Τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Μάνης κ. Χρυσοστόμου Γ'.
Διατυπώθηκε ἀπό τόν Α, προφορικό αἴτημα σέ ἱερέα – ἐφημέριο Ἱ. Ναοῦ, προκειμένου νά προβεῖ ὁ ἱερεύς σέ ἀκύρωση τοῦ γενομένου βαπτίσματός του καί συγκεκριμένως νά προχωρήσει σέ διαγραφή τοῦ ὀνόματός του ἀπό τό Βιβλίο Βαπτίσεων τοῦ Ἱ. Ναοῦ.
Ἐρωτᾶται, κατά πόσον τό ἐν λόγῳ αἴτημα εἶναι ἀποδεκτό.
Εἰδικότερα, ὁ αἰτῶν μετά ἀπό τήν ἐνηλικίωσή του, ἄλλαξε γνώμη ἀναφορικά μέ τήν θρησκεία καί τίς ἐν γένει θρησκευτικές του πεποιθήσεις στίς ὁποῖες περιλαμβάνονται καί ἄλλες κοσμοθεωρητικές ἀντιλήψεις καί δέν ἐπιθυμεῖ οὔτε τό ὄνομά του ν’ ἀναγράφεται στά βιβλία Βαπτίσεων τοῦ Ἱ. Ναοῦ.
Ὑπέβαλε δέ τό συγκεκριμένο αἴτημα στόν ἱερέα – ἐφημέριο τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ ὅπου εἶχε βαπτισθεῖ καί ἀρκέστηκε βέβαια στήν προφορική διαδικασία ἄν καί θά μποροῦσε νά ὑποβάλλει καί γραπτῶς τό αἴτημά του λαμβάνοντας καί σχετικό ἀριθμό πρωτοκόλλου γιά τήν ἀσφάλεια καί ἐγκυρότητα τοῦ λόγου καί τοῦ αἰτήματός του.
Περαιτέρω, ὁ ἐν λόγῳ αἰτῶν φυσικά καί ἔχει τό δικαίωμα ἀλλαγῆς θρησκεύματος καί δέν ὑπεισερχόμεθα στό ἐσωτερικό του «εἶναι», καθ’ ὅτι τυγχάνει ἄλλης φύσεως ζήτημα καί τῆς ὅλης προσωπικότητος καί ὑπαρξιακῆς συνειδησιακῆς του ἰδιαιτερότητος καί φαίνεται, προβαίνει δηλαδή σ’ ἕνα εἶδος ἀποβάπτισης, ὅπως ἔχει παρατηρηθεῖ νά συμβαίνει καί σ’ ἄλλες χῶρες τῆς Δυτ. Εὐρώπης, ἰδίᾳ στήν Ἀγγλία.
*
Ἐξετάζοντας τό ὅλο ζήτημα, ὡς εἶναι γνωστόν, κατ’ ἀρχήν στά βασικά νομοθετήματα τοῦ Δικαίου τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἕνωσης ἤ Ἑνωσιακό Δίκαιο, ἤτοι στίς ἱδρυτικές συνθῆκες (ΣΕΕ καί ΣΛΕΕ) ὡς καί πρωτίστως στόν Χάρτη Θεμελιωδῶν Δικαιωμάτων γίνεται ἀναφορά γιά τήν ἀρχή τῆς ἴσης μεταχείρισης καί τῆς ἀπαγόρευσης τῶν διακρίσεων.
Εἰδικότερα, σύμφωνα μέ τό ἄρθρο 10, παρ. 1, τοῦ Χάρτη Θεμελιωδῶν Δικαιωμάτων «κάθε πρόσωπο ἔχει δικαίωμα στήν ἐλευθερία σκέψης, συνείδησης καί θρησκείας.
Τό δικαίωμα αὐτό συνεπάγεται τήν ἐλευθερία μεταβολῆς θρησκεύματος ἤ πεποιθήσεων, καθώς καί τήν ἐλευθερία ἐκδήλωσης τοῦ θρησκεύματος ἤ τῶν πεποιθήσεών του, ἀτομικά ἤ συλλογικά, δημοσία ἤ κατ’ ἰδίαν, μέ τή λατρεία, τήν ἐκπαίδευση, τήν ἄσκηση τῶν θρησκευτικῶν καθηκόντων καί τίς τελετές».
Ἡ ἐν λόγῳ ἐλευθερία ἔχει διττό περιεχόμενο. Περιλαμβάνει, ἀφ’ ἑνός μέν, τήν ἐλευθερία ἐπιλογῆς, διατήρησης, ἀλλαγῆς ἤ ἐγκαταλείψεως ὁποιασδήποτε θρησκευτικῆς πίστης ἤ ἄλλης πεποίθησης καί ἀφ’ ἑτέρου δέ, τό συνακόλουθο δικαίωμα τοῦ ἀτόμου νά ἐκδηλώνει, μέ ὁποιοδήποτε τρόπο τίς θρησκευτικές του ἤ ἄλλες πεποιθήσεις μεμονωμένα ἤ συλλογικά, στήν ἰδιωτική του ζωή ἀλλά καί ἐντός τῆς δημόσιας σφαίρας.
Πρόκειται γιά θεμελιῶδες δικαίωμα, συνδεδεμένο μέ τήν ἀνάγκη διασφάλισης τοῦ πλουραλισμοῦ σέ μία «δημοκρατική κοινωνία».
Ἔπειτα καί στό ἄρθρο 22 τοῦ Χάρτη κατοχυρώνεται ἡ γλωσσική, πολιτιστική καί θρησκευτική πολυμορφία. Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά ὑφίσταται καί ἡ κοινή Δήλωση υπ’ ἀριθμ. 11 τῆς Συνθήκης τοῦ Ἄμστερνταμ (1999), ἡ ὁποία σαφῶς διατυπώνει τά ἀκόλουθα: «Ἡ Εὐρωπαϊκή Ἕνωση σέβεται καί δέν προδικάζει τό σύμφωνα μέ τό ἐθνικό δίκαιο καθεστώς τῶν ἐκκλησιῶν καί τῶν θρησκευτικῶν ἑνώσεων ἤ κοινοτήτων στά κράτη μέλη. Ἡ Ε.Ε. σέβεται μέ τόν ἴδιο τρόπο τό καθεστώς τῶν φιλοσοφικῶν καί ὁμολογιακῶν ἑνώσεων».
*
Τό αἴτημα, ὅμως, καθ’ αὐτό, ὡς αἴτημα, γιά τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι μή ἀποδεκτό. Δέν εὐοδοῦται. Ἰσχύει τό: «Ὅ γέγονε, γέγονε». Γιά κανένα λόγο δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει διαγραφή τοῦ τελεσθέντος Ἱεροῦ Μυστηρίου τοῦ Βαπτίσματος ἀπό τό συγκεκριμένο Βιβλίο, τό ὁποῖο διατηρεῖ ὁ Ἱ. Ναός.
Ἄλλωστε, ἡ ἐγγραφή τῆς τελέσεως τοῦ Μυστηρίου, ἁρμοδιότητος τοῦ ἱερέως, τυγχάνει μία διαπιστωτική πράξη καί ὡς ἐκ τούτου, δέν διαγράφεται, οὔτε ἐπιδέχεται ἄλλη ἀλλοίωση. Ἀποτυπώνει ἕνα πραγματικό γεγονός. Ἄν γίνει αὐτό, δηλαδή διαγραφή, τότε διαπράττεται νόθευση στό Βιβλίο.
Ἐν προκειμένῳ, ἄλλωστε, δέν πρόκειται γιά κάποιο πίνακα μελῶν τῆς Ἐκκλησίας, καθ’ ὅτι, τέτοιος πίνακας – κατάλογος δέν ὑφίσταται στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἀλλά Βιβλίο τῶν interna corporis τῆς Ἐκκλησίας. Οὔτε ἔχει ἡ Ἐκκλησία κατάλογο ποιός ἐξομολογήθηκε ἤ ὄχι, ἤ ποιός κοινώνησε ἤ ὄχι, τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων. Αὐτά εἶναι καθαρῶς πνευματικά ζητήματα.
Θά λέγαμε μέ τήν νομική ὁρολογία ὅτι ἀνήκουν στόν «σκληρό πυρῆνα» τῆς δικαιωματικῆς φύσεως τῆς Ἐκκλησίας καί ὡς ἐκ τούτου, ἐκφεύγουν κάθε διοικητικῆς, φορολογικῆς ἤ εἰσαγγελικῆς ἔρευνας. Ἔχουν τήν διάσταση τῆς σωτηρίας τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου καί τῆς εἰσόδου του στήν ἐπουράνια Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία «οὐκ ἐστιν ἐκ τοῦ κόσμου τούτου» (Ἰω. 18,36).
Περαιτέρω, ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ὡς ΝΠΔΔ, τά βιβλία πού τηρεῖ, αὐτά, εἶναι διοικητικά ἔγγραφα, πέραν τοῦ ὅτι ἀποτελοῦν μέρος τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἀρχείων. Ἡ τήρηση τοῦ περιεχομένου τους συνιστᾶ ἱστορική καί διοικητική καταγραφή μιᾶς πράξεως, ἡ ὁποία ἐκτός τῆς πνευματικῆς της διαστάσεως παράγει καί ἔννομα ἀποτελέσματα.
Ὡς εἶναι δέ γνωστόν, ἡ Ἐκκλησία προαιωνίως ὑπάρχουσα ἐν τῇ βουλῇ τοῦ Θεοῦ, ἔχει ἄλλους ὅρους καί κανόνες πού διέπουν τήν δομή της.
Δέν εἶναι ἰδεολογικό, κοσμικό κατασκεύασμα καί δέν πορεύεται μέ κριτήρια ἐνδοκοσμικά καί παροδικά.
Ἡ Ἐκκλησία, ἡ ὁποία φανερώθηκε στόν κόσμο κατά τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς καί εἶναι ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, ἀποτελεῖ Μυστήριον μέγα, εἶναι Ἱερός Θεανθρώπινος Ὀργανισμός, ὁ ὁποῖος ἔχει Ἱδρυτή τόν Ἰησοῦ Χριστό καί παρέχει τόν ἁγιασμό τῶν πιστῶν της μέ τήν χάρι τῶν Μυστηρίων της.
Τηρῶντας ἀπαρασαλεύτως , κατ’ ἀκολουθίαν, τήν θεία Διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ καί κατέχοντας τήν αὐθεντική Ἀποστολική Παράδοση τελεῖ καί τό πρῶτο ἱερό Μυστήριο, τήν Βάπτιση κατά τά βιβλικά χωρία: «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τά ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτούς εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» (Ματθ. 28,19), ὡς καί τήν ἐπιβεβαίωση τοῦ Χριστοῦ: «Ἐάν μή τις γεννηθεῖ ἐξ ὕδατος καί Πνεύματος οὐ δύναται εἰσελθεῖν εἰς τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ» (Ἰω. 3,5). Καί ἰσχύει τελικά τό: «ὁ πιστεύσας καί βαπτισθείς σωθήσεται» (Μάρκ. 16,16).
Καί βέβαια ὑφίσταται στήν Ἐκκλησία καί τό ἀνεπανάληπτο τοῦ βαπτίσματος σύμφωνα μέ τόν 47ο Ἀποστολικό Κανόνα, ὡς καί τό: «Ὅσοι εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε, Χριστόν ἐνεδύσασθε» (Γαλ. 3,27), ὁ σημαντικός αὐτός χριστολογικός ὕμνος πού δηλώνει τήν «ἔνδυση» πλέον Ἰησοῦ Χριστοῦ στόν βαπτισθέντα.
Εἶναι Ἱερό Μυστήριο, καθαρῶς πνευματικό ζήτημα, καθ’ ὅτι μέ τό βάπτισμα οἱ βαπτισθέντες «τάφησαν καί ἀνεστήθηκαν» μαζί μέ τόν Χριστό κατά τόν τοῦ Ἀπ. Παύλου λόγον: «Ὅσοι ἐβαπτίσθημεν εἰς Χριστόν Ἰησοῦν, εἰς τόν θάνατον αὐτοῦ ἐβαπτίσθημεν καί συνετάφημεν οὖν αὐτῷ διά τοῦ βαπτίσματος εἰς τόν θάνατον, ἵνα ὥσπερ ἠγέρθη Χριστός ἐκ νεκρῶν διά τῆς δόξης τοῦ πατρός, οὕτω καί ἡμεῖς ἐν καινότητι ζωῆς περιπατήσωμεν, εἰ γάρ σύμφυτοι γεγόναμεν τῷ ὁμοιώματι τοῦ θανάτου αὐτοῦ ἀλλά καί τῆς ἀναστάσεως ἐσόμεθα» (Ρωμ. 6, 3-4).
*
Ἔτσι, σύμφωνα μέ τά παραπάνω ἐκτεθέντα, ἄρνηση τοῦ ἱερέα ὅπως διαγράψει τό ὀνοματεπώνυμο τοῦ ἤδη βεβαπτισμένου ἀπό τό βιβλίο Βαπτίσεων τοῦ Ἱ. Ναοῦ δέν συνιστᾶ παράβαση ὑπηρεσιακοῦ καθήκοντος (ἄρθρο 13 καί 259 ΠΚ), ἤ ἄλλη ἀξιόποινη πράξη, οὔτε ἡ παράλειψή του αὐτή παραβιάζει τήν συνταγματική ἀρχή τῆς ἰσότητας (ἄρθρο 4§1 καί 2 σέ συνδυασμό μέ τό ἄρθρο 13 τοῦ Συντάγματος).
Ὁ λόγος τοῦ παρόντος αἰτήματος δέν ἔχει οὔτε θεολογικό, οὔτε ἐκκλησιολογικό, οὔτε νομικό ἔρεισμα καί ὡς ἐκ τούτου κρίνεται ἀόριστος καί κατά συνέπειαν ἀπορριπτέο τό αἴτημα τῆς λεγομένης «ἀποβάπτισης».
Πιθανή περαιτέρω σχετικῶς μέ τό ζήτημά του αὐτό ἐνέργεια τοῦ αἰτοῦντος στό ἁρμόδιο Ληξιαρχεῖο ἀσφαλῶς καί ἐκφεύγει τοῦ περιεχομένου τοῦ παρόντος κειμένου καί καθ’ ὅτι ἀποτελεῖ ἀντικείμενο τοῦ Ἐθνικοῦ Μητρώου Διοικητικῶν Διαδικασιῶν.





































