Του Αρχιμ. Μακάριου Τσιμέρη.
Καθώς δύει, βασιλεύει, κατά μία ωραία μεταφορική έκφραση του λαού μας, η εικοσαετής Ποιμαντορία του Παναγιωτάτου κ. Ανθίμου στην Ιερά Μητρόπολη Θεσσαλονίκης και η παρά ένα έτος πεντηκονταετής εν συνόλω Αρχιερατεία του στην Εκκλησία μας, και γράφεται ο επίλογος μιας λαμπράς περιόδου για την Εκκλησιαστική, Εθνική και κοινωνική ζωή της Θεσσαλονίκης, και της Μακεδονίας μας και της Θράκης θα έλεγα, το χέρι μου κινείται αυθόρμητα και καταγράφει αυτόματα τα ανείπωτα της καρδιάς μου αισθήματα σεβασμού και της ευγνωμοσύνης μου προς την σεπτή μορφή του, για τις πολλές και πολλαπλές προς την αναξιότητά μου ευεργεσίες του…
Ήταν Παρασκευὴ 18 Ιουνίου 2004, όταν, μαζί με το λαό της αγιοτόκου Νύμφης του Βορρά, της Πρωτεύουσας της Μακεδονίας και συμπρωτεύουσας του Ελληνισμού, υποδεχόμεθα στο Ναό της του Θεού Σοφίας τον από Αλεξανδρουπόλεως Άνθιμο, διαδεχόμενο στο θρόνο της Θεσσαλονίκης και της καρδιάς μας τον αοίδιμο Παντελεήμονα Β’.
Σαν αύρα θείας παραμυθίας ήχησαν στα αυτιά των απορφανισθέντων πνευματικά, αλλά και εθνικά, Θεσσαλονικέων οι πρώτοι λόγοι του νέου Ποιμενάρχου μας:
“Ήρθα για να ευλογήσω τις οικογένειές σας και τα νοικοκυριά σας. Για νὰ συμπαρασταθώ στους ασθενείς και στους αδυνάτους, για να παρηγορήσω τους πονεμένους και τους λυπημένους. Να σταθώ κοντὰ σ’ αυτοὺς που είναι άνεργοι, αλλὰ και άστεγοι. Να ευλογήσω και να εμπνεύσω τα παιδιά σας,μαθητές, φοιτητὲς και εργαζομένους, αυτοὺς που είναι το άμεσο μέλλον, η ελπίδα και η προσμονὴ για την Εκκλησία και για την Ελλάδα του αύριο….”
Ήλθε από την βορειοανατολική εσχατιά της Πατρίδας μας, τον Έβρο, όπου η ποιμαντική, κοινωνική και εθνική του δράση δοκιμάστηκε και σαν χρυσάφι έλαμψε, για να παραλάβει από τον αοίδιμο προκάτοχό του Παντελεήμονα Β’ τη σκυτάλη των παραδόσεως της Εκκλησίας και του Γένους μας…
Ήρθε, για να κρατήσει άσβεστη τη φλόγα της αγάπης στο Χριστό και την Ελλάδα, σε μια περίοδο, που θύελλες εναντίων ανέμων απειλούν να τη σβήσουν από την ψυχή μας και να παγώσουν τα οράματά μας!
Ήρθε, άξιος και γνήσιος κατά πάντα συνεχιστής του έργου του μακαριστού Προκατόχου του, αγάπησε τους πάντες και αγαπήθηκε από τους πάντες, από τον Κλήρο και το Λαό, που είδαν στο σεπτό Πρόσωπό του τον αληθινό Πατέρα, που νοιάζεται για όλα τα παιδιά του, τον αληθινό Ποιμένα, που μεριμνά για όλα τα πρόβατά του.
Από τις πρώτες ημέρες διεφάνησαν τα σπάνια χαρακτηριστικά και οι μεγάλες αρετές που τον περικοσμούσαν, με πρώτη την αρετή της πνευματικής πατρότητος, την οποία είχα την ευλογία και εγώ, αναξίως βέβαια, να απολαύσω και να γευθώ την άμετρη αγάπη και στοργή του
Δεν θέλησε, όπως θα εδικαιούτο, να φέρει μαζί του έμπιστους και δοκιμασμένους συνεργάτες του από την Αλεξανδρούπολη, αλλά πήρε εμάς, τα απορφανισμένα πνευματικά παιδιά του μακαριστού Παντελεήμονα, και μας αγκάλιασε και μας εμπιστεύθηκε σαν δικά του παιδιά!
Εμπιστεύθηκε, ευεργέτησε και τίμησε την αναξιότητά μου, ορίζοντάς με επί μία επταετία ως Πρωτοδιάκονό του και στο ιδιαίτερο Γραφείο του, με αξίωσε της καθημερινής συναναστροφής μαζί του, καθώς έμενα μαζί του στο Επισκοπείο, με ανύψωσε στο υπούργημα της Ιερωσύνης, με διόρισε στον Ιερό Ναό του Αγίου Φωτίου και με βοήθησε να αντιμετωπιστούν επιτυχώς τα διάφορα προβλήματα, στεγαστικά και άλλα, που, ως μη όφειλε, ανεφύησαν.
Στο διάστημα αυτό, έβλεπα ένα άνθρωπο, ο οποίος, παρά την μακρά εμπειρία του ως Μητροπολίτης Αλεξανδρουπόλεως, αντιμετώπιζε τα πάντα και τους πάντες με πολλή αγάπη, με πολλή ταπείνωση, με πολλή διάκριση και με πολλή ηρεμία, ακόμα και εάν επρόκειτο για δύσκολες περιπτώσεις, προσφέροντας πάντοτε τις κατάλληλες λύσεις.
Η πνευματική του πατρότητα διεφάνη και από τη στήριξη που προσέφερε σε πνευματικά παιδιά και εν Χριστώ, φανερούς και αφανείς, συνεργούς του μακαριστού Προκατόχου του, την αφοσίωση των οποίων στην Εκκλησία αντάμειψε, συνεργώντας στην ανάδειξή τους στο Επισκοπικό αξίωμα.
Στα είκοσι χρόνια της Ποιμαντορίας του στη Θεσσαλονίκη κανένα Κληρικό του δεν παρεπίκρανε, κανένα δεν αδίκησε ή έστω ενόχλησε, αλλά όλους τους αγαπούσε, με μια αγάπη πατρική και ανυπόκριτη.
Ως εκ προσωπικής πείρας, ως διατελέσας Υπεύθυνος σε τομείς του υπό την έμπνευση και καθοδήγησή του Φιλανθρωπικού έργου της Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης, καταθέτω στη συλλογική ιστορική μνήμη τη σύγχρονη “Βασιλειάδα”, που η συνέστησε η ευκλεής Ποιμαντορία του και μεταφράζεται με τα συσσίτια, τα οικοτροφεία, το γηροκομείο, την υλική και ηθική στήριξη χιλιάδων φοιτητριών και φοιτητών, που προσέφευγαν στο Ωμοφόριό του, και την μεγάλη και αφειδώλευτη αγάπη του προς όλους και ιδιαίτερα τους νέους και τις νέες.
Και αποσύρεται με το παράπονο ότι αόρατες δυνάμεις και συμφέροντα δεν του επέτρεψαν να υλοποιήσει το φιλάνθρωπο όραμά του, τη «Στέγη Χρονίως Πασχόντων», χωρίς ουδεμία επιβάρυνση του Κράτους ή της Εκκλησίας…
Ρήτορας δεινός και ευφραδής, ο Παναγιώτατος κ. Άνθιμος, κατέστησε τον Τηλεοπτικό Σταθμό της Θεσσαλονίκης πανελλήνιο, και όχι μόνο, άμβωνα του Χριστού και της Ελλάδος, από τον οποίο εξεπέμποντο οι πάντοτε καίριες, θαρραλέες, αλλά και συνετές παρεμβάσεις του σε φλέγοντα εθνικά,κοινωνικά και εκκλησιαστικά θέματα.
Στο σημείο αυτό θεωρώ σκόπιμο να επισημάνω ότι, όσο ευρίσκετο εν ζωή ο αοίδιμος Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος συνεργάζοταν μαζί του για επίκαιρα θέματα, τα οποία ο Παναγιώτατος Άνθιμος ανέλυε στα Κυριακάτικα κηρύγματά του, καθώς ο μακαριστός Πρωθιεράρχης ήθελε, μέσω της δημόσιας Τηλεόρασης της Βορείου Ελλάδος, να ακούγεται η θέση της Εκκλησίας επ΄ αυτών, συνεχίζοντας την παράδοση του αειμνήστου Παντελεήμονος.
Και ήδη απέρχεται εις τα ίδια, τιμώμενος από όλους, «πλήν Λακεδαιμονίων», ανθρώπων, δηλαδή, οι οποίοι, ενὠ πολλαπλώς ευεργετήθηκαν απ’ αυτόν, απουσίασαν ακόμα και από την προλαβούσα εορτή των Ονοματηρίων του, κατά την οποία ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμος εξέφρασε την προς το σεπτό πρόσωπό του την ευγνωμοσύνη της Εκκλησίας της Ελλάδος, υπενθυμίζοντάς μας τις Χρυσοστομικές ρήσεις «Ο γαρ περί τον ευεργέτην αχάριστος, τι άν γένοιτο ποτέ περί τους άλλους;» και «Όσω άν τις μείζονα ευεργετήται, τοσούτω μάλλον εστιν υπεύθυνος κολάσει, αγνωμονών».
Απέρχεται του θρόνου της Θεσσαλονίκης, αλλά δεν εγκαταλείπει το θρόνο της καρδιάς μας!
Θα παραμένει πάντα στο επίκεντρο των προσευχών μας και στη διαρκή προς αυτόν μέριμνά μας, όπου και αν θελήσει να απολαύσει και επί γης τους στεφάνους της προς την Εκκλησία, την Πατρίδα και τον άνθρωπο θυσιαστικής προσφοράς του!
Και από το πυρωμένο από την αγάπη μας θυμιατήρι της καρδιάς μας, ως ευώδες προς τον Κύριο κατευθύνεται το θυμίαμα της προσευχής μας, να τον στηρίζει και να τον αξιώνει εν γήρα πίονι και βαθεί να μας ευλογεί, και κατά πάντα άξιο διάδοχό του να αναδείξει, ο οποίος θα παραλάβει τη σκυτάλη, θα συνεχίσει και θα διευρύνει το έργο του, και τη Θεσσαλονίκη μας στην πρώτη γραμμή του αγώνα για την Εκκλησία, το Γένος και τον Ἀνθρωπο θα διατηρήσει!





































