Συνέντευξη του Πανιερωτἀτου Μητροπολίτου Φαναρίου Αγαθαγγέλου στην Αριστέα Κοντόζογλου

Α.Κ. Υπάρχει κάτι που μπορεί να κλονίσει την πίστη μας;

Πανιερώτατος Μητροπολίτης Φαναρίου Αγαθάγγελος: Κατά πρώτο λόγο, και πριν απαντήσω στο ερώτημά σας, νιώθω την ανάγκη να σας απευθύνω τον πασχάλιο χαιρετισμό «Χριστός Ανέστη», και κατά δεύτερο λόγο να σας ευχαριστήσω μέσα από την καρδιά μου να έχουμε τη δυνατότητα αυτής της συνέντευξης που εκφράζει μία ουσιαστική διαλεκτική σχέση για θέματα πίστης και την ανάγκη η Εκκλησία να αρθρώσει έναν λόγο «πού να έχει ίσκιο» και να αναπαύει τις ψυχές των ανθρώπων μέσα από την αναζήτηση και τη βίωση της αλήθειας.

Όσα καταθέτω ενώπιόν σας είναι ταπεινές σκέψεις που δεν διεκδικούν την πρωτοτυπία και δεν αξιώνουν καμία ανθρώπινη σοφία. Είναι απλά μία εξομολόγηση καρδιάς.

Είναι μία έξοδος από τον καθησυχασμό μου, μιά έξοδος που χρειάζεται, όπως κάθε προσωπική έξοδος, ταπείνωση και κουράγιο, τόλμη και ανδρεία, γιά να μην γυρίσεις πίσω πληγωμένος και απεριμμένος, κυνηγημένος και ἀπογοητευμένος, θλιμμένος και λυπημένος από τη ματαιοδοξία, την κενοδοξία, την ἀπόρριψη, τη διαπλοκή.

Θα πρέπει, όταν μιλάμε για την πίστη, να ξεκαθαρίσουμε ότι το βίωμά της δεν είναι απλά μία ψυχολογική ή συναισθηματική ή επιδερμική λειτουργία, αλλά είναι ελπίδα, ελπιζομένων υπόσταση, «πραγμάτων έλεγχος ου βλεπομένων», είναι κοινωνία και σχέση με το πρόσωπο του Θεού που δεν υποτάσσεται στο νου και τη λογική, αλλά αγκαλιάζει τον άνθρωπο οντολογικά και τον εγγίζει στην καρδιά του.

Οι αποδείξεις που ζητάμε πολλές φορές, για να πιστέψουμε στον Θεό, τραυματίζουν την αλήθεια, την αγαπητική σχέση με τον Θεό, και γι’ αυτό ο Θεός αποκρίνεται με τη σιωπή, αλλά για εκείνον που μπορεί να καταλάβει, να νοιώσει μέσα από αυτή τη σιωπή την αγάπη του Θεού. Είναι η «μωρία» του Θεού, ο ακατανόητος σεβασμός στην ελευθερία μας.

Αυτή η πορεία στον προσωπικό μας βίο και την καθημερινή πραγματικότητα δεν είναι εύκολη. Υπάρχουν, ιδιαίτερα όταν βιώνουμε τον πόνο, την ασθένεια, τον θάνατο, άλλες δυσκολίες, πειρασμούς και θλίψεις, τα «γιατί», οι πτώσεις, οι μεταπτώσεις.

Νοιώθουμε κάποιες φορές ότι ο Θεός μας έχει εγκαταλείψει, ότι δεν μας ακούει. Έτσι ο άνθρωπος κλονίζεται, δοκιμάζεται στην πίστη του, αμφισβητεί, θυμώνει, φοβάται. Θυμηθείτε τον Απόστολο Πέτρο: από φόβο αρνήθηκε τον Χριστό τρείς φορές και αφυπνίσθηκε όχι γιατί ο Θεός έκανε θόρυβο, αλλά επειδή άκουσε το λάλημα του πετεινού τρεις φορές.

Τότε έκλαψε και ξανάνοιωσε ζωντανή την πίστη του. Ο Απόστολος Θωμάς είναι το πρότυπο της καλής απιστίας, γιατί, ως άνθρωπος, ήθελε σημάδια ότι ο Χριστός και Θεός μας είχε αναστηθεί, ήταν ζωντανός. Θυμηθείτε την περικοπή στον Ευαγγελιστή Ματθαίο, όταν οι Μαθητές ήσαν μέσα στο πλοιάριο και ξέσπασε καταιγίδα και ηλθε φουρτούνα. Μέσα στα αφρισμένα κύματα είδαν μια φιγούρα. Ήταν ο Χριστός που περπατούσε πάνω στα κύματα.

Τότε ο Πέτρος του φώναξε «αν είσαι Εσύ, πρόσταξε να έλθω κοντά Σου περπατώντας στα κύματα». Ο Ιησούς απλά του είπε «έλα». Και το θαύμα έγινε. Ο Πέτρος έχοντας τό βλέμμα του στον Χριστό περπάτησε πάνω στα μανιασμἐνα κύματα. Μόλις έστρεψε το βλέμμα του από τον Χριστό φοβήθηκε και άρχισε να κα-ταποντίζεται. Μόλις λίγο στρέψουμε το βλέμμα μας τότε ο πειρασμός προσπαθεί να μας βουλιάξει μέσα στις μέριμνες του βίου ώστε να χαθούμε. Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας λένε ότι ο διάβολος, όταν θέλει να καταστρέψει τον άνθρωπο, του αφαιρεί λίγο λίγο από την καρδιά του την ελπίδα, τον οδηγεί στην απελπισία και τότε ο άνθρωπος χάνει την ψυχή του.

Ο Θεός, επειδή μας αγαπά με παραφορά ερωτικής αγαθότητας, επιτρέπει να δοκιμαζόμαστε μέχρι εκεί που αντέχουμε, αρκεί ο καθένας μας να έχει το κουράγιο και τη δύναμη να επιστρέψει στο σπίτι του Πατέρα, που τον αναμένει, να βρίσκει τη δύναμη να σηκωθεί, όταν κλονίζεται και γονατίζει ψελλίζοντας με ταπείνωση και ελπίδα «Κύριε των δυνάμεων, βοήθει μοι τη απιστία». Ξέρετε πόσο σημαντικό και αληθινό είναι για την ύπαρξή μας να κραυγάσουμε με αγωνία και αίμα ψυχής τις ώρες της δοκιμασίας και του κλονισμού προς τον Κύριο, να Τον αναζητήσουμε και να φωνάξουμε «Πού είσαι, Κύριε;», Τότε θα ακούσουμε μυστικά τη φωνή Του ότι ζυγός Του χρηστός και το φορτίο Του είναι ελαφρύ.

Έτσι θα φθάσουμε πνευματικά στην υπακοή της πίστης πού κάνει τον πιστό να ξεπερνά τα σχήματα του κόσμου αυτού και να εμπιστεύεται τον εαυτό του στο θέλημα του Θεού, όπως αυτό εκτυλίσσεται στα ιδιαίτερα περιστατικά της προσωπικής του ζωής. Ασκούμενος στην υπακοή της πίστης ο άνθρωπος κοπιάζει πολύ και αναπαύεται πολύ, πέφτει και ἀνίσταται, λυπάται και χαίρει. Προκαλεί έτσι την αγάπη και το έλεος του Θεού και σώζεται.

Α.Κ. Υπάρχει μία και μοναδική αμαρτία που θα ξεχωρίζατε ανάμεσα σε άλλες στον άνθρωπο;

Πανιερώτατος Μητροπολίτης Φαναρίου Αγαθάγγελος: Δυστυχώς ο σύγχρονος άνθρωπος, ο γαλουχημένος με τις αρχές της λογικής διανόησης, δίδει μεγαλύτερη σημασία στην κτιστή ανθρώπινη λογική παρά στην πίστη προς το θέλημα του Θεού. Εγκλεισμένος στο κέλυφος του εγωϊσμού εμπιστεύεται μόνο τον εαυτό του, την ατομική του κρίση, και αγνοώντας τον Θεό εκδιώκει τον Χριστό από την προσωπική του ζωή.

Και έτσι βιώνει όλο καί βαθύτερα τίς συνέπειες των προβλημάτων του τα οποία θέτουν σέ κίνδυνο ακόμη και την ύπαρξή του επί της γης. Ενώ αυξάνει τις γνώσεις και ικανότητές του διαπιστώνει ολοένα το μέγεθος της αγνωσίας και της ἀδυναμίας του να απαντήσει, όχι μόνο στα διαχρονικά υπαρξιακά ερωτήματά του αλλά και σε αυτά της ερμηνείας του φυσικού κόσμου, καταλήγοντας σε αδιέξοδο στό οποίο ἐγκλωβίζεται. Και νομίζει ότι ευτυχεί, ενώ δυ-στυχεί. Πλανώμενος, ζει αφ᾿ ενός μεν τη νομιμοποίηση της αμαρτίας και της διαστροφής αφ᾿ ετέρου δε την ενοχοποίηση της αρετής και του αγαθού.

Νομίζει ότι νικά τον κόσμο και χαίρει, νικᾶται στην πραγματικότητα υπ᾿ αυτού, και δυστυχεί. Βιώνει έτσι σε όλο της τό μεγαλείο την εσωτερική καί εξωτερική διάσπασή του, η οποία επήλθε από την αλλοτροίωσή του από το θέλημα του Θεού. Εν τέλει δε υποτάσσεται στην κοινή των θνητών μοίρα, την οποία ουδεμία κτιστή δύναμη μπορεί να υπερφαλαγγίσει, τον θάνατο, όχι μόνο τον σωματικό αλλά και τον πνευματικό, λόγω του εκ του κόσμου τού, του φρονήματός του.

Θα έλεγα, λοιπόν, χρησιμοποιώντας τα σοφά λόγια του αγίου Ισαάκ του Σύρου, ότι ο άνθρωπος καλείται να ξεπεράσει τη μία και μοναδική του αμαρτία: την αδιαφορία του για τον Αναστημένο Χριστό. Γιατί η αδιαφορία αυτή γεννά όλα τα προαναφερόμενα.

Α.Κ: Ποιά η σχέση των νέων σήμερα με την Εκκλησία;

Πανιερώτατος Μητροπολίτης Φαναρίου Αγαθάγγελος: Πιστεύω και έχω την αίσθηση από την προσωπική επικοινωνία με νέους ανθρώπους, ότι οι νέοι μας σήμερα είναι αυθεντικοί στις αναζητήσεις τους. Αναρωτιούνται, ψάχνουν πρότυπα, σέβονται, είναι ευγενείς, εκκλησιάζονται, κοινωνούν, επισκέπτονται τα μοναστήρια, εξομολογούνται. Παρ’ όλα αυτά έχουμε ακόμη πολύ δρόμο μπροστά μας, για να αναζητήσουμε τα παιδιά μας και να τα συναντήσουμε. Αυτό που έχουν ανάγκη είναι να τους δείξουμε με τη βιοτή και το παράδειγμά μας ότι η Εκκλησία δεν είναι μιά ανθρώπινη οργάνωση, ούτε ένας χώρος όπου ικανοποιούνται οι ψυχολογικές και συναισθηματικές μας ἀνάγκες, αλλά το θεανθρώπινο Σώμα του Χριστού, το πεπληρωμένο από τις ενέργειες του Παναγίου Πνεύματος. Εκκλησία είναι η ευχαριστιακή κοινότητα, ο Ίδιος ο Χριστός.

Γι’ αυτό και είναι απαιτητικοί ως προς την αλή-θεια που διδάσκουμε και το λόγο που διατυπώνουμε. Οφείλουμε να καταδείξουμε στα νέα παιδιά ότι η ε­σω­τε­ρι­κό­τη­τα ή η πνευ­μα­τι­κή ζω­ή δεν έ­χει το νό­η­μα και το πλή­ρω­μά της «εκ του αν­θρώ­που καί διά του αν­θρώ­που». Δεν τρέ­φε­ται καί δεν αυ­ξά­νε­ται με ι­δε­ο­λο­γί­ες ή δι­α­νο­η­τι­κά κα­τα­σκευ­ά­σμα­τα. Δεν σχε­τί­ζε­ται με θε­ω­ρί­ες ή ὀρ­θο­λο­γι­κά συ­στή­μα­τα.

Οι νέοι άνθρωποι, όχι μόνο στην πατρίδα μας, αλλά και στις πατρίδες όλου του κόσμου, και σας το λέγω αυτό από την ποιμαντική μου εμπειρία, δεν θέλουν μι­ά Εκ­κ­λη­σί­α που δεν εί­ναι «η­νω­μέ­νη τοις ου­ρα­νοίς», γιατί τότε παύ­ει να εί­ναι Εκ­κ­λη­σί­α. Δεν θέλουν μι­ά Εκ­κ­λη­σί­α που με­ρι­μνά «πε­ρί πολ­λά», χω­ρίς να εν­δι­α­φέ­ρε­ται γι­ά τη σω­τη­ρί­α του αν­θρώ­που και που ε­πι­ζη­τεί τα αυ­τά που και τα έ­θνη ε­πι­ζη­τοῦν, γιατί τότε η Εκκλησία δεί­χνει ό­τι δεν έ­χει καμ­μι­ά σχέ­ση με τη βα­σι­λεί­α του Θε­ού και ε­πο­μέ­νως έ­χει γί­νει κό­σμος. Δεν θέλουν μιά Εκ­κ­λη­σί­α που ε­ξα­ντλεί­ται στην τυ­πο­λα­τρεί­α και χά­νει την ου­σί­α, γιατί τότε δεν εί­ναι Εκ­κ­λη­σί­α, αλ­λά κα­κέ­κτυ­πο της φα­ντα­σί­ας και του ε­αυ­τού μας.

Πολλές φορές μιλάμε στα νέα παιδιά με τη λογική του «πρέπει» και του «οφείλω». Το «πρέπει» και το «οφείλω» είναι απαραίτητες έννοιες στην παιδαγωγική, αλλά αν απολυτοποιηθούν μπορεί να σκοτώσουν μία αγαπητική σχέση και να απομακρύνουν έναν νέο άνθρωπο από τον Θεό. Τα παιδιά μας θέλουν τον Θεό ως Πατέρα, αδελφό, φίλο και υπερασπιστή του ανθρώπου. Τους δε ποιμένες, εμάς δηλαδή, μας θέλουν όχι ως εξουσιαστές, αλλά ως ανθρώπους μιάς αγάπης πλήρους και απροϋπόθετης με την οποία καλούμεθα να τους κυκλώσουμε και να τους αγκαλιάσουμε.

Α.Κ: Ποια η πραγματικότητα της ασκητικής τόσο στην Εκκλησία όσο και στον άνθρωπο;

Πανιερώτατος Μητροπολίτης Φαναρίου Αγαθάγγελος: Η Εκκλησία πάντοτε καλεί να ακού­σου­με τη «φω­νή βο­ώ­ντος εν τη ε­ρή­μῳ…» και να προ­ε­τοι­μά­ζου­με ό­λοι μας μέσα από μία ασκητική διάθεση «την ο­δόν Κυ­ρί­ου», γι­α να ε­ξαν­θή­σει η έ­ρη­μος που ζού­με και λέ­γε­ται σύγ­χρο­νη κοι­νω­νί­α και ο κα­θέ­νας μας να βι­ώ­σει το βα­θύ­τε­ρο και πο­λυ­δύ­να­μο νό­η­μά της με το «α­πελ­θείν» ό­χι σε τό­πο έ­ρη­μο, έ­ξω του κό­σμου, αλ­λά «α­πελ­θείν εις ε­ρη­μί­αν των πα­θών του». Αυτό το μήνυμα σήμερα προσλαμβάνει μια ιδιαίτερη σημασία, διότι οι άνθρωποι του καιρού μας αδυνατούμε να κατανοήσουμε το νόημα της άσκησης στη ζωή μας και ζούμε μια βασική απόκλιση της νεώτερης πνευματικής έκπτωσης: την απομάκρυνση από το ασκητικό ήθος.

Κα­τα­λα­βαί­νε­τε, λοι­πόν, μέ­σα σε μι­ά ε­πο­χή καταναλωτικής ευζωίας, πλη­θω­ρι­σμού εικόνας και λόγου, πό­σα πρά­γμα­τα ο­φεί­λου­με να ε­πα­νε­κτι­μή­σου­με, γι­ά πό­σα έ­χου­με να με­τα­νο­ή­σου­με. Δεν εί­ναι εύ­κο­λο πρά­γμα αυ­τό. Δεν εί­ναι εύ­κο­λο στον κα­θέ­να μας να αρ­νεί­ται τον ε­αυ­τό του, να αρ­νεί­ται την πνευ­μα­τι­κή αυ­το­δι­καί­ω­ση και την ε­πάρ­κει­ά του, να μάθει να λέει όχι στον εαυτό του, στο θέλημά του, να αυτοπεριορίζεται, να δαμάζει και να μεταμορφώνει τα πάθη του. Θα σας αναφέρω τον λόγο του Αποστόλου Παύλου «ημίν εχαρίσθη το υπέρ Χριστού, ου μόνο το εις Αυτόν πιστεύειν, αλλά και το υπέρ Αυτού πάσχειν». Αυτό σημαίνει να θεραπευθούμε από τα πάθη μας μεταμορφώνοντας τα πάθη μας. Δεν αγωνιζόμαστε απλώς να γίνουμε καλοί άνθρωποι προσαρμοσμένοι στην κοινωνία. Σκοπός μας είναι να οδηγηθούμε στην κοινωνία με τον Θεό, η πορεία προς την αγιότητα, η απόκτηση του Αγίου Πνεύματος.

Η άσκηση στην Ορθοδοξία δεν είναι μια στείρα καθηκοντολογία, μια πιστή τήρηση ενός άκαμπτου τυπικού, ένας τακτικός καθωσπρεπισμός, μια υποκριτική ευσεβοφάνεια. Άσκηση είναι η αγάπη. Άσκηση είναι η ταπείνωση. Γι’ αυτό και η άσκηση καθ’ εαυτήν ποτέ δεν αποβαίνει σκοπός, αλλά μέσο προς απόκτηση της δωρεάς του Θεού.

Α.Κ: Χωρίς το φως να κυριαρχεί στον κόσμο, θα υπήρχε αποσύνθεση και φθορά. Σε κάποιες περιπτώσεις έχει αρχίσει μήπως αυτή… και γιατί ;

Πανιερώτατος Μητροπολίτης Φαναρίου Αγαθάγγελος: Είμαστε μάρτυρες μιάς δαιμονικής κατάστασης βίας και τρο-μοκρατίας. Άνθρωποι χάνονται, δολοφονοῦνται ανυποψίαστοι, πεινάνε, ασθενούν, φοβούνται. Η θάλασσα έγινε νεκροταφείο ελπίδων και ο άνεμος δεν κοπάζει. Πού λόγος για το φως; τη χαρά της ζωής; το δικαίωμα στη ζωή; το θείο δώρο της ειρήνης; τη δικαιοσύνη; την αμοιβαιότητα και την αλληλεγγύη που δίνουν νόημα στην καθημερινή βιοτή και την ύπαρξή μας; Ο κόσμος ζει σε πολλές πλευρές της ιστορίας το νέο σκοτάδι της γης «από έκτης ώρας έως ώρας ενάτης».

Ευτυχώς όμως που το λυχνάρι της Ανάστασης καίει στο λυχνάρι της υπάρξεώς μας. Ο Αναστημένος Χριστός, που μας χάρισε την αιώνια ζωή, μας βο­η­θά να απαλ­λα­γού­με α­πό την τρα­γι­κή πλά­νη, ότι ο άν­θρω­πος θα βρει την ο­λο­κλή­ρ­ση, την πλή­ρω­σή του ή την πα­ρη­γο­ρι­ά του στους αν­θρώ­πους και στα αν­θρώ­πι­να ε­πι­τεύ­γμα­τα. Ελπίζουμε στόν Θεό, γι­ά να θυ­μό­μα­στε την καί­ρι­α γι­ά τη ζω­ή μας α­λή­θει­α, ό­τι στόν Θε­ό και στη Χά­ρη Του θα βρού­με την ο­λο­κλή­ρω­ση και την πλή­ρω­σή μας, τη ζωή και το περισσόν αυτής.

Αλ­λά δεν παύουμε να ελπίζουμε στον Θεό προ­βάλ­λο­ντας την αγάπη του, γι­ά νά δι­α­ψεύ­σου­με το με­θο­δι­κό κή­ρυ­γμα του Δι­α­βό­λου, ό­τι ό­λοι οι άν­θρω­ποι έ­χουν πά­ει με το μέ­ρος του, ό­λοι οι ἀν­θρω­ποι έ­χουν δι­α­φθα­ρεί. Και είναι αλήθεια ότι, ως και η Γραφή λέγει, παράγει το σχήμα του κόσμου τούτου, αλλά ο ορθόδοξος άνθρωπος σε μια εποχή οικειώσεως του σκότους και του κακού δεν παύει να ελπίζει σε μια εποχή πνευματικής αναγέννησης, αφού ο Θεός διακρατεί ανοιχτή την ιστορία του κόσμου στα χέρια Του. Γι’ αυτό και καλούμεθα μετά κάθε Θεία Λειτουργία πού «είδαμε το φως το αληθινό, λάβαμε Πνεύμα επουράνιο, βρήκαμε πίστη αληθή», να εξέλθουμε του ναού και να εργασθούμε για την είσοδο της βασιλείας και του φωτός στον κόσμο.

Α.Κ: Το μήνυμά σας για την επόμενη μέρα…

Πανιερώτατος Μητροπολίτης Φαναρίου Αγαθάγγελος: Εάν η πρόσδεσή μας στην παράδοση δεν πάψει να είναι αυτόδικαιωτική παρελθοντολογία και η παράδοση δεν γίνει ο φορέας του προφητικού χαρίσματος, φωτίζοντας το παρόν με τα εσχατολογικά φώτα του μέλλοντος, τότε αυτή η παράδοση θα αντιγράψει, θα «κοπιάρει» με πνεύμα νεκρότητας στοιχεία του παρελθόντος και η καρδιά μας θα αδυνατεί να σχηματίσει την εικόνα του Θεού και την εικόνα του ανθρώπου και να διαλεχθεῖ μαζί τους. Αυτή είναι πλέον και η μεγάλη ευθύνη της Χριστιανικής Ευρώπης που έχει πληγώσει ψυχικά τους πολίτες της, πού καλλιεργεί τον κυνισμό ενός κόσμου χωρίς Θεό στον οποῖο δεσπόζει μόνο η δύναμη και το κέρδος, που μεταδίδει τα αξιακά κριτήρια κατεστραμμένα, ώστε η διαφθορά και η ασυλλόγιστη δίψα γιά ἐξουσία να θεωρούνται κάτι το αυτονόητο.

Εάν, λοιπόν, «πρέπει να σωθεί κάτι μέσα στον κόσμο, δεν είναι προπαντός ο άνθρωπος, αλλά η αγάπη του Θεοῦ, διότι Εκείνος μας αγάπησε Πρώτος και η δύναμή Του κρατεί καί στηρίζει τον άνθρωπο».

Α.Κ: Έχετε κάποιο μότο στη ζωή σας;

Πανιερώτατος Μητροπολίτης Φαναρίου Αγαθάγγελος: Αντέχουμε σήμερα να μιλήσουμε γιά αυθεντική αυτοσυνειδησία; Πώς θα μιλήσουμε γιά μιά προφητική ἐγρήγορση και την προσδοκία μας γιά την «ημέρα Κυρίου»; Πώς θα μιλήσουμε στους ανθρώπους γιά την ευχαριστιακή πολιτεία της βιοτής τους, αφού «Χριστός ανέστη και ζωή πολιτεύεται»; Ή, γιά να θυμηθώ τους λό-γους του Γεωργίου Σεφέρη: «Πώς να αντικρύσουμε το δυτικό πολιτισμό, αν δεν αντλήσουμε δύναμη από τις δικές μας ρίζες καί χωρίς ένα συστηματικό μόχθο γιά τη δική μας παράδοση;».

Η εξουσιαστική επιβολή εκκλησιαστικής δύναμης γίνεται δυναστεία, αδιάκριτη συμπεριφορά, υποτίμηση τοῦ άλλου, άκρατη επιβολή θέσεων και υποκειμενικών απόψεων που στο όνομα μιάς ασθενούς συνοδικότητας και ατομικού συμφέροντος προβάλλει μισές αλήθειες, κρίνει και επικρίνει, αυθαιρετεί και παραπληροφορεί, εξαγριώνει, πληγώνει, φθείρει και διαφθείρει συνειδήσεις, θέλει οπαδούς και όχι μέλη.

Μέσα σε αυτή την πραγματικότητα διερωτάται κανείς εάν μπορεί να υπάρχει εκκλησιαστική κοινωνία και ενότητα; Τι θα πούμε στους Χριστιανούς μας; Πώς θα μιλήσουμε στα παιδιά μας; Πώς θα διδάξουμε στον κόσμο το άγγελμα της σωτηρίας; Πώς θα πρσλάβουμε το μήνυμα των καιρών, γιά να το αποδώσουμε χριστοποιημένο στους λαούς μας;

Γι’ αυτό, με τη χάρη του Θεού, αγωνίζομαι για μία Εκκλησία χωρίς εξουσιαστικές και εθνοφυλετικές αγκυλώσεις.

Μία Εκκλησία που θα ζει με το αίσθημα της προσδοκίας της ελεύσεως του Ιησού Χριστού, με το όραμα και την ελπίδα της Ημέρας Κυρίου. Μία Εκκλησία που θα υπερασπίζεται άχρι θανάτου έναντι της οποιασδήποτε εξουσίας την ελευθερία, την ακεραιότητα, τη μοναδικότητα, την αξιοπρέπεια του ανθρώπου και θα διαφυλάσσει το κάλλος του προσώπου.

Εκκλησία Online
Γράψε το σχόλιό σου

Αφήστε μια απάντηση

Comment moderation is enabled. Your comment may take some time to appear.