Η Αγία μας Εκκλησία αποκαλεί τη Μάνα Παναγιά ως το γλυκασμό των αγγέλων, τη χαρά των θλιβομένων και την προστάτιδα των χριστιανών. Ως χρυσοπλοκώτατον πύργον και δωδεκάτειχον πόλιν, ως ηλιοστάλακτον θρόνον και καθέδραν του Βασιλέως. Ωστόσο, όπως και να την αποκαλέσει, για τον ανθρώπινο νου παραμένει ένα ακατανόητο θαύμα που γαλουχεί το Δεσπότη Χριστό, που αποτελεί τη γέφυρα μεταξύ γης κι ουρανού, την ατελείωτη ελπίδα και το αιώνιο στήριγμα κάθε χριστιανού.

Τη 15η του μηνός Αυγούστου, η Εκκλησία μας τιμά τη μνήμη της Πανσεβάσμιας μεταστάσεως της υπερενδόξου Δεσποίνης ημών Θεοτόκου κι αειπαρθένου Μαρίας. Όχι όμως μία μνήμη λυπηρή και πενθική, αλλά χαροποιά κι ευφρόσυνος. Αφού σύμφωνα με τον Άγιο Ανδρέα Κρήτης το σώμα αυτό δεν ήταν η χωμάτινη σάρκα που φορούσε η Παναγία, όταν ζούσε στη γη, αλλά το αφθαρτισμένο και πνευματικά «αλλαγμένο» σώμα, όπως ακριβώς γράφει κι ο Απόστολος Παύλος στην Α’ προς Κορινθίους Επιστολή

Στα μέσα του 14ου αι. γίνεται αποκρυστάλλωση του θέματος στη γνωστή μορφή, η οποία επικρατεί πλέον με επιμέρους λεπτομέρειες ή παραλλαγές. Σχετικά θέματα που προστίθενται είναι ο Ενταφιασμός και η Μετάσταση της Παναγίας, που το δεύτερο ως δόγμα είναι δεκτό μόνο από την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία.

Αξιοθαύμαστος είναι ο συνεχής πλουτισμός της εικόνας της Κοιμήσεως, με θέματα όπως η δόξα του Χριστού, το Σεραφείμ πάνω από το Χριστό, οι Ιεράρχες και οι Υμνογράφοι (όσον αφορά τους Ιεράρχες, τέσσερις ήταν αυτοί που παρευρέθηκαν στην Κοίμηση: ο Άγιος Ιάκωβος ο Αδελφόθεος, ο Άγιος Ιερόθεος πρώτος επίσκοπος Αθηνών, ο Άγιος Διονύσιος ο Αεροπαγίτης κι ο Άγιος Τιμόθεος ο Απόστολος. Κια για τους δύο Υμνογράφους που συνήθως απεικονίζονται, πρόκειται σύμφωνα με τον Διονύσιο εκ Φουρνά, για τον Άγιο Κοσμά τον Μελωδό, επίσκοπο Μαïουμά, ο οποίος έχει γράψει τον πρώτο κανόνα της Εορτής, σε ήχο α΄ και για τον Άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό, που έχει γράψει το δεύτερο κανόνα, σε ήχο δ΄.

Και οι δύο Υμνογράφοι κρατούν μεγάλα ειλητάρια, όπου αναγράφονται αποσπάσματα ύμνων τους. ), το ημικύκλιο που υποδηλώνει τον ουρανό, οι γυναίκες που θρηνούν τη Θεοτόκο, τα οικοδομήματα που παίζουν καθοριστικό ρόλο στην προοπτική της εικόνας, το κερί που τίθεται στο ήδη υπάρχον υποπόδιο, τα παράπλευρα επεισόδια( όπως νεφέλες, Εβραίος κ.α.), οι ψυχές των Αποστόλων με τη μορφή προτομών, περιβαλλόμενες από σύννεφα καταφθάνουν για να τιμήσουν την «κεκοιμημένην» Θεοτόκο σύμφωνα με την ομιλία του Αγίου Ιωάννη του Δαμασκηνού

Η παράσταση της Κοιμήσεως της Θεοτόκου είναι η τελευταία από τα θέματα του Δωδεκαόρτου, το οποίο περιλαμβάνει τις δώδεκα σπουδαιότερες εορτές της Εκκλησίας μας και χρησιμοποιούνται για την εικονογράφηση των θόλων και των ψηλότερων σημείων των τοίχων του ναού . Κάποια αντιπροσωπευτικά δείγματα αυτού του θέματος είναι η Κοίμηση της Μονής Δαφνίου (11ος αι.), η Κοίμηση του Αγίου Νικολάου του Κασνίτζη της Καστοριάς (1160-1180), καθώς κι η Κοίμηση στη Μαρτόνα του Παλέρμου της Σικελίας (1146-1151) [9].

Η Παρθένος Μαρία είναι ο καρπός του δένδρου των οσίων και των δικαίων της Παλαιάς Διαθήκης, «η Πύλη η κατά ανατολάς, η κεκλεισμένη», σύμφωνα με τον προφήτη Ιεζεκιήλ, η παρηγοριά, το λιμάνι κι η καταφυγή κάθε πονεμένης ψυχής. Γι’ αυτό στη συνείδηση του λαού η εορτή αυτή αποτελεί το δεύτερο Πάσχα, το Πάσχα του καλοκαιριού. Της «άλλης βιοτής της αιωνίου, την απαρχήν» που εορτάζουμε το Πάσχα, πρώτος καρπός είναι η δόξα της Υπεραγίας Θεοτόκου.

Εκκλησία Online

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.