Του Γιάννη Τσερεβελάκη, Θεολόγου, Άρχοντος Πρωτονοταρίου της Αγίας Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας-Φαίνεται πως είναι κανόνας, σε καιρούς κατά τους οποίους, λόγω πολέμων ή φυσικών καταστροφών, το μέλλον προοιωνίζεται σκοτεινό, οι άνθρωποι για λόγους ψυχολογικούς, δηλαδή για λόγους που σχετίζονται με τη συσσώρευση υψηλών συναισθηματικών εντάσεων (φόβος, αίσθημα ανασφάλειας, αγωνία, άγχος), να ψάχνουν τρόπους και μέσα, για να εκφορτίσουν τα αρνητικά τους συναισθήματα, να ερμηνεύσουν τα συμβαίνοντα και να φωτίσουν τη σκοτεινιά του μέλλοντος.

Τότε εμφανίζονται κάποιοι που ερμηνεύουν τις παλιές «προφητείες» ή που προφητεύουν το μέλλον, είτε επειδή έχουν το «προφητικό χάρισμα» είτε επειδή τους το αποκάλυψαν κάποιοι άγιοι ή φωτισμένοι «γεροντάδες», και κάποιοι άλλοι που, στο όνομα μιας κατ’ επίφασιν ορθολογικής γνώσης ή της «επιστήμης», ερμηνεύουν τάχα ορθολογικά τις αιτίες των γεγονότων.

Ένα παράδειγμα καταφυγής στην προφητολογία από την αρχαιότητα αναφέρει ο Θουκυδίδης, όταν περιγράφει το λοιμό που ενέσκηψε στην Αθήνα το 430 π.Χ. Τότε, όπως αφηγείται ο μεγάλος ιστορικός, οι Αθηναίοι θυμήθηκαν ότι υπήρχε ένας χρησμός που έλεγε ότι θα γίνει πόλεμος με τους Δωριείς και μαζί θα επιπέσει λοιμός.

Στις μέρες μας δυο σημαντικά προβλήματα που αντιμετωπίζει η πατρίδα μας (κορωνοϊός και τουρκική επιθετικότητα) έχουν δώσει αφορμή να εμφανιστούν τόσο οι προφητεύοντες ή προφητολογούντες, όσο και οι συνωμοσιολόγοι. Στην «ομάδα» αυτή των συνωμοσιολόγων, εκτός των άλλων, ανήκουν και κάποιοι κληρικοί, οι οποίοι προσπαθούν να πείσουν ότι ο κορωνοϊός δεν υπάρχει (και γι’ αυτό η μάσκα είναι καταδικαστέα) και ότι πίσω από την πανδημία υπάρχουν κάποιοι που εξυφαίνουν μια παγκόσμια συνωμοσία, με σκοπό να επικρατήσει μια παγκοσμιοποίηση ελεγχόμενη από σκοτεινά κέντρα που θέλουν να εξαφανίσουν τον χριστιανισμό, την Ορθοδοξία, την εκκλησία, το έθνος κλπ.

Μάλιστα, φαίνεται να θεωρούν ότι για τη συνωμοσία αυτή ευθύνες έχουν και κάποιοι εκκλησιαστικοί ταγοί, που δεν αντιδρούν στα μέτρα της κυβέρνησης κι έχουν αποδεχθεί τη χρήση μάσκας, όπως έδειξε η περίπτωση του ιερέα που καταφέρθηκε κατά αρχιερέων, κάνοντας κήρυγμα κατά της μάσκας στον αγιασμό σε νηπιαγωγείο. Θα πρέπει στους κληρικούς αυτούς να δοθεί μια απάντηση όχι μόνο με επιστημονικά και λογικά αλλά και με θεολογικά επιχειρήματα και τεκμήρια. Στην Εκκλησία, όπως είναι γνωστό, υπάρχει η Σύνοδος των επισκόπων, η οποία λαμβάνει τις αποφάσεις, που, σύμφωνα με τη θεολογία της Εκκλησίας, έχουν τη σφραγίδα του Αγίου Πνεύματος.

Η εκκλησιαστική ιστορία δείχνει ότι όλοι οι Κανόνες που ρυθμίζουν τη ζωή της Εκκλησίας είναι συνοδικοί. Κι αν υπάρχουν κάποιοι Κανόνες αγίων ανδρών που έχουν γίνει αποδεκτοί, πάλι κάποια Σύνοδος τους ενέκρινε και τους ενέταξε στο corpus (σώμα) των εκκλησιαστικών Κανόνων. Επομένως, κανείς κληρικός δεν μπορεί να ομιλεί εξ ονόματός του, ως απλός πολίτης, αλλά πρέπει να συμβαδίζει με όσα η Σύνοδος αποφάσισε. Αλλιώς λειτουργεί αντιεκκλησιαστικά. Ίσως αυτό να μη γίνεται κατανοητό από τους απλούς πολίτες, που, στο πλαίσιο της ελευθερίας του λόγου, έχουν μάθει να εκφράζουν τη γνώμη τους ελεύθερα και να λένε και να γράφουν ό, τι πιστεύουν.

Αυτό, όμως, δεν ισχύει για τους ιερείς, οι οποίοι τις απόψεις και τις σκέψεις τους θα πρέπει να τις μοιράζονται με τον επίσκοπό τους, να παίρνουν «ευλογία» και να πράττουν σύμφωνα με τους εκκλησιαστικούς Κανόνες και τις συνοδικές αποφάσεις. Στην Εκκλησία, επίσης, ως παράμετρος της Άσκησης, ισχύει η Υπακοή, η οποία, όπως έχει γραφεί, «είναι αποταγή του ατομοκρατούμενου θελήματος, απεκδυση του αυτονομημένου εγώ» (Θανάσης Παπαθανασίου, «Υπακοή: Το μαρτύριο της Ελευθερίας» περιοδικό ΣΥΝΑΞΗ, τεύχος 26, σ. 39).

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι οι ιερείς δεν μπορούν να πράττουν ατομικά, να λειτουργούν δηλαδή, εν ονόματι τάχα του Χριστού, αντίθετα προς την Εκκλησία και ακολουθώντας το «ίδιον θέλημα». Οφείλουν να γνωρίζουν: α) στην Κυριακή προσευχή υπάρχει το «γενηθήτω το θέλημά σου», όχι το θέλημά μου, β) ο Χριστός μίλησε πολλές φορές όχι για το θέλημά Του αλλά για το θέλημα του Πατρός Του («ου γαρ ζητώ το θέλημα το εμόν αλλά το θέλημα του πέμψαντός με Πατρός», Ιωάν. 5,30, και αλλού ). Η Υπακοή έχει την έννοια της νίκης επί του Εγώ, επί του ιδίου θελήματος, είναι μια επιλογή εξόδου από την ατομικότητα, με σκοπό την ένταξη του ανθρώπου στο σώμα της Εκκλησίας και, ως τέτοια, είναι μια «σημαντική συνιστώσα της εκκλησιαστικής ζωής» (Θανάσης Παπαθανασίου, ό.π. σ. 42), την οποία φαίνεται να λησμονούν κάποιοι από τους κληρικούς.

Επομένως, εφόσον η Εκκλησία έχει αποφασίσει συνοδικά για τη στάση της έναντι των κυβερνητικών αποφάσεων σχετικά με τον κορωνοϊό, δεν μπορεί κανείς κληρικός, χρησιμοποιώντας τη θέση του, να πράττει από υπερβάλλοντα ζήλο ή από «ιερά οργή» κατά το «ίδιον θέλημα». Αν αυτό πράττει ο καθένας (κληρικός ή πιστός), τότε πρέπει να πούμε ευθαρσώς ότι, επί της ουσίας, Εκκλησία δεν υφίσταται.

Θα πρέπει, όμως, να πούμε και δυο λόγια για την προφητολογία από κληρικούς, «γέροντες» και «πνευματικοπαίδια», που έχει κατακλύσει το διαδίκτυο και ακούγεται σε ομιλίες ή και σε κηρύγματα στους ναούς. Είναι όντως ένα φαινόμενο που η Εκκλησία πρέπει να δει, επειδή έχουμε φτάσει στο σημείο ο λόγος της επίσημης Εκκλησίας να ακούγεται λιγότερο από το λόγο των προφητολόγων και οι άνθρωποι να αποδέχονται περισσότερο τους προφητολογούντες παρά τους επισκόπους και τους ιερείς εκείνους που ομιλούν τη γλώσσα του Ευαγγελίου και της λογικής.

Δυστυχώς, το διαδίκτυο έχει δώσει τη δυνατότητα σε πολλούς κληρικούς (που ίσως να έχουν και ανιδιοτελή κίνητρα) να παρουσιάζονται ότι γνωρίζουν το μέλλον, όπως, κατά τα λεγόμενά τους, τους το αποκάλυψαν οι άγιοι και να προβλέπουν μελλούμενες συμφορές, ήττες ή νίκες. Γιατί είναι χαρακτηριστικό ότι όλες ή σχεδόν όλες οι «προφητείες» στρέφονται γύρω από την Ελλάδα και τη σχέση της με την Τουρκία, γύρω από ασθένειες ή παγκόσμια πολιτικά γεγονότα. Πρόκειται για φλέγοντα θέματα της επικαιρότητας, θέματα που ταλανίζουν και ανησυχούν την κοινή γνώμη, οπότε η προφητολογία βρίσκει πρόσφορο έδαφος να «φυτρώσει» και να «λουλουδίσει». Θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι «προφητολόγοι», ομιλώντας για εθνικές καταστροφές ή νίκες, εκφέρουν, χωρίς ίσως να το καταλαβαίνουν, πολιτικό λόγο και γίνονται μέρος του όλου πολιτικού «παιγνιδιού»: ο προφητολόγος στο βάθος πολιτικολογεί και παρασύρει αδαείς.

Θα πρέπει να πούμε ότι το προφητικό χάρισμα δεν είναι ξένο στην Εκκλησία, η οποία όμως στάθηκε πάντα επιφυλακτική απέναντι στους αυτόκλητους προφήτες. Μάλιστα, είναι χαρακτηριστικό ότι το μοναδικό προφητικό βιβλίο της Κ. Διαθήκης, η Αποκάλυψη του Ιωάννου, ακόμη δεν έχει ερμηνευτεί απόλυτα, ενώ και οι Πατέρες ήταν πάντα προσεκτικοί στις ερμηνείες τους. Τώρα, πώς σηκώνεται ο καθένας και «προφητεύει» με μεγάλη ευκολία, αυτό είναι ένα ερώτημα που πρέπει να αντιμετωπίσει η Εκκλησία, διότι σκανδαλίζει πολλούς.

Θα πρέπει εδώ να επισημανθεί ότι, δυστυχώς, η προφητολογία είναι ένας πολύ εύκολος τρόπος για κάποιους εκκλησιαστικούς άνδρες να αποκτήσουν οπαδούς και ακολούθους (followers και subscribers) στο διαδίκτυο. Και γνωρίζουν οι «παροικούντες εν Ιερουσαλήμ» πόσο δελεαστικός και επιθυμητός είναι ο μεγάλος αριθμός ακολούθων και πόσο αυτός «ανεβάζει» τις διαδικτυακές (και όχι μόνο) «μετοχές» του «προφητολογούντος». Όμως, στην Εκκλησία δεν υπάρχουν οπαδοί και subscribers. Υπάρχουν ενσυνείδητοι πιστοί, που στο πρόσωπο του κληρικού βλέπουν τον ποιμένα που εργάζεται, στηρίζει και εμψυχώνει στη βάση της ευαγγελικής διδασκαλίας και όχι έναν που λέει όσα περιμένουν και θέλουν να ακούσουν οι άνθρωποι, σύμφωνα με τα άγχη, τις φοβίες και τους φόβους τους.

Η Εκκλησία είναι χώρος όπου προβάλλονται τα πρόσωπα, μέσα όμως στην εκκλησιαστική κοινότητα και κανονικότητα. Ικανοποίηση προσωπικών φιλοδοξιών με την απόκτηση οπαδών, «αυλές» και προσωπικές (καλύτερα: ατομικές) ιδιοτελείς στρατηγικές δεν έχουν θέση στην Εκκλησία. Διότι η Εκκλησία είναι σώμα Χριστού και οι πιστοί μέλη του. Άρα η Εκκλησία πορεύεται ως όλον. Αν το «όλον», δηλαδή η καθολικότητα της Εκκλησίας πάψει να υφίσταται, τότε δεν υφίσταται και η Εκκλησία και καταλήγουμε στην προτεσταντική πολυδιάσπαση.

Συμπερασματικά: στην Εκκλησία υπάρχει το συνοδικό σύστημα, σύστημα δημοκρατικό, που διασφαλίζει την προτεραιότητα της εκκλησιαστικής αλήθειας έναντι των ατομικών «θέσεων» και «απόψεων». Οι αποκλίσεις από τις συνοδικές αποφάσεις μπορεί να φαίνονται «επαναστατικές» και να ικανοποιούν συγκεκριμένα ακροατήρια, δεν είναι όμως αποφάσεις της Εκκλησίας ως όλου. Πρακτικές και απόψεις που εκπορεύονται από ευσεβίστικες ή ζηλωτικές ομάδες και από προφητολόγους, μακροπρόθεσμα βλάπτουν την Εκκλησία.

Μια κατ’ επίφασιν δημοκρατική-επαναστατική στάση κάποιων κληρικών, αντίθετη προς τη σωστική συνοδική-εκκλησιαστική αλήθεια, είναι ξένη προς την Εκκλησία, η οποία έχει τα όργανα και τη θεολογία της, για να δώσει λύσεις στα προβλήματα και να αντιμετωπίσει τις σύγχρονες προκλήσεις. Εξάλλου, μια ζωντανή Εκκλησία (πρέπει να) είναι αφ’ εαυτής επαναστατική, αρκεί να εφαρμόζει τη διδασκαλία του ιδρυτού της. Ωστόσο, αυτό το ζωντανό επαναστατικό πνεύμα εξακολουθεί εν πολλοίς να είναι ζητούμενο στους κόλπους της Εκκλησίας.

patris

Εκκλησία Online
Αποστολή
Αξιολόγηση επισκεπτών 0 (0 ψήφοι)

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.