Γράφει ο Δρ. Αναστάσιος Βαβούσκος Δικηγόρος Άρχων Ασηκρήτης του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Τώρα που παρήλθε εύλογος χρόνος από την τέλεση της βαπτίσεως δύο τέκνων ομόφυλου ζευγαριού, νομίζω ότι μπορούμε να εξετάσουμε το γεγονός πιο αποστασιοποιημένα και να δούμε την νομοκανονική διάστασή του.

Όπως κάθε νομικό γεγονός, έτσι και σε ένα κανονικό γεγονός, που εμπίπτει δηλαδή στις διατάξεις του Κανονικού Δικαίου, εξετάζουμε πρώτα τον τύπο, δηλαδή την προβλεπόμενη προδικασία και έπειτα την ουσία.

Στην συγκεκριμένη περίπτωση δηλαδή της βαπτίσεως, η οποία τελέστηκε από τον Αρχιεπίσκοπο Αμερικής εκτός των ορίων κανονικής δικαιοδοσίας του, κατόπιν λήψεως της σχετικής αδείας από τον επιχώριο Μητροπολίτη Γλυφάδος, η κανονική εξέταση του γεγονότος έχει ως εξής.

Κατά πρώτο λόγο εξετάζεται το έγκυρο της δόσεως της σχετικής κανονικής αδείας από τον επιχώριο Μητροπολίτη και εφόσον κριθεί, ότι η άδεια αυτή είναι έγκυρη, τότε εξετάζεται το έγκυρο του βαπτίσματος επί της ουσίας.

Αν όμως κριθεί, ότι η παρασχεθείσα άδεια πάσχει από κανονικής απόψεως, τότε δεν μπαίνουμε καν στην λογική να εξετάσουμε το ουσιαστικώς έγκυρο της βαπτίσεως. Ας δούμε, λοιπόν, πώς έχει το θέμα.

Το αφετηριακό γεγονός αποτέλεσε η επιστολή του Σεβασμιωτάτου Αρχιεπισκόπου Αμερικής κ. Ελπιδοφόρου προς τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Γλυφάδος κ. Αντώνιο, με την οποία ο πρώτος ζητούσε από τον δεύτερο, να του παράσχει την άδεια, να τελέσει μυστήριο – και δή βάπτιση – εντός των ορίων της κανονικής δικαιοδοσίας του. Ειδικότερα, κατά το σχετικό απόσπασμα της επίμαχης επιστολής εζητείτο η άδεια για «την βάπτισην των δύο τέκνων της εκ Σικάγου ορμώμενης ομογενειακής οικογένειας Μπούση».

Πρώτο ζήτημα: Είναι η επιστολή αυτή έγκυρη; Με άλλες λέξεις, συνιστά από κανονικής απόψεως αίτημα παροχής κανονικής αδείας για τέλεση μυστηρίου;

Λοιπόν, η επιστολή καταρχήν είναι τυπικώς εγκυρότατη διότι:

α) αποστολέας αυτής είναι ο Επίσκοπος που επιθυμεί να τελέσει το υπερόριο μυστήριο και αποδέκτης ο επιχώριος και αρμόδιος για την έκδοση της αδείας Επίσκοπος.

β) αναφέρονται σ’ αυτήν σαφώς: 1) το είδος του μυστηρίου, 2) ο ιερός ναός στον οποίον πρόκειται αυτό να τελεσθεί, 3) η ημερομηνία τελέσεως του μυστηρίου και 4) ο αριθμός των τέκνων και η οικογένεια στην οποία αυτά ανήκουν.

Συνεπώς, πρόκειται – καταρχήν για μία εγκυρότατη από τυπικής απόψεως επιστολή για παροχή κανονικής αδείας για τέλεση υπερορίου μυστηρίου.

Επί της αιτήσεως αυτής, και καθ’ ομολογίαν και παραδοχήν του Μητροπολίτη Γλυφάδος, δόθηκε η σχετική άδεια για την τέλεση του μυστηρίου. Συνεπώς, και η άδεια τελέσεως του μυστηρίου κανονικώς δόθηκε, αφού κατά την εδραία πεποίθηση του παρέχοντος την άδεια Μητροπολίτη, η άδεια εδίδετο για την τέλεση βαπτίσεως δύο τέκνων ανηκόντων σε οικογένεια, όπως αυτή νοείται κατά την διδασκαλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Μέχρις εδώ, λοιπόν, όλα καλά.

Στη συνέχεια, και υποθέτω εκ πείρας σε εύλογο χρόνο πριν τη βάπτιση, στάλθηκαν στον Ιερό Ναό, που θα ετελείτο το μυστήριο, η ληξιαρχική πράξη γεννήσεων των δύο τέκνων οι φωτοτυπίες ταυτοτήτων ή διαβατηρίων των δύο γονέων και τα ονόματα των αναδόχων, συμπεριλαμβανομένης και της διαβεβαιώσεως, ότι αμφότεροι οι ανάδοχοι είναι χριστιανοί Ορθόδοξοι.

Σ΄ αυτό λοιπόν το κρίσιμο χρονικό σημείο, υπάρχει η απεριόριστη ευχέρεια να διαπιστωθεί από τα προσκομιζόμενα έγγραφα (ταυτότητα ή διαβατήριο), ποιοι είναι οι γονείς των τέκνων, αφού είναι διαθέσιμα όλα τα στοιχεία τους, μεταξύ δε αυτών και το φύλο τους.

Με αυτό το αδιαμφισβήτητο δεδομένο, η συνέχιση της διαδικασίας και η τέλεση της βαπτίσεως συνιστά ρητή και σαφή απόδειξη, ότι όλα τα δικαιολογητικά έγγραφα που κατατέθηκαν, πληρούσαν τις προϋποθέσεις και επέτρεπαν την τέλεση του μυστηρίου, έγιναν αποδεκτά και κανονικώς τελέστηκε η βάπτιση.

Άλλωστε, όπως προκύπτει από τα μέχρι σήμερα δημοσιοποιηθέντα στοιχεία, ουδέποτε προβλήθηκε ισχυρισμός ή προσκομίσθηκε στοιχείο, ότι έγινε πλημμελής έλεγχος των προσκομισθέντων δικαιολογητικών ή ότι εκ παραδρομής διέλαθε της προσοχής των αρμοδίων το «επίμαχο» στοιχείο του ιδίου φύλου των δύο γονέων.

Άρα, και μέχρι αυτό το στάδιο όλα βαίνουν καλώς και από τυπικής απόψεως κανονικώς έγινε η βάπτιση, αφού ουδεμία ένσταση έχει προβληθεί.

Όμως, οι εξελίξεις που ακολούθησαν, ανέτρεψαν το σκηνικό. Η κοινωνική δημοσιότητα της βαπτίσεως έκανε ευρύτερα γνωστό το γεγονός, ότι οι γονείς των βαπτισθέντων τέκνων είναι ομόφυλο ζευγάρι.

Αυτό είχε ως συνέπεια, ο Μητροπολίτης Γλυφάδος και παρασχών την άδεια για την τέλεση του βαπτίσματος, μόλις – κατά δήλωσή του – πληροφορήθηκε το γεγονός να αποστείλει επιστολή προς την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος, με την οποία κατήγγειλε τον Αρχιεπίσκοπο Αμερικής, ότι «ενήργησεν αυτοβούλως, αυθαιρέτως και αντικανονικώς εντός της Μητροπόλεώς μου, καθ’ όσον ενώ εγνώριζε καλώς, ότι τα παιδιά δεν ανήκουν εις οικογένειαν κατά τα θέσμια της Εκκλησίας, ουδέν ανέφερε εις εμέ».

Είναι ορθοί οι ισχυρισμοί του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Γλυφάδος;

Όπως σας ανέφερα ήδη παραπάνω, τόσο το αίτημα για παροχή κανονικής αδείας για τέλεση μυστηρίου όσο και η αποδοχή αυτού είναι από κανονικής απόψεως τυπικώς ορθά.

Η δε τέλεση της βαπτίσεως, η οποία ακολούθησε της καταθέσεως των προσωπικών στοιχείων των δύο γονέων, συνιστά αμάχητο τεκμήριο, ότι οι αρμόδιες εκκλησιαστικές αρχές έλαβαν γνώση αυτών και έκριναν, ότι επληρούντο όλες οι προϋποθέσεις για την τέλεση του συγκεκριμένου μυστηρίου.

Οι ισχυρισμοί όμως του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Γλυφάδος επικεντρώνονται στο κύρος της παρασχεθείσης αδείας και όχι στο έγκυρο της βαπτίσεως.

Ειδικότερα, ο Σεβασμιώτατος υποστηρίζει ότι «εγώ δεν περευρισκόμην εις τον Ναόν κατά την τέλεσιν της ως είρηται βαπτίσεως. Τα συμβάντα επληροφήθην την νύκτα του Σαββάτου, 09.07.22, υπό των εφημερίων του Ναού».

Όπως προκύπτει από το σημείο αυτό της επιστολής, ο Σεβασμιώτατος υπαινίσσεται άγνοια των συμβάντων, τα οποία εάν εγνώριζε, θα αποτελούσαν κώλυμα για την παροχή της δοθείσης αδείας για την τέλεση της επίμαχης βαπτίσεως.

Εάν, λοιπόν, δεχθούμε, ότι ο Σεβασμιώτατος πράγματι έλαβε γνώση των κρίσιμων περιστατικών, δηλαδή του φύλου των γονέων, μετά την βάπτιση, αυτό συνιστά μία μορφή πλάνης περί τα πράγματα, που καθιστά υπό προϋποθέσεις την εκδοθείσα άδεια για την τέλεση της βαπτίσεως ακυρωτέα.

Υπό αυτό το πρίσμα, ο Σεβασμιώτατος είχε να επιλέξει μεταξύ δύο λύσεων.

Η πρώτη λύση ήταν να ανακαλέσει πάραυτα την εκδοθείσα από αυτόν άδεια.

Στην περίπτωση αυτή, η τελεσθείσα βάπτιση χάνει το κανονικό της υπόβαθρο και από κανονικό υπερόριο μυστήριο καθίσταται αντικανονικό υπερόριο μυστήριο, με αποτέλεσμα να καθίσταται υποχρεωτική η κίνηση της διαδικασίας ενώπιον της εκκλησιαστικής δικαιοσύνης κατά του Αρχιεπισκόπου Αμερικής, με παράπτωμα την υπερόρια αντικανονική τέλεση μυστηρίου, που συνιστά εισπήδηση, και που στην αντίστοιχη περίπτωση της υπερόριας χειροτονίας οδηγεί στο άκυρο της χειροτονίας και στην καθαίρεση του χειροτονήσαντος.

Όμως, κατά τον νόμο 5383/1932 και ειδικότερα το άρθρο 23 εδ. β΄ το Πρωτοβάθμιο για Αρχιερείς Δικαστήριο της Εκκλησίας της Ελλάδος δεν θα μπορούσε να επιληφθεί του θέματος, διότι δεν έχει εκ του νόμου τέτοια αρμοδιότητα.

Και τούτο, διότι η αμετάκλητη επιβολή ποινής αργίας που προβλέπεται στο άρθρο 23, οδηγεί:

α) σε τριετή αποκλεισμό από την άσκηση των συνοδικών καθηκόντων και

β) σε έκπτωση από μέλος της Δ.Ι.Σ., εφόσον μετέχει στην σύνθεσή της,
συνέπειες που αρμόζουν σε μέλη των συνοδικών οργάνων της Εκκλησίας της Ελλάδος και άλλων Αυτοκεφάλων Εκκλησιών: «Ο εις αργίαν καταδικασθείς Αρχιερεύς δεν δύναται επί τριετίαν από του αμετακλήτου της αποφάσεως ν’ αναλάβη Συνοδικά καθήκοντα, εάν δε είναι Συνοδικός, εκπίπτει έκτοτε αυτοδικαίως από του αξιώματος τούτου».

Συνεπώς, κατ’ ερμηνεία, η Εκκλησία της Ελλάδος δεν θα μπορούσε διά των συνοδικών δικαστηρίων της να κρίνει το γεγονός και τον Αρχιεπίσκοπο Αμερικής. Άρα, η Εκκλησία της Ελλάδος, βάσει των ανωτέρω, θα έπρεπε καταρχήν να κινήσει την διαδικασία της ποινικής διώξεως, και αφού διαπίστωνε την αναρμοδιότητά της, να παραπέμψει την δικογραφία στον Οικουμενικό Πατριαρχείο ως το μόνο αρμόδιο να επιληφθεί της υποθέσεως. Η λύση όμως αυτή δεν ακολουθήθηκε, τουλάχιστον στο σύνολό της.

Η δεύτερη λύση ήταν κατ’ εφαρμογήν της αρχής της εκκλησιαστικής οικονομίας και προς διάσωσιν του τελσθέντος μυστηρίου ο Μητροπολίτης Γλυφάδος να μην ακυρώσει την παρασχεθείσα άδεια αλλά να προβεί σε επίσημη δήλωση, με την οποία να αποδέχεται – κατ’ εκκλησιαστική οικονομία πάντοτε – το ισχυρό και έγκυρο της αδείας, που ο ίδιος εξέδωσε και να περισώσει κατ’ αυτόν τον τρόπο και το κύρος της τελεσθείσης βαπτίσεως. Πάντοτε, τονίζω, κατ’ εκκλησιαστική οικονομία. Ούτε αυτή η λύση ακολουθήθηκε, τουλάχιστον στο σύνολο της.

Το σημαντικό είναι, ότι δεν ανακλήθηκε η άδεια, ασχέτως αν η μη ανάκλησή της δυσχεραίνει την θεμελίωση του βασίμου των ισχυρισμών περί αντικανονικής και αυθαίρετης και αυτόβουλης ενέργειας του Αρχιεπισκόπου Αμερικής.

Κατ’ ουσίαν, υπήρξε ένας συνδυασμός των ανωτέρω. Ο Αρχιεπίσκοπος Αμερικής βάπτισε τα δύο παιδιά, ο Μητροπολίτης Γλυφάδος τον κατηγόρησε για αυτόβουλη, αυθαίρετη και αντικανονική ενέργεια χωρίς να ανακαλέσει την αντικανονική άδεια που έδωσε, μη θίγοντας έτσι το κύρος της βαπτίσεως και η Ιερά Σύνοδος έστειλε μία επιστολή στον Αρχιεπίσκοπο Αμερικής και μία στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, μην θίγοντας επίσης το κύρος της βαπτίσεως.

Η αλήθεια είναι, ότι η βάπτιση είναι έγκυρη, αφού η δοθείσα άδεια δεν ανακλήθηκε, πράγμα που σημαίνει από κανονική απόψεως, ότι εκδόθηκε συννόμως και κανονικώς. Και αφού η διαδικασία τηρήθηκε, η βάπτιση τυπικώς είναι κανονική.

Αλλά και επειδή είμαι σίγουρος, ότι και η βάπτιση ως μυστήριο τελέστηκε κατά τα προβλεπόμενα, η βάπτιση είναι και ουσιαστικώς κανονική.

Εκείνο, όμως, που κυρίως αναδείχθηκε, είναι ένα μεγάλο «κενό νόμου» Κάτω, λοιπόν, από αυτές τις συνθήκες, και λαμβάνοντας υπόψιν ότι υπάρχει και «κενό νόμου» στην περίπτωση αυτή, έχω την αίσθηση, ότι η αντίδραση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος ήταν η πλέον ρεαλιστική και από πλευράς εκκλησιαστικής δικονομίας ορθή.

Παραλλήλως, και ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Γλυφάδος κ. Αντώνιος κλήθηκε να αντιμετωπίσει μία «καταιγίδα», η οποία ήταν σίγουρα απρόσμενη, χωρίς όμως να έχει και οδηγίες ενεργείας από την κεντρική διοίκηση, είτε της Εκκλησίας της Ελλάδος είτε της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Ο δε Σεβασμιώτατος Αρχιεπίσκοπος Αμερικής από τυπικής κανονικής απόψεως ενήργησε τυπικώς ορθώς, αφού ακολούθησε την προβλεπόμενη διαδικασία για την τέλεση υπερόριου μεν αλλά κανονικού δε μυστηρίου.

Αυτό, όμως, το γεγονός, ας αποτελέσει την αφορμή, ώστε η Εκκλησία της Ελλάδος να αντιμετωπίσει το θέμα και όλα όσα άπτονται αυτού, και να δώσει τις απαραίτητες οδηγίες στον κλήρο της και στο ποίμνιο της.

Διότι οι οικογενειακές σχέσεις, ανεξαρτήτως των απόψεων του καθενός εξ ημών – μεταβάλλονται συνεχώς και θα πρέπει και η Ορθόδοξη Εκκλησία να μην παραβλέπει το γεγονός αυτό αλλά αντιθέτως να φροντίζει να το αντιμετωπίζει άμεσα.

Άλλωστε, ας μην ξεχνούμε, ότι σε μία βάπτιση πρωταγωνιστής είναι ο βαπτιζόμενος και εκ πλαγίου ο ανάδοχος, όχι ο γονέας ή οι γονείς.

Και με βάση αυτό το κριτήριο, νομίζω ότι πρέπει να αντιμετωπισθούν οι σχέσεις μεταξύ ανθρώπων και οι σχέσεις μεταξύ γονέων και τέκνων.

Άλλωστε άπαντες οι εμπλεκόμενοι, ο Αρχιεπίσκοπος Αμερικής, ο Μητροπολίτης Γλυφάδος και η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος έδειξαν με την συμπεριφορά τους, ότι αναγνωρίζουν πως όντως ο πρωταγωνιστής σε μία βάπτιση είναι ο βαπτιζόμενος. Ουδείς διανοήθηκε να αμφισβητήσει το κύρος της.

Εκκλησία Online
Γράψε το σχόλιό σου

Αφήστε μια απάντηση

Comment moderation is enabled. Your comment may take some time to appear.