Τιμάται ο Όσιος Ιωάννης ο ψάλτης ο καλούμενος Κουκουζέλης

Tης Ελένης Χριστοδουλοπούλου

Ο Άγιος Ιωάννης ο Κουκουζέλης γεννήθηκε γύρω στα 1280 στο Δυρράχιο. Προερχόταν από ιδιαίτερα φτωχή οικογένεια, καθώς και οι δύο γονείς του ήταν αγρότες. Το επίθετό του, για κάποιους μελετητές, είναι παρατσούκλι και προέρχεται από τη λέξη «κουκουτζέλον», που σημαίνει κουκούτσι. Το πραγματικό όνομά του ήταν Ιωάννης Παπαδόπουλος.

Από πολύ μικρή ηλικία άρχισε να ξεχωρίζει το ταλέντο του στη μουσική και ιδιαίτερα η αγγελική φωνή του. Για αυτό τον αποκαλούν ακόμα και σήμερα «αγγελόφωνο» και «καλλικέλαδο». Ο Άγιος έφυγε από το Δυρράχιο, λοιπόν, και πήγε να σπουδάσει μουσική στην Κωνσταντινούπολη. Μαθήτευσε στην αυτοκρατορική σχολή με επιτυχία, παρ’ όλες τις οικονομικές δυσχέρειες που αντιμετώπιζε. Πολλοί ήταν αυτοί που τον ρωτούσαν τι έτρωγε και αυτός απαντούσε: «Κουκιά και ζέλια (= μπιζέλια). Κάποιοι πιστεύουν ότι λόγω αυτής της ιστορίας τού έμεινε το παρατσούκλι «Κουκουζέλης», που είναι και η πιο πιθανή εκδοχή.

Μετά από κάποια χρόνια, γνώρισε τον ηγούμενο της Μονής Μεγίστης Λαύρας και αποφάσισε να γίνει μοναχός στο Άγιον Όρος. Ο αυτοκράτορας όμως είχε εκτιμήσει ιδιαίτερα το ταλέντο του και τον είχε διορίσει αρχιμουσικό των αυτοκρατορικών ψαλτών. Ακόμα, είχε σκοπό να τον παντρέψει με την κόρη του. Ο Κουκουζέλης, για να το αποφύγει αυτό, σκαρφίστηκε ένα σχέδιο.

Πιο συγκεκριμένα, ζήτησε άδεια για να επισκεφτεί τη μητέρα του, ώστε να πάρει την ευχή της για τον γάμο αυτό. Στο μεταξύ, είχε συνεννοηθεί με φίλους του να πουν στη μητέρα του ψέματα ότι είχε πεθάνει. Ο Αγιος Ιωάννης, κρυμμένος έξω από το σπίτι και ακούγοντας τη μητέρα του να κλαίει και να μοιρολογά, συνέθεσε ένα μοιρολόι με τίτλο «Βουλγάρα».

Ύστερα, μεταμφιέστηκε και πήγε στη Μονή Μεγίστης Λαύρας, με σκοπό να μην τον αναγνωρίσουν. Ο θυρωρός της μονής τον ρώτησε ποιος ήταν. Εκείνος απάντησε ότι ήταν ένας χωρικός, βοσκός και ότι ήθελε να γίνει μοναχός. Ο θυρωρός τότε του είπε πως ήταν πολύ νέος και ο Ιωάννης αποκρίθηκε, χρησιμοποιώντας τα λόγια του προφήτη Ιερεμία: «Αγαθόν ανδρί, όταν άρη ζυγόν εν τη νεότητι αυτού».

Πράγματι, ο Άγιος Ιωάννης χειροτονήθηκε μοναχός και εργαζόταν ως βοσκός των κοπαδιών της μονής. Μετά από σύντομο χρονικό διάστημα, ο ηγούμενος παρατήρησε ότι τα ζώα της μονής γυρνούσαν αργά το απόγευμα στη στάνη τους σχεδόν νηστικά. Έβαλε, λοιπόν, κάποιον άλλο μοναχό να παρακολουθήσει τον Κουκουζέλη για να μάθει τι συμβαίνει.

Σύμφωνα με κάποιες μαρτυρίες, ο μοναχός είδε ότι κατά τη διάρκεια της βοσκής των τράγων ο Ιωάννης έψελνε. Μόλις τα ζώα τον άκουγαν, σταματούσαν να τρώνε και τον κοιτούσαν σαν μαγεμένα. Όταν σταματούσε να ψάλλει, εκείνα συνέχιζαν να τρώνε και ούτω καθ’ εξής.

Ο ηγούμενος ακούγοντας τα λόγια του μοναχού κατάλαβε την πραγματική ταυτότητα του Κουκουζέλη. Τον προσκάλεσε στο κελί του και τον συνεχάρη που δεν αποκάλυψε ποιος πραγματικά ήταν. Ύστερα, έστειλε γράμμα στον αυτοκράτορα και τον ενημέρωσε για την κατάσταση. Αυτός συμφώνησε να μην ξαναενοχλήσει τον αρχιμουσικό και να τον αφήσει να μονάσει. Ο Άγιος Ιωάννης αποφάσισε από τότε να μένει σε ένα κελί και να βγαίνει μόνο τις Κυριακές και τις γιορτές για να ψάλλει στο μοναστήρι μαζί με τους άλλους μοναχούς.

Μια φορά, σε κάποια αγρυπνία και συγκεκριμένα το Σάββατο της Ε’ εβδομάδας των Νηστειών, αφού ο Κουκουζέλης έψαλε τον Ακάθιστο Ύμνο, κουρασμένος από την ολονυχτία, αποκοιμήθηκε στο στασίδι. Τότε, είδε σε όραμα τη Θεοτόκο να του δίνει ένα χρυσό νόμισμα επειδή έψαλλε τόσο καλλίφωνα τον ύμνο της. Εκείνος ξύπνησε αμέσως και πράγματι στο χέρι του βρισκόταν το χρυσό αυτό νόμισμα. Αργότερα, το νόμισμα το έκοψαν στη μέση. Το ένα κομμάτι βρίσκεται στη Μεγίστη Λαύρα, δίπλα στην εικόνα της Θεοτόκου, και το άλλο στη Ρωσία.

Ο Κουκουζέλης είδε σε όραμα την Θεοτόκο να τος δίνει ένα χρυσό νόμισμα επειδή έψαλλε τόσο καλλίφωνα τον ύμνο της
Ο Άγιος Ιωάννης Κουκουζέλης κοιμήθηκε γύρω στον 14ο αιώνα στη Μονή Μεγίστης Λαύρας. Τάφηκε στο κελί του και τα ιερά του λείψανα βρίσκονται ακόμα και σήμερα στο μοναστήρι. Στη Μεγίστη Λαύρα υπάρχει και μια εικόνα του, που τον παρουσιάζει περικυκλωμένο από μουσικά σύμβολα. Η Εκκλησία μας τον έχει ανακηρύξει άγιο και τιμά τη μνήμη του την 1η Οκτωβρίου.

Το μουσικό του έργο

Ο Κουκουζέλης αποτελεί μία από τις 4 πηγές της βυζαντινής μας μουσικής. Μάλιστα, θεωρείται, μετά τον Ιωάννη τον Δαμασκηνό, ο σπουδαιότερος μελοποιός της Εκκλησίας μας. Χαρακτηρίζεται και αυτός «Μαΐστωρ της μουσικής», τόσο για το ταλέντο του όσο και για τα έργα που άφησε πίσω του. Ένα από τα σημαντικότερα είναι ότι τροποποίησε και μετέβαλε τη συμβολική γραφή των μελωδιών του Άγιου Ιωάννη Δαμασκηνού.

Επίσης, έγραψε «Θεωρητικό έργον περί μουσικής τέχνης» και ένα βιβλίο με εκκλησιαστικά άσματα. Σπουδαίο έργο είναι και το «Μέγα Ίσον της Παπαδικής», το οποίο κατά τον 18ο αιώνα μεταφέρθηκε από τον Πέτρο τον Πελοποννήσιο στον νεότερο τρόπο γραφής και τελικά τον 19ο αι. στο τελικό νέο σύστημα γραφής από τον Χρύσανθο τον Μαδυτινό. Με αυτόν τον τρόπο, το έργο διασώθηκε και χρησιμοποιείται ακόμα και σήμερα.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο «Μέγιστος Τροχός της Μουσικής». Πρόκειται για μια μελέτη του Κουκουζέλη, που ακόμα και σήμερα απασχολεί τους βυζαντινούς μουσικούς και όχι μόνο. Σε αυτή ο Άγιος Ιωάννης προσπάθησε να συσχετίσει τους αρχαίους ήχους με τους 8 ήχους (κλίμακες) της βυζαντινής μουσικής, αλλά και τους πλαγίους τους. Δημιούργησε, λοιπόν, έναν κυκλικό τροχό, ο οποίος έχει γύρω του άλλους τέσσερις μικρότερους. Κάθε ένας από αυτούς παρουσιάζει έναν πλάγιο ήχο σε αντιστοιχία με τον κύριο. Πάνω και κάτω από τους τροχούς είναι γραμμένα όλα τα ονόματα των κύριων και των πλάγιων ήχων. Όπως: Δώριος, Λύδιος, Φρύγιος, Μιξολύδιος, Υποδώριος, Υπολύδιος, Υποφρύγιος, Υπομιξολύδιος. Με αυτό το σύστημα κατάφερε να συνοψίσει σχεδόν όλη τη θεωρία της βυζαντινής μουσικής σε ένα απλό σχέδιο.

Ο Κουκουζέλης συνέθεσε, επίσης, χερουβικά, σύντομα και αργά, και στους οκτώ ήχους. Δυστυχώς, από αυτά σώζονται μόνο τρία: ένα σε ήχο πλάγιο του δευτέρου (παλατιανό), ένα κοινωνικό «Αινείτε» σε ήχο πλάγιο του πρώτου και ένα «Γεύσασθε» σε ήχο και αυτό πλάγιου του πρώτου. Από τα Ανοιξαντάρια που μελοποίησε σώζονται τα εξής: το αργό «Μακάριος ανήρ», το οποίο ψάλλεται κατά την ώρα της αρτοκλασίας, και το «Χαίρε κεχαριτωμένη», σε ήχο πρώτο τετράφωνο.

Ο Άγιος Ιωάννης συνέθεσε, επίσης, Αλληλουάρια. Συγκεκριμένα, το «Άνωθεν οι Προφήται» και «Τον δεσπότην και τον αρχιερέα» σε ήχους πρώτο και πλάγιο του πρώτου. Μελοποίησε ακόμα πολυελέους, πασαπνοάρια, δοχές και καλοφωνικούς ειρμούς. Πρέπει να γνωρίζουμε ότι η Παρασημαντική (μουσική γραφή, σημειογραφία) του Κουκουζέλη χρησιμοποιούνταν μέχρι και τον 18ο αιώνα. Όμως, ύστερα από απαίτηση του Οικουμενικού Πατριάρχου Κυρίλλου του από Νικομηδείας, το σύστημα γραφής άλλαξε, για να είναι απλούστερη η εκμάθηση. Όσα έργα του Αγίου Ιωάννη σώθηκαν φυλάσσονται σε βιβλιοθήκες της Κωνσταντινούπολης, της Θεσσαλονίκης, της Αθήνας, του Αγίου Όρους, του Βατικανού, της Βιέννης, του Παρισίου και άλλων μεγάλων πόλεων.

Εκκλησία Online

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.