«Ο Χριστιανισμός ενώπιον των συγχρόνων μορφών διωγμού και περιθωριοποιήσεως», είναι το θέμα για το οποίο ενημερώνει ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Πειραιώς κ. Σεραφείμ στο παρακάτω βίντεο, εκφράζοντας έντονο προβληματισμό για τα αυξανόμενα φαινόμενα χριστιανοφοβίας στον σύγχρονο κόσμο.
«Είναι ιδιαιτέρως αξιοπρόσεκτο το γεγονός ότι στη σύγχρονη εποχή, η οποία προβάλλεται ως εποχή απεριόριστης ελευθερίας και καθολικής κατοχύρωσης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ο Χριστιανισμός εξακολουθεί να καταγράφεται, σύμφωνα με διεθνείς εκθέσεις και επίσημα στοιχεία οργανισμών, ως η πλέον διωκόμενη θρησκεία παγκοσμίως. Ακόμη περισσότερο προκαλεί προβληματισμό το γεγονός ότι οι διώξεις αυτές δεν εκδηλώνονται μόνον σε χώρες με αλλόθρησκα ή αυταρχικά καθεστώτα, αλλά εμφανίζονται πλέον και σε κράτη του λεγομένου δυτικού κόσμου, τα οποία επί μακρόν θεμελίωσαν την πολιτισμική και ιστορική τους ταυτότητα επάνω στις χριστιανικές αρχές και αξίες», αναφέρει αρχικά ο Σεβασμιώτατος τονίζοντας ότι πέρα από τις παραδοσιακές μορφές διωγμών σε αυταρχικά καθεστώτα, παρατηρούνται πλέον περιορισμοί της χριστιανικής έκφρασης και σε δυτικές δημοκρατίες, μέσω νομοθετικών πρωτοβουλιών, δικαστικών αποφάσεων και κοινωνικών εξελίξεων που επηρεάζουν τη θρησκευτική ελευθερία και τη δημόσια ομολογία της πίστεως.
«Μέσα στο πλαίσιο αυτό, η χριστιανική μαρτυρία συχνά αντιμετωπίζεται όχι ως ισότιμη φωνή στον δημόσιο διάλογο, αλλά ως εμπόδιο στην επικράτηση αντιλήψεων που αναγορεύουν την ατομική αυτονομία σε υπέρτατο κριτήριο αλήθειας και ελευθερίας», υπογραμμίζει.
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει ο Σεβασμιώτατος σε πρόσφατες εξελίξεις στον Καναδά, στο Ηνωμένο Βασίλειο, στη Φινλανδία και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, ενώ επισημαίνονται και περιστατικά αντιχριστιανικής βίας και βανδαλισμών. «διαμορφώνεται ένα φαινομενικά αντιφατικό σχήμα: ο Χριστιανισμός, η πλέον φιλελεύθερη θρησκευτική πίστη να διώκεται στο όνομα της ελευθερίας και της δημοκρατίας, η θρησκεία της αγάπης να κατηγορείται ότι καλλιεργεί το μίσος. Ως «μίσος» παρουσιάζεται συχνά η αντίθεσή του σε πρακτικές και επιλογές που η χριστιανική διδασκαλία θεωρεί ασυμβίβαστες με το ήθος και τις αρχές της. Κατά συνέπεια, η σύγκρουση δεν αφορά απλώς επιμέρους κοινωνικά ζητήματα, αλλά δύο διαφορετικές αντιλήψεις για τον άνθρωπο, την ελευθερία και τον σκοπό της ανθρώπινης ζωής», σημειώνει χαρακτηριστικά.
Μεταξύ άλλων, ο Σεβασμιώτατος εκφράζει, επίσης, την ανησυχία τους για αντίστοιχες τάσεις στην Ελλάδα, υποστηρίζοντας ότι παρατηρούνται προσπάθειες περιθωριοποίησης της χριστιανικής παρουσίας στον δημόσιο χώρο. Επισημαίνει χαρακτηριστικά πως «και στην πατρίδα μας εκδηλώνεται, κατά την άποψη πολλών, μια έντονη εχθρότητα προς τον Χριστιανισμό από διάφορες ομάδες και κυρίως από την «Ένωση Αθέων Ελλάδας», η οποία ζητεί την πλήρη απομάκρυνση κάθε χριστιανικού στοιχείου από τη δημόσια ζωή. Ήδη έχουν γίνει προσφυγές στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων με αίτημα την απομάκρυνση των εικόνων του Χριστού από δικαστήρια, σχολεία και άλλα δημόσια κτήρια. Κάποιοι προσπαθούν να χλευάσουν, με «καλλιτεχνικά» εξαμβλώματα, τα ιερά και τα όσια της χριστιανικής πίστης, πάντοτε υπό την αρωγή μιας δήθεν πνευματικής ελίτ. Ενώ δεν τολμούν να προσβάλλουν στο ελάχιστο άλλες θρησκευτικές πίστεις, όπως το Ισλάμ».
«Ενώπιον των συγχρόνων εξελίξεων, οφείλουμε να παραμένουμε άγρυπνοι, προσευχόμενοι και εδραίοι στην πίστη. Η Εκκλησία δεν φοβάται τις δοκιμασίες, διότι γνωρίζει ότι ο Κύριός της είναι ο νικητής του κόσμου. Με εμπιστοσύνη, λοιπόν, στην πρόνοια του Θεού και στη δύναμη της θείας Χάριτος, συνεχίζουμε να ομολογούμε την αλήθεια του Ευαγγελίου, έχοντας ως βεβαία ελπίδα τον λόγο του Κυρίου: «Ἐν τῷ κόσμῳ θλῖψιν ἕξετε· ἀλλὰ θαρσεῖτε, ἐγὼ νενίκηκα τὸν κόσμον» (Ιωάν.16,33), καταλήγει ο Σεβασμιώτατος.





































