Δρ. Αναστάσιος Βαβούσκος Δικηγόρος-Άρχων Ασηκρήτης του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Η επιστροφή των εκκλησιαστικών κειμηλίων της Ιεράς Πατριαρχικής και Σταυροπηγιακής Μονής της Εικοσιφοινίσσης, τα οποία εκλάπησαν από τους Βουλγάρους, ήταν η αγωνία και ο αγώνας του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Δράμας κυρού Παύλου.

Σ’ αυτόν οφείλεται και η έντονη προβολή εντός και εκτός Ελλάδος του φλέγοντος αυτού θέματος, του οποίου την επίλυση – όποτε και αν αυτή επέλθει – δεν θα μπορέσει δυστυχώς να την δει.

Ως ελάχιστο, λοιπόν, φόρο τιμής στον αιφνιδίως εκδημήσαντα Ιεράρχη, θα διατυπώσω τις σκέψεις μου σχετικώς με το θέμα αυτό.

Συμφώνως προς τον ισχύοντα ν. 4858/2021 «Κύρωση Κώδικα νομοθεσίας για την προστασία των αρχαιοτήτων και εν γένει πολιτιστικής κληρονομιάς», οι κινήσεις που κατά την άποψη μου θεμελιώνονται στον ως άνω νόμο και υποστηρίζονται από τις διατάξεις του είναι οι παρακάτω:

Α. Κατά την διάταξη του άρθρου 1 πργφ. 1 εδ. α΄ του ν. 4858/2021, αντικείμενο του νόμου αυτού είναι η προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς της Ελλάδος από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα: «Στην προστασία που παρέχεται με τον παρόντα Κώδικα υπάγεται η πολιτιστική κληρονομιά της Χώρας από τους αρχαιοτάτους χρόνους μέχρι σήμερα».

Συνεπώς, ο ισχύων νόμος έχει συγκεκριμένα τοπικά και χρονικά όρια εντός των οποίων εφαρμόζεται.

Κατά πρώτο λόγο καλύπτει και προστατεύει την πολιτιστική κληρονομιά της Ελλάδος ως γεωγραφικής περιφέρειας και όχι των Ελλήνων, οπότε και θα έπρεπε υπό την έννοια της πολιτιστικής κληρονομιάς να συμπεριληφθεί παν δημιούργημα προερχόμενο από Έλληνες ανά τον κόσμο αλλά δεν θα μπορούσε όλη αυτή η πολιτιστική κληρονομιά να τύχει προστασίας από τις διατάξεις του ισχύοντος στην Ελλάδα νόμου λόγω του γεωγραφικού περιορισμού των ορίων ισχύος του.

Παρά ταύτα, το ελληνικό Κράτος δεν παραβλέπει το αδιαμφισβήτητο γεγονός της υπάρξεως στοιχείων ελληνικού πολιτισμού ανά τον κόσμο ούτε την αναγκαιότητα επιδείξεως ενδιαφέροντος για την διατήρησή τους ή τουλάχιστον τη μη καταστροφή τους.

Για τους λόγους αυτούς θέσπισε δι’ εαυτόν τη νομική υποχρέωση της μέριμνας εντός των πλαισίων του διεθνούς δικαίου για την προστασία των πολιτιστικών αγαθών που συνδέονται με την Ελλάδα ιστορικά, οπουδήποτε και αν βρίσκονται αυτά ανά τον κόσμο.

Ούτως κατά το άρθρο 1 πρφγ. 3 εδ. β: «Το ελληνικό Κράτος μεριμνά επίσης στο πλαίσιο του διεθνούς δικαίου για την προστασία των πολιτιστικών αγαθών που συνδέονται ιστορικά με την Ελλάδα οπουδήποτε και αν βρίσκονται.».

Κατά δεύτερο λόγο, η ισχύς του νόμου καλύπτει κατά χρόνο την πολιτιστική κληρονομιά που χρονολογείται από τους αρχαιότατους χρόνους μέχρι σήμερα, καλύπτοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο μια περίοδο ευρύτατη χρονικώς, που αρχίζει από την προϊστορική περίοδο και φθάνει μέχρι τις μέρες μας (βλ. παραπάνω άρθρο 1 πργφ. 1 εδ. α΄).

Περαιτέρω, η πολιτιστική αυτή κληρονομιά της Ελλάδος αποτελείται από το σύνολο των πολιτιστικών αγαθών, τα οποία αυτονοήτως ως επιμέρους κομμάτια ενός συνόλου (πολιτιστικής κληρονομιάς της Ελλάδος) που έχει γεωγραφικά όρια τα όρια της ελληνικής επικράτειας, πρέπει και αυτά να ευρίσκονται εντός των ιδίων ορίων.

Για το λόγο αυτό και η αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 1 πργφ. 2 εδ α΄ ορίζει ότι : «Η πολιτιστική κληρονομιά της Χώρας αποτελείται από τα πολιτιστικά αγαθά που βρίσκονται εντός των ορίων της ελληνικής επικράτειας, συμπεριλαμβανομένων των χωρικών υδάτων, καθώς και εντός άλλων θαλασσίων ζωνών στις οποίες η Ελλάδα ασκεί σχετική δικαιοδοσία σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο».

Όμως, το ελληνικό Κράτος έχει την επιπρόσθετη υποχρέωση να μεριμνά, δηλαδή να επιδεικνύει όχι απλώς ενδιαφέρον αλλά έμπρακτο ενδιαφέρον, με άλλες λέξεις να φροντίζει, και για τα πολιτιστικά αγαθά τα οποία – ενώ ευρίσκοντο εντός των γεωγραφικών ορίων της ελληνικής επικράτειας – πλέον έχουν απομακρυνθεί και ευρίσκονται εκτός των ορίων αυτής. Αυτή, δε, η κατ’ εξαίρεσιν του νόμου υποχρέωση του ελληνικού Κράτους είναι ενεργός ανεξαρτήτως:

α) του χρόνου, που τα πολιτιστικά αγαθά εξήλθαν της ελληνικής επικράτειας,

β) του τρόπου – νομίμου ή παρανόμου – με τον οποίο αυτά εξήλθαν.

Τέλος, ως πολιτιστικά αγαθά εννοούνται κατά νόμο (άρθρο 2 στοιχ. α΄) οι μαρτυρίες της ύπαρξης και της ατομικής και συλλογικής δραστηριότητας του ανθρώπου, δηλαδή οποιοδήποτε στοιχείο θεμελιώνει τη διαπίστωση όχι μόνο υπάρξεως ανθρώπινης ζωής αλλά και ανθρώπινης δημιουργίας – δραστηριότητας είτε σε ατομική βάση είτε σε συλλογική.

Υπό αυτή την έννοια, πολιτιστικό αγαθό νοείται καταρχήν κάθε ανθρώπινο δημιούργημα, το οποίο:

α) είναι ένυλο, έχει δηλαδή υλική υπόσταση. Αυτό προκύπτει εξ αντιδιαστολής από την διάταξη του εδ. 2 της πργφ. 2 του άρθρου 1, όπου ορίζεται ότι η πολιτιστική κληρονομιά περιλαμβάνει και τα άϋλα πολιτιστικά αγαθά. Συνεπώς, εφόσον στην πολιτιστική κληρονομιά υπάγονται και τα άϋλα πολιτιστικά αγαθά, πολύ περισσότερο και πρωτίστως περιλαμβάνονται σ’ αυτήν τα ένυλα πολιτιστικά αγαθά.

Β) πληρεί τις προϋποθέσεις του άρθρου 947 παρ. 1 του Αστικού Κώδικα κατά την οποία: «Πράγματα, κατά την έννοια του νόμου, είναι μόνο ενσώματα αντικείμενα».

Περαιτέρω, ως πολιτιστικό αγαθό νοείται και κάθε ανθρώπινο δημιούργημα που δεν έχει υλική υπόσταση (άρθρο 1 πργφ. 2 εδ. β΄), είναι δηλαδή άϋλο πολιτιστικό αγαθό. Στην κατηγορία αυτή υπάγονται εκφράσεις, δραστηριότητες, γνώσεις και πληροφορίες, όπως μύθοι, έθιμα, προφορικές παραδόσεις, χοροί, δρώμενα, μουσική, τραγούδια, δεξιότητες ή τεχνικές που αποτελούν μαρτυρίες του παραδοσιακού, λαϊκού και λόγιου πολιτισμού (βλ. άρθρο 2 στοιχ. ε΄). Η απαρίθμηση αυτή δεν θα πρέπει να θεωρηθεί αποκλειστική αλλά ενδεικτική, καθόσον οι αναφερόμενες περιπτώσεις ανάγονται στην ανθρώπινη συμπεριφορά, η οποία δεν υπόκειται σε στερεότυπους κανόνες με τους οποίους εκφράζεται και εξωτερικεύεται αλλά επηρεάζεται και διαφοροποιείται συνεχώς καθ’ όλη τη μακραίωνη πορεία και βιωτή του ανθρωπίνου είδους. Συνεπώς, πέραν των περιπτώσεων που παρατίθενται στην εν λόγω διάταξη, μπορούν να προστεθούν και άλλες – μη ένυλες – δραστηριότητες, οι οποίες πιθανόν να προκύψουν στο μέλλον.

Λαμβάνοντας, λοιπόν, υπόψιν, τα παραπάνω, η πρώτη κίνηση που υποστηρίζει ο ισχύων νόμος για την επιστροφή των κλεμμένων εκκλησιαστικών κειμηλίων είναι η εκ μέρους της ελληνικής Πολιτείας έγγραφη διεκδίκηση αυτών από τον κάτοχό τους. Η διεκδίκηση αυτή συνιστά υποχρέωση της ελληνικής Πολιτείας, όχι μόνον εκ του ισχύοντος νόμου αλλά και εκ του άρθρου 24 του Συντάγματος, κατά το οποίο: «1. Η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωση του Κράτους και δικαίωμα του καθενός. Για τη διαφύλαξή του το Κράτος έχει υποχρέωση να παίρνει ιδιαίτερα προληπτικά ή κατασταλτικά μέτρα στο πλαίσιο της αρχής της αειφορίας».

Β. Κατά την διάταξη του ν. 4858/2021: «Τα υπάρχοντα την 28η.6.2002 δικαιώματα κυριότητας των εκκλησιαστικών νομικών προσώπων της Εκκλησίας της Ελλάδας, της Εκκλησίας της Κρήτης, των Μητροπόλεων της Δωδεκανήσου, του Οικουμενικού Πατριαρχείου της Κωνσταντινουπόλεως, των Πατριαρχείων Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων, της Ιερής Μονής του Σινά, των Ιερών Μονών του Αγίου ‘Ορους, των Ιερών Μονών της Αγίας Αναστασίας της Φαρμακολύτριας στη Χαλκιδική, των Βλατάδων στη Θεσσαλονίκη και του Ευαγγελιστή Ιωάννη του Θεολόγου στην Πάτμο, άλλων νομικών προσώπων ή άλλων ενώσεων προσώπων που εκπροσωπούν θρησκείες ή δόγματα, σε αρχαία μνημεία θρησκευτικού χαρακτήρα, ακόμη και αν χρονολογούνται μέχρι και το 1453, διατηρούνται».

Πέραν των οποιοδήποτε νομοτεχνικών ζητημάτων, που δημιουργούνται από την πλημμελή χρήση σύνταξη της διατάξεως, γεγονός είναι ότι κατ’ αυτήν αναγνωρίζεται κατ’ εξαίρεσιν σε συγκεκριμένους εκκλησιαστικούς φορείς και θεσμούς, καθώς και δόγματα και θρησκεύματα, το δικαίωμα κυριότητας επί των κειμηλίων τους και μνημείων εν γένει, ακόμη και αν χρονολογούνται προ του 1453, οπότε κατά τις γενικές διατάξεις του νόμου υποχρεωτικώς θα ανήκαν στο ελληνικό Κράτος (άρθρα 7 πργφ. 1 και 21 πργφ. 1). Η μόνη προϋπόθεση για την αναγνώριση του κατ’ εξαίρεσιν δικαιώματος κυριότητας είναι το δικαίωμα αυτό να ήταν θεμελιωμένο κατά την 28η Ιουνίου 2002, οπότε και τέθηκε σε ισχύ ο προϊσχύσας νόμος 3028/2002, ο οποίος και αναγνώρισε και κατοχύρωσε το συγκεκριμένο δικαίωμα.

Συνεπώς, η δεύτερη κίνηση που θεμελιώνεται στις διατάξεις του νόμου είναι η εκ μέρους της Ιεράς Πατριαρχικής και Σταυροπηγιακής Μονής της Εικοσιφοινίσσης – αλλά και κάθε άλλης Ιεράς Μονής, που έχει υποστεί κλοπή των κειμηλίων της – δυνατότητα αυτοτελώς εκ του ισχύοντος νόμου ως ιδιοκτήτριας των κλεμμένων κειμηλίων, να διεκδικήσει με κάθε νόμιμο μέσο την επιστροφή αυτών. Στην περίπτωση αυτή, δικαιούνται να συνενεργήσουν μετά της Ιεράς Μονής Εικοσιφοινίσσης τόσο το Οικουμενικό Πατριαρχείο όσο και η Εκκλησία της Ελλάδος, δυνάμει του Ι΄ Όρου της Πατριαρχικής και Συνοδικής Πράξεως του 1928.

Γ. Τέλος, ο ισχύων νόμος 4858/2021 παρέχει και άλλα «όπλα», τα οποία δύναται να επικαλεσθεί η Μονή της Εικοσφοινίσσης, προς ενίσχυση της διεκδικήσεως της και ιδίως προς κατοχύρωση του ισχυρισμού της, ότι ουδέποτε απωλέσθησαν τα δικαιώματα της επί των κλεμμένων κειμηλίων. Τα «όπλα» αυτά συνίστανται στην διασύνδεση από τον ισχύοντα νόμο των ενδείξεων κλοπής ενός μνημείου – κειμηλίου με την απαγόρευση νόμιμης κατοχής από πρόσωπα ή θεσμούς, που εκ του νόμου δικαιούνται να τα κατέχουν. Και βεβαίως, τα «όπλα» αυτά δεν είναι επινόηση του έλληνα νομοθέτη αλλά απηχούν τις διεθνώς κρατούσες αντιλήψεις περί προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς. Ούτως:

α) Κατά την διάταξη του άρθρου 31 πργφ. 6 οι συλλέκτες απαγορεύεται να αποκτούν πολιτιστικά αγαθά, για τα οποία υπάρχουν ενδείξεις ότι προέρχονται από κλοπή.

β) Κατά την διάταξη του άρθρου 32 πργφ. 6 οι αρχαιοπώλες και οι έμποροι νεωτέρων μνημείων απαγορεύεται να αποκτούν ή να διακινούν πολιτιστικά αγαθά, για τα οποία υπάρχουν ενδείξεις ότι προέρχονται από κλοπή.

γ) Κατά την διάταξη του άρθρου 45 πργφ. 10, τα μουσεία με μνημεία απαγορεύεται να αποκτούν ή να δέχονται ως δάνειο ή παρακαταθήκη πολιτιστικά αγαθά, για τα οποία υπάρχουν ενδείξεις ότι προέρχονται από κλοπή.

Όταν, λοιπόν, κατά νόμον αρκούν απλώς οι ενδείξεις περί κλοπής ενός πολιτιστικού αγαθού, για να απαγορευθεί στα ανωτέρω φυσικά ή νομικά πρόσωπα (συλλέκτες, αρχαιοπώλες, εμπόρους και μουσεία) η απόκτησή του, πολλώ δεν μάλλον οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται, όταν το πολιτιστικό αγαθό – κειμήλιο είναι αποδεδειγμένα προϊόν κλοπής.

Τούτο σημαίνει, ότι όχι μόνον, η Ιερά Μονή δεν απώλεσε το δικαίωμα κυριότητάς της επί του κειμηλίου αλλά και ότι ο οποιοσδήποτε τωρινός κάτοχός του, είτε είναι συλλέκτης, είτε αρχαιοπώλης, είτε έμπορος, είτε μουσείο, δεν απέκτησε ποτέ την κυριότητα του αλλά και δεν το έχει γενικότερα υπό την κατοχή του νομίμως.

Συνεπώς, αναφύεται άμεσα η υποχρέωσή του για επιστροφή του μνημείου – κειμηλίου στον νόμιμο ιδιοκτήτη του.

Αυτή είναι η τρίτη κίνηση, που θεμελιώνεται στον ισχύοντα νόμο και δύναται να γίνει τόσο από την ελληνική Πολιτεία, όσο και από τους φορείς, που έχουν άμεσο έννομο συμφέρον, δηλαδή από την Ιερά Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Μονή της Εικοσιφοινίσσης, το Οικουμενικό Πατριαρχείο και την Εκκλησία της Ελλάδος.

Ολοκληρώνοντας αυτές τις σκέψεις, θα ήθελα να εκφράσω την ελπίδα, ότι η νομική διεκδίκηση των κλεμμένων εκκλησιαστικών κειμηλίων της Ιεράς Πατριαρχικής και Σταυροπηγιακής Μονής της Εικοσιφοινίσσης – αλλά και κάθε άλλης αντιστοίχως Ιεράς Μονής – θα συνεχισθεί, ώστε να ολοκληρωθεί και να ευοδωθεί η προσπάθεια που ο μακαριστός Μητροπολίτης Δράμας κυρός Παύλος ξεκίνησε με τόσο θάρρος και τόση πίστη.

Εκκλησία Online
Γράψε το σχόλιό σου

Αφήστε μια απάντηση

Comment moderation is enabled. Your comment may take some time to appear.