Στην Αθήνα ο μέγας Απόστολος πάλεψε με τον συγκρητισμό της παλαιάς με τη νέα «εν Χριστώ» λατρεία (Πράξ. 17, 16-34). Ως κάτοχος κλασικής παιδείας ο Παύλος μίλησε προς τους Αθηναίους, στον Άρειο Πάγο, με πολύ σεβασμό αποκαλώντας τους ευσεβεστάτους («δεισιδαίμων» τότε σήμαινε ευσεβής).

Γράφει η Βιργινία Δ. Χαμουδοπούλου Κωνσταντινίδου, Ἱστορικός

Μετά τον Χριστό θεωρείται ο πρώτος στοχαστής και υποστηρικτής της Ουράνιας Αλήθειας. Η δογματική και πρακτική ερμηνεία του Ευαγγελίου που μας κληροδότησε ο Παύλος είναι βαθιά και τολμηρή. Η ιστορία είκοσι αιώνων δεν κατόρθωσε να αμβλύνει την επικαιρότητα των λόγων και των έργων του. Είναι ο πρώτος Θεολόγος του Χριστιανισμού προεικονίζοντας τους μεγάλους Καππαδόκες Πατέρες του 4ου αι. μ.Χ.

Όργωσε κυριολεκτικά τη Μικρασιατική και Ελληνική γη. Από τα Ιεροσόλυμα και Αντιόχεια έως των Τρωάδα. Από τη Μακεδονία έως την Κόρινθο. Στην Κόρινθο πήγε δύο φορές. Αγάπησε ιδιαίτερα την εμπορική αυτή πόλη στην οποία πολέμησε με ιδιαίτερο ζήλο, και με τις δύο προς Κορινθίους επιστολές του, τη διαφθορά και την ειδωλολατρία. Ο Παύλος, με την εκεί διαμονή του και τις επιστολές του, έδωσε ένα φοβερό αγώνα για την ένταξη του βίου των Κορινθίων σε ηθικά πλαίσια. Ας μη λησμονούμε ότι και η Ταρσός, η πατρίδα του, είχε αποκτήσει, όπως η Κόρινθος παλαιότερα, φήμη ανεπτυγμένης κοινωνικά πόλεως στα Γράμματα και το εμπόριο, συγκρινόμενη με την Αθήνα και την Αλεξάνδρεια. Στην Έφεσο ο Παύλος πάλεψε με τη μαγεία. Για την Έφεσο θα μιλήσουμε εκτενέστερα λίγο παρακάτω. Παρατηρούμε ότι ο Παύλος σύχναζε στις πόλεις που είχαν ιδιαίτερη ανάγκη να γνωρίσουν τον Χριστιανισμό.

Στην Αθήνα ο μέγας Απόστολος πάλεψε με τον συγκρητισμό της παλαιάς με τη νέα «εν Χριστώ» λατρεία (Πράξ. 17, 16-34). Ως κάτοχος κλασικής παιδείας ο Παύλος μίλησε προς τους Αθηναίους, στον Άρειο Πάγο, με πολύ σεβασμό αποκαλώντας τους ευσεβεστάτους («δεισιδαίμων» τότε σήμαινε ευσεβής).

Στην αρχαία αγορά είχε συναντήσει ο Απόστολος ένα μικρό βωμό με την επιγραφή: «Αγνώστω θεώ» (Πράξ. 17, 23). Τους είπε λοιπόν ότι γι᾽ αυτόν ακριβώς τον άγνωστο για εκείνους Θεό θα τους μιλούσε. Μίλησε στους Αθηναίους με ήπιους τόνους, αλλά από θέσεως υπεροχής. Υπεροχή που απέδωσε στον αληθινό Θεό και όχι στη ρητορική του ικανότητα. Τόλμησε να απορρίψει ως ξένα προς τον αληθινό Θεό τα περικαλλή Ιερά και αγάλματα, απέρριψε τον εθνικισμό των Αθηναίων και την υπεροψία τους προς τους άλλους λαούς τονίζοντας ότι, όπως όλοι οι άνθρωποι, έτσι και οι Αθηναίοι είναι παιδιά του ίδιου Πατέρα. Τόλμησε ακόμα να τους πει να μετανοήσουν. Όταν όμως οι Αθηναίοι άκουσαν για την Ανάσταση άρχισαν να χλευάζουν λέγοντας ότι θα περιμένουν πάλι τον Παύλο να τους ξαναμιλήσει…

Ωστόσο «…τινές άνδρες κολληθέντες αυτώ επίστευσαν, εν οις και Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης και γυνή ονόματιΔάμαρις και έτεροι συν αυτούς». Ο Απ. Παύλος, μετά από σκληρούς αγώνες με διώξεις, φυλακίσεις αλλά και θαύματα, με δέκτη αυτόν τον ίδιο και θαύματα από τον ίδιο προς συνανθρώπους του, είχε μαρτυρικό τέλος.

Οι δύο κορυφαίοι Απόστολοι Πέτρος και Παύλος βρέθηκαν αλυσοδεμένοι στη Ρώμη την εποχή των σκληρών διωγμών του παράφρονα Νέρωνα και μαρτύρησαν, με λίγες μέρες διαφορά ο ένας από τον άλλον, το 67 μ.Χ. Ο Άγιος Πέτρος σταυρώθηκε και ο Άγιος Παύλος αποκεφαλίστηκε.

«Το Ανατολικό Ρωμαϊκό Κράτος, θεμελιωμένο από τον Μ. Κωνσταντίνο τον 4ο μ.Χ. αι. στο αρχαίο Βυζάντιο, με προέκταση σε όλο τον Μεσογειακό χώρο, όπου πρυτάνευε ο ελληνικός πολιτισμός, μεγαλούργησε σε όλους τους τομείς. Εκείνη την περίοδο η δυτική, αλλά και η κεντρική Μ. Ασία (Καππαδοκία), είχαν ομοιογενή ελληνικό πληθυσμό, που ανέδειξε από τους κόλπους του μάρτυρες της χριστιανικής πίστεως και μεγάλους στοχαστές, που συστηματοποίησαν τη χριστιανική φιλοσοφία. Η Μ. Ασία έγινε η μεγάλη ανθρώπινη δεξαμενή απ᾽ όπου η Βυζαντινή Αυτοκρατορία αντλούσε τα στρατιωτικά, τα διοικητικά, τα εκκλησιαστικά και πολιτιστικά στελέχη της. Ο Ελληνοχριστιανικός πληθυσμός της Μ. Ασίας είχε φθάσει το 395 μ.Χ. στα 64 εκατομμύρια συνεχίζοντας να υπερισχύει στην περιοχή έως τον 11ο αι., οπότε εμφανίστηκαν στις παρυφές της Βυζ. Αυτοκρατορίας οι Τούρκοι» (Δημητρίου Καλούμενου, «Μικρά Ασία, ο υπό Τουρκικής κατοχής ιερός χώρος των Ελλήνων», εκδ. ΠΕΛΑΣΓΟΣ, Αθήνα 1996, σ. 22).

Όταν μιλούμε για τον ξεριζωμό του Μικρασιατικού πολιτισμού (1922-24), την Εθνική μας καταστροφή, στο νου μας έρχεται η Μητρόπολη του Μικρ. Ελληνισμού, η ΣΜΥΡΝΗ. Ο κοσμοπολιτισμός που χαρακτήριζε τη Σμύρνη του 19ου-20ού αι., το σημαντικότερο λιμάνι της Μεσογείου, αναπτυσσόταν στα πλαίσια του υπερέχοντος και τότε ελληνορθόδοξου πολιτισμού της, ο οποίος τη βοήθησε να μετουσιώσει όλα τα ξένα πολιτιστικά στοιχεία, όπως τον Ευρωπαϊκό Διαφωτισμό, χωρίς να υποκύψει σ᾽ αυτά. Η σύζευξη Ελληνισμού-Ορθοδοξίας είχε αρχίσει να ριζώνει στην γη της Μ. Ασίας από τον 1ο αι. μ.Χ. χάρη στους συνεχείς και υπεράνθρωπους αγώνες των ιεραποστολών, αλλά και των πιστών πολιτών των μεγάλων ελληνικών κέντρων.

Ενδεικτικά θα αναφερθούμε σε δύο από αυτά τα κέντρα, την ΕΦΕΣΟ και την ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑ.

Η Έφεσος αποτέλεσε μία διαχρονική Εστία Ελληνισμού. Κτισμένη κοντά στις εκβολές του ποταμού Καΰστρου τράβηξε από νωρίς την προσοχή των Ιώνων αποίκων εκ της Αττικής, οφείλοντας τον πλούτο και την άνθισή της στο σημαντικό λιμάνι της. Ως ιδρυτής της αναφέρεται ο Άνδροκλος, γιος του βασιλέα των Αθηνών Κόδρου. Η συμβολή της Εφέσου στην ιστορία, στα γράμματα και στην Τέχνη υπήρξε μεγάλη, όπως και ο ρόλος της στην έκδοση των πρώτων κερματικών νομισμάτων που επινοήθηκαν στη Μ. Ασία κατά τα τέλη του 7ου π.Χ. αι. από τους ντόπιους Λυδούς και Έλληνες. Ήταν η πατρίδα του μεγάλου φιλοσόφου Ηρακλείτου.

Έξω από τα τείχη της πόλεως υπήρχε από τον 8ο αι. π.Χ. ο Ναός της Αρτέμιδας, της θεάς που αποτέλεσε το σύμβολό της, θεωρούμενη ως εξέλιξη της παλαιάς θεάς της Μ. Ασίας, μητέρας των θεών και της φύσεως (της Κυβέλης) από τους Κάρες.

Ο πλούτος της έκανε την Έφεσο αντικείμενο διεκδικήσεων ελληνιστικών ηγεμόνων και ρωμαίων Αυτοκρατόρων. Ο Ρωμαίος Αύγουστος όρισε την Έφεσο ως πρωτεύουσα της ρωμαϊκής επαρχίας της Ασίας. Η πόλη είναι και σήμερα ένας τεράστιος ερειπιώνας, με πολλά καλοδιατηρημένα οικοδομήματα: Το θέατρο 24.000 θέσεων κτίστηκε τον 1ο αι. μ.Χ. από τον Νέρωνα. Ο χώρος του έμεινε στην ιστορία ως ο χώρος της διαμάχης μεταξύ χριστιανών και ειδωλολατρών. Η μάχη μεταξύ των χριστιανών και εκείνων οι οποίοι έμεναν πιστοί στην Άρτεμη δόθηκε σ᾽ αυτό το θέατρο με αποτέλεσμα τη δίωξη του Αποστόλου Παύλου, αφού πρώτα τον φυλάκισαν. Εκτός από το θέατρο σώζεται το ρωμαϊκό πρυτανείο, ο ναός του Δομιτιανού, ο ναός και η πύλη του Αδριανού, αγορές, λουτρά και πλούσιες ιδιωτικές κατοικίες με εντυπωσιακά ψηφιδωτά. Από το Αρτεμίσιο επιβιώνει ένας αναστηλωμένος κίονας. Από το Αρτεμίσιο, κινητά ευρήματα εκτίθενται στο Βρετανικό Μουσείο, το Μουσείο της Βιέννης, της Κ/Πόλεως, της Σμύρνης, όπως και στο τοπικό Μουσείο του Σελτσούκ. Επίσης σώζεται η πρόσοψη της βιβλιοθήκης του Κέλσου με τα ωραία αγάλματα της Αρετής, της Σοφίας, της Επιστήμης και της Αντίληψης. Ο Κέλσος ήταν ο γενικός ρωμαίος Διοικητής της Ασίας, καλλιεργημένος με ελληνική κλασική παιδεία.

Στα ρωμαϊκά αγάλματα είναι οφθαλμοφανής η επίδραση της ελληνικής κλασικής τέχνης και είναι γνωστό ότι εάν λείπουν από την Ελλάδα έργα μεγάλων Ελλήνων γλυπτών, αυτό οφείλεται στο ότι είχαν μεταφερθεί στη Ρώμη για να αντιγραφούν. Γι᾽ αυτό εμείς τα γνωρίσαμε από ρωμαϊκά αντίγραφα.

Όλοι γνωρίζουμε ότι ο Κύριός μας, πάνω από τον Τίμιο Σταυρό Του, εμπιστεύτηκε στον αγαπημένο Του μαθητή Άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο τη φροντίδα της Υπεραγίας Μητέρας Του, ως Υιό Της.

Για κάποιο απροσδιόριστο ιστορικά χρονικό διάστημα η Θεοτόκος έζησε με τον Άγιο Ιωάννη στην Έφεσο.

Το βέβαιο είναι ότι, μετά την κοίμηση του Αποστόλου Παύλου, ο Άγιος Ιωάννης εγκατεστημένος στην Έφεσο, όπου και κοιμήθηκε, έγραψε το Ευαγγέλιό του 85-95 μ.Χ. Το 95 μ.Χ. εξόριστος από τους Ρωμαίους στην Πάτμο έγραψε σε θεία έκσταση την Αποκάλυψη.

Η Έφεσος συνέχισε να αποτελεί σημαντικό ελληνοχριστιανικό κέντρο και στη Βυζαντινή περίοδο. Αυτό αποτυπώνεται στα μεγαλοπρεπή ερείπια των διαδοχικών Ναών επί του τάφου του Αγ. Ιωάννου, όπου τον 4ο μ.Χ. αι. είχε κτισθεί ένα απλό Μαρτύριο. Τον 5ο αι. μ.Χ. κτίστηκε γύρω από το Μαρτύριο σταυροειδής τρίκλιτη βασιλική. Εκεί προσευχήθηκαν οι Άγιοι Πατέρες της Γ´ Οικουμενικής Συνόδου, που έγινε στην Έφεσο το 431 μ.Χ. Επί Ιουστινιανού (6ος αι.) κτίστηκε μεγάλος ναός έχοντας ως πρότυπο την Αγία Σοφία. Σήμερα σώζονται αρκετά αρχιτεκτονικά μέλη αυτού του ναού, όπως και ψηφιδωτά δαπέδου.

Εκκλησία Online

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.