Διανύουμε την εκκλησιαστική περίοδο της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής, περίοδο άσκησης, ψυχικής και σωματικής, ένα πνευματικό ταξίδι με προορισμό το Άγιον Πάσχα.

Η ονομασία Μεγάλη Τεσσαρακοστή δεν οφείλεται στη μεγάλη διάρκειά της, αλλά στην μεγάλη σημασία του κοσμοσωτηρίου γεγονότος του επί Σταυρού θανάτου και της Αναστάσεως του Κυρίου μας στο οποίο καταλήγει.

Μπορεί να είναι κοπιαστική αυτή η περίοδος, όμως, ο Άγιος Σωφρόνιος Σαχάρωφ μας λέγει ότι πρέπει να χαρούμε αυτήν την περίοδο και για να την χαρούμε πρέπει να την αντιμετωπίσουμε με ενθουσιασμό.

Την Α΄ Κυριακή των Νηστειών «ἀνάμνησιν ποιούμεθα τῆς ἀναστηλώσεως τῶν ἁγίων καὶ σεπτῶν Εἰκόνων», η οποία έγινε από την αυτοκράτειρα Θεοδώρα, καθώς ασκούσε την επιτροπεία του ανηλίκου υιού της, μετέπειτα αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ΄, και η οποία σηματοδότησε το τέλος της Εικονομαχίας (726 – 843), περίοδος που διήρκησε πάνω από 100 χρόνια.

Αυτήν την ημέρα λιτανεύουμε τις Ιερές εικόνες και η λιτανεία μας ενώνεται νοερώς με εκείνη την λιτανεία που έλαβε χώρα στις 11 Μαρτίου, την πρώτη Κυριακή της Μ. Τεσσαρακοστής του έτους 843, όταν το βράδυ ανήμερα εκείνης της Κυριακής ψάλθηκε ολονύκτια «υμνωδία» στον Ναό της Παναγίας των Βλαχερνών και το πρωί με επίσημη πομπή και λιτανεία έχοντας επικεφαλής την αυτοκράτειρα Θεοδώρα και τον πατριάρχη Μεθόδιο καθώς και πλήθος πιστών, τοποθετήθηκαν πάλι οι εικόνες στους Ιερούς Ναούς, οι οποίες είχαν απομακρυνθεί βιαίως από τους εικονομάχους και έγινε πανηγυρική Θεία Λειτουργία στον Ναό της Αγίας Σοφίας.

Η Α΄ Κυριακή των Νηστειών ονομάζεται επίσης και Κυριακή της Ορθοδοξίας, διότι η θεολογία των Ιερών εικόνων αποτελεί σύνοψη όλης της ορθόδοξης πίστης και ζωής, καθώς οι αποφάσεις της Ζ΄ Οικουμενικής συνόδου, αποτελούν μια ανακεφαλαίωση όλων των αποφάσεων των προηγούμενων Οικουμενικών συνόδων.

Οι Πατέρες μας τόνισαν ότι είναι δυνατόν να απεικονίσουμε το πρόσωπο του Ιησού Χριστού διότι «ὁ ἀπερίγραπτος Λόγος τοῦ Πατρός ἐκ σοῦ Θεοτόκε περιεγράφη σαρκούμενος», όπως λέγει το κοντάκιο της παρούσης εορτής.

Στην Παλαιά Διαθήκη δεν απεικονίστηκε ο Θεός επειδή δεν είχε φανερωθεί στον κόσμο ακόμη μέσω του Υιού Του και το να περιγράφουμε την αόρατη Θεία φύση αποτελεί δείγμα ακραίας ασέβειας.
Αντίθετα, στην Καινή Διαθήκη ο Υιός και Λόγος του Θεού έγινε ορατός μέσω της ενανθρωπήσεώς Του.

Κατά συνέπεια, ο Θεός είναι δυνατόν να απεικονισθεί όπως φανερώθηκε στους ανθρώπους.

Άλλωστε στην εικόνα δεν εικονίζεται η φύση αλλά το πρόσωπο του πρωτοτύπου και η ταύτιση κατά την υπόσταση και το πρόσωπο δικαιώνει την προσκύνηση, διότι δεν προσκυνούμε το υλικό της τεχνητής εικόνας αλλά το πρόσωπο του εικονιζόμενου.

Η προσκύνηση των εικόνων δεν είναι ειδωλολατρία, όπως υποστήριζαν οι εικονομάχοι, διότι οι Άγιες εικόνες δεν τιμώνται οι ίδιες καθαυτές, έτσι όπως συμβαίνει με τα είδωλα, αλλά η τιμή προς αυτές ανάγεται προς το πρωτότυπο.

Καθώς προσκυνούμε τις Άγιες εικόνες, η προσκύνησή μας δεν απευθύνεται στην ύλη και τα χρώματα που τις συνθέτουν, αλλά προς το πρόσωπο που εικονίζεται, αναφέρει ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός στοιχούμενος απόλυτα με την θέση του Μ. Βασιλείου ότι η «τῆς εἰκόνος τιμή ἐπί τόπου πρωτοτύπων διαβαίνει».

Ταυτόχρονα η τιμή της εικόνας του οποιουδήποτε Αγίου της Εκκλησίας αναφέρεται στο πρωτότυπό της, που είναι ο συγκεκριμένος Άγιος, και μέσω του εικονιζόμενου Αγίου στο Χριστό, τον Υιό και Λόγο του Θεού.

Με τον τρόπο αυτό η εικόνα λειτουργεί ως οδός που οδηγεί τους πιστούς σε ζωντανές προσωπικές σχέσεις με τα ίδια τα εικονιζόμενα πρόσωπα και κατ’ επέκταση με τον ίδιο το Χριστό και εν τέλει αποτελεί λατρεία του ίδιου του Τριαδικού Θεού.

Οι Άγιοι Πατέρες επικαλούνται και την κοινή ανθρώπινη εμπειρία για να υποστηρίξουν την άποψη ότι η προσκύνηση μεταβαίνει στο πρωτότυπο που η εικόνα φανερώνει.

Σύμφωνα με τον Μέγα Βασίλειο, τιμώντας την εικόνα του βασιλιά τιμούμε τον ίδιο το βασιλιά αλλά και μια μητέρα που ασπάζεται τη φωτογραφία του παιδιού της δεν ασπάζεται το υλικό της φωτογραφίας, αλλά το πρόσωπο του παιδιού της.

Η παρουσία του Θεού στην Εκκλησία μας ξαναπλάθει την εικόνα μας και γινόμαστε υιοί Θεού, έτσι όπως πράγματι μας έπλασε ο Θεός, εικόνα και ομοίωση Θεού.

Και αυτό γίνεται όταν ο άνθρωπος μπει μέσα στον χώρο της χάριτος και αυτός που το πετυχαίνει είναι αυτός που βρίσκει το κλειδί να μπει στη Βασιλεία των ουρανών, ο άνθρωπος που έμαθε τη μετάνοια, που μπορεί να αλλάξει νοοτροπία και να ταπεινώσει τον εαυτό του.

Αυτή την εικόνα του Θεού ας έχουμε μπροστά μας και ας αγωνιστούμε κατά της εικονομαχίας του διαβόλου, που θέλει να σπάσει την εικόνα του Θεού, που ενδυθήκαμε με το Άγιο Βάπτισμά μας.

Εκκλησία Online
Γράψε το σχόλιό σου

Αφήστε μια απάντηση

Comment moderation is enabled. Your comment may take some time to appear.