώσουν τήν «ὑπεροχή» τους μέ «ρεύματα ὀπαδῶν»// ὅμως ποτέ δέν ἔφτιαξαν ὀπαδούς.
στοχοποιήθηκαν κι ἀπό ὁμάδες κι ἀπό ἰσχυρούς, ἀπειλήθηκαν, συκοφαντήθηκαν, ὑπονομεύθηκαν, ὑβρίσθηκαν, πετροβολήθηκαν, ἐξορίστηκαν,// ὅμως δέν ἀνταπέδωσαν κακία στήν κακία, ἀλλά ψυχωμένη ἀκεραιότητα, ἀνδρεία ὑπομονῆς, πιστότητα στόν Χριστό καί τήν Ἐκκλησία.
ἡ ζωή τους ἦταν προσευχή, καί ἡ προσευχή ζωή τους// ἡ ἐνθέωσή τους μεταφραζόταν σέ ἀνθρωπιά, καί ἡ ἀνθρωπιά τους ἀντανακλοῦσε τήν ἐνθέωσή τους.
***
Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ σήμερα (μέ τήν ὄμορφη ποιητική γλῶσσα ἄλλων ἐποχῶν) συνεχίζει νά τούς ὑμνολογεῖ, νά τούς παρακαλεῖ:
«Οἱ τῶν Ἀποστόλων ὁμότροποι καί τῆς οἰκουμένης διδάσκαλοι, τῷ Δεσπότῃ τῶν ὅλων πρεσβεύσατε, εἰρήνην τῇ οἰκουμένῃ δωρήσασθαι καί ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν τό μέγα ἔλεος».
«Ἐσεῖς πού γίνατε ὅμοιοι μέ τούς Ἀποστόλους στήν ζωή σας,
ἐσεῖς πού διδάξατε τήν θεολογία στήν χριστιανική οἰκουμένη,
παρακαλέστε τόν Θεό πού κυβερνᾶ τά πάντα,
νά δώσει εἰρήνη στήν οἰκουμένη, καί στίς ψυχές μας τό μέγα ἔλεος».
Ὑπέρ ποτέ ἄλλοτε, εἰδικά σήμερα, τά ἔχουμε ἀνάγκη αὐτά τά δύο:
εἰρήνη γιά τίς ἐξελίξεις τῆς ἀπελπιστικῆς ἐνιστορίας, σωτηρία γιά τήν αἰώνια προοπτική μας.
Δέν μποροῦμε νά τά άνεύρουμε στίς τρέχουσες διεθνεῖς διεργασίες, τίς τόσον ἀπρόβλεπτες, πού ἐπενδύουν σέ ἀλαζονεῖες καί ψευδαισθήσεις αὐτάρκειας.
Μποροῦμε ὅμως νά παρέμβουμε ὅλοι μας στή συννεφιασμένη εἴτε καταιγιστική ἐπικαιρότητα μέ μιάν ἑτοιμότητα ἀτομικῆς καί συλλογικῆς δυναμικῆς «ἀντίστασης», τῆς πραείας καί ἀποφασιστικῆς προσευχῆς μας.
Κατά τό παράδειγμα τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν.
† Ὁ Γουμενίσσης, Ἀξιουπόλεως & Πολυκάστρου Δημήτριος





































