Είχε κινήσει αποβραδύς, ημίσειαν ώραν πριν κρυφθεί εις το βουνόν ο ήλιος, να υπάγει πίσω μακράν εις τ’ Αρβανίτη, σ’ Μανώλη τ’ σουφριά… όχι, στον Αραδιά, στης Κεχριάς το ρέμα, ο Αγάλλος Μανουήλ Αγάλλου. Δεν ήτο και πολύ σιμά… όχι, δεν ήτο και πολύ μακριά ο νερόμυλος, ολιγώτερον από δύο ώρες με τα πόδια. Αλλ’ εις τον δρόμον είχεν αργοπορήσει, ποιος ξέρει διατί. Ίσως ενθυμείτο την προ ολίγων χρόνων τερπνήν και ευάρεστον και ζηλεμένην θέσιν του, όταν ήτο γαμβρός ωραίος και περιζήτητος, με μακριά φούντα, με γλυκά μάτια, με φέσι ψηλό, μεγάλο και κατακόκκινο, που να το φορεί στραβά ως το αυτί. Και την παρέβαλλε με την σημερινήν κατάστασίν του, να κάθεται γυναίκα χάσασα όλην την δρόσον και την ποίησίν της να σε καρτερεί εις τον νερόμυλον με δύο παιδιά, οπού το ένα να διηγείται παραμύθια στο άλλο. Βεβαίως η δευτέρα θέσις τον συνεκίνει κάπως, αλλ’ η πρώτη του εφαίνετο πλέον επιθυμητή, και ευχαρίστως θα εδέχετο να ξαναρχίσει πάλιν. Βάλε με το νου σου, οκτώ χρόνια να είσαι αρραβωνιασμένος, με δυο αρραβωνιαστικές, πότε με την μίαν, πότε με την άλλην, κάποτε συγχρόνως και με τας δύο. Αν εκαλοπέρασε ποτέ γαμβρός εις τον κόσμον, εκαλοπέρασε κι αυτός.

Και η γρια-Αγάλλαινα, ας είναι άγια τα κόκκαλά της εκεί που είναι, ήτον πολύ ευχαριστημένη. Ήρχετο του Χριστού, χριστόψωμα η μία αρραβωνιαστική, χριστόψωμα η άλλη. Λοκμάδες η πρώτη, τηγανίτες η δεύτερη. Εις οκτώ ημέρας πάλιν, του Αγίου Βασιλείου, βασιλόπιττα η μία, βασιλόπιττα η άλλη. Ήρχετο πάλιν η Λαμπρή, χαμαλιά εκείνη, μπακλαβά αυτή. Ήρχετο του Αγίου Αγαθονίκου, μπακλαβά η Σμαράγδω, μπακλαβά η Αφέντρα. Και δος του η Μπονώραινα η επιτήδεια τεχνίτις χαμαλιά, και δος του μπακλαβάδες. Και την κάθε φοράν ηύξανε το μέγεθος των χαμαλιών, και το πάχος του μπακλαβά εδιπλασιάζετο. Αλλ’ η πρώτη δεν ημπορούσε να τα βγάλει πέρα με την δεύτερη. Ήτο, η ατυχής, πεντάρφανη· ποίος να την προστατεύσει, ποίος να της ειπεί καλόν εις τα συμπεθερικά της; Η άλλη είχε και παραείχε γονείς, ώστε της επερίσσευαν, και οι αδελφοί της, με την μπρατσέρα, της εκουβαλούσαν καλούδια. Και της έκαμναν προικιά και πανωπροίκια. Διά τούτο και ενίκησεν αυτή.

Άμα ενύκτωσεν, η Αφέντρα ήναψε τον λύχνον, έκλεισε την πόρτα της και πλύνασα τα αγρολάχανα, τα έβαλεν εις το μικρόν χάλκωμα εις την πυροστιάν· είτα ήρχισε να φυσά το πυρ. Τα δύο της παιδία, καθήμενα επί της ψάθης, έπαιζαν, η Λενιώ με την κούκλα της, ο Μανώλης με το καραβάκι του. Η πρώτη, πενταέτις, εδοκίμαζε να είπει ένα παραμύθι εις τον δεύτερον, τετραέτη, όστις έχασκε να την ακούει. Ήρχιζε δε πάντοτε από στίχους.

Η συνεχεια στο άρθρο .

Εκκλησία Online
Αποστολή
Αξιολόγηση επισκεπτών 2 (1 ψήφος)

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.