ΚΑΝΩΝ ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΟΣ ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ ΕΝΔΟΞΟΥΣ ΜΕΓΑΛΟΥΣ ΒΑΣΙΛΕΙΣ ΚΑΙ ΙΣΑΠΟΣΤΟΛΟΥΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΝ ΚΑΙ ΕΛΕΝΗΝ

Μετά το ευλογητός, το Κύριε εισάκουσον.

Είτα το, Θεός Κύριος˙ και το τροπάριον. Ήχος Δ’ .

Ο υψωθείς εν τω Σταυρώ…

            Τους Ορθοδόξων Βασιλέων προστάτας, οι συνεχόμενοι δεινοίς ανυποίστοις, εκλιπαρούντες κράξωμεν εκ βάθους ψυχής, Κωνσταντίνε μέγιστε, και θεόφρον Ελένη, λιταίς υμών, Θεόστεπτοι, πάσης ρύσασθε βλάβης, και εκ δεινών λυτρώσασθε ημάς, ως πρεσβευταί αεί ημών, θερμότατοι.

Δόξα. Και νύν Θεοτόκιον.

            Τη Θεοτόκω εκτενώς νύν προσδράμωμεν, αμαρτωλοί και ταπεινοί και προσπέσωμεν εν μετανοία κράζοντες εκ βάθους ψυχής˙ Δέσποινα βοήθησον, εφ’ ημίν σπλαγχνισθείσα, σπεύσον απολλύμεθα υπό πλήθους πταισμάτων, μη αποστρέψης σους δούλους κενούς˙ σε γάρ και μόνην ελπίδα κεκτήμεθα.

Ο Ν’ . Και ο Κανών.

Ωδή Α’ . Ήχος Πλ. Δ’ . Υγράν διοδεύσας.

           Κύριε της δόξης και Βασιλεύ, της κυριευούσης, ασθενείας με χαλεπής, των σεπτών Ανάκτων ικεσίαις, τον σον οικέτην ευσπλάγχνως απάλλαξον.

           Ως όντως εγένου συ εραστής, Κωνσταντίνε μέγα, Βασιλείας των Ουρανών, ούτω τον σον δούλον βασιλεύειν, κατά παθών και δαιμόνων αξίωσον.

           Νοός μου το σκότος ταις σαις ευχαίς, Ελένη θεόφρον, καταλάμπρυνον ταις φαιδραίς, άς απολαμβάνεις αεννάως, θεαρχικάς Ουρανίας λαμπρότητας.

Θεοτόκιον.

           Σύ όντως της θείας Ανατολής, υπάρχουσα Πύλη, πύλας άνοιξόν μοι Αγνή, μετανοίας αληθούς και εκ πυλών με, της αμαρτίας λιταίς σου εξάρπασον.

Ωδή Γ’ . Ουρανίας αψίδος…

           Τυχείν σπεύσας ενθέων, ανταμοιβών, Πάνσεπτε, πλάνην συ κατέλιπες και σκότος πατροπαράδοτον˙ καμέ ούν δέομαι, δαιμονικής σαίς πρεσβείαις, πλάνης σκοτιζούσης μου τον νούν απάλλαξον.

           Από πάσης ανάγκης, και των δεινών λύτρωσαι, άπαντας τους πίστει Ελένη, σοι καταφεύγοντας, ταις ικεσίαις σου, προς τον τεχθέντα αφράστως, και Σταυρόν και θάνατον, καθυπομείναντα.

           Ναόν θείον, Ελένη, εν τη Σιών κτίσασα, και το αρραγές Χριστιανών, θείον τρόπαιον, συ φανερώσασα, υπέρ των εκδυσώπει, αρραγή και άτρεπτον, την πίστιν τηρήσασθαι.

Θεοτόκιον.

           Τον βυθώ αμαρτίας, διηνεκώς κείμενον, δούλόν σου Παρθένε, ως εύσπλαχνος, σύ εξέγειρον˙ σώσόν με οίκτειρον. Σύ γάρ λιμήν των εν ζάλη, και των πεπτωκότων, θεία αντίληψις.

Ωδή Δ’  . Εισακήκοα Κύριε.

           Ιλασμόν και συγχώρησιν, τον Παμβασιλέα Θεόν ικέτευε, των πταισμάτων μοι δωρήσασθαι, Κωνσταντίνε Μέδων αγιώτατε.

           Νύν ανάκτων το καύχημα, θείε Κωνσταντίνε, φωτί παρίστασαι, της Τριάδος τας ψυχάς ημών, καταλάμπων θείαις ικεσίαις σου.

           Όντως Μέδων Παμπόθητε, συ των Ορθοδόξων εί το κραταίωμα, των πτωχών μέγας υπέρμαχος, και των αιχμαλώτων η ανάρρυσις.

Θεοτόκιον.

           Νύν ψυχήν μου Πανάχραντε, την εσκοτισμένην τοις παραπτώμασι, ως Θεόν σαρκί κυήσασα, φωτί Ουρανίω καταλάμπρυνον.

Ωδή Ε’ . Φώτισον ημάς.

           Έλαβες, Σεπτέ, εκ Θεού σοφίαν άμετρον, και του Σολομώντος την φρόνησιν˙ διό σοφία λιταίς σου, θεία με καταγλάϊσον.

           Λάμπρυνον στολήν, της ψυχής μου, Ισαπόστολε, ήν παθών κηλίσιν ημαύρωσα, και εις νυμφώνα, του Υψίστου με εισάγαγε.

            Έφερες εις φως, τον κρυπτόμενον εν έτεσι, πλείστοις του Σωτήρος τάφον τον άγιον, όν προσκυνήσαι, ώ Ελένη με αξίωσον.

Θεοτόκιον.

            Νέφη των παθών, αποσόβησον, Πανάχραντε, ως φωτός νεφέλη υπάρχουσα, εκ της ψυχής μου, και ση αίγλη με καταύγασον.

Ωδή ΣΤ’ . Την δέησιν εκχεώ.

            Ήθροισας, Κωνσταντίνε θεόφρον, εν Συνόδω τον χορόν των Πατέρων, και δι’ αυτών τας καρδίας απάντων, Πίστεως θείας, τοις νόμοις εστήριξας˙ αξίωσον ούν και ημάς, του φυλάττειν την Πίστιν αμόλυντον.

            Νούν σου, θεόφρον, εις τον Πλάστην στηρίξας, τον τοις πάσι παρέχοντα τον βίον, ειδωλικής και ματαίου θρησκείας, απεσκοράκισας όλως σεβάσματα˙ εύχου δε και υπέρ ημών, ακλινείς εν τη Πίστει φυλάττεσθαι.

            Άφθορον πολιτείαν ποθούσα, την Θεόσδοτον ησπάσθης θρησκείαν˙ τω Βασιλεί δε των αιώνων, Ελένη, υποταχθείσα χορεύεις αιώνια, πρεσβεύουσα υπέρ ημών, των πιστώς εκτελούντων την Μνήμην σου.

Θεοτόκιον.

            Νήχεται, Πανακήρατε Κόρη, η πανάθλιος ψυχή μου κακίαις˙ διο λουτρώ μετανοίας τελείας, και τοις κρουνοίς των δακρύων καθάρισον˙ και σώσόν με τον δυστυχή, επί σε αδιστάκτως προστρέχοντα.

            Εκ θλίψεων και εκ παντοίων κινδύνων και νόσων, Ισαπόστολοι θείοι, ρύσασθε ημάς τους πιστώς, γεραίροντας, λιταίς υμών προς Θεόν ταις ενθέρμοις.

Και Θεοτόκιον. Επίβλεψον….

Ο Ιερεύς μνημονεύει. Είτα το Κοντάκιον Ήχος Γ’ .

            Κωνσταντίνος σήμερον, σύν τη Μητρί τη Ελένη, τον Σταυρόν εμφαίνουσι, το πανσεβάσμιον Ξύλον, πάντων μεν των Ιουδαίων, αισχύνην όντα, όπλον δε, πιστών Ανάκτων κατ’ εναντίων˙ δι’ ημάς γάρ ανεδείχθη, σημείον μέγα, και εν πολέμοις φρικτόν.

Και ευθύς το Προκείμενον. Ήχος Δ’ .

Ύψωσα εκλεκτόν εκ του λαού μου εν ελαίω αγίω μου έχρισα αυτόν…

Στίχος. Υπέταξε λαούς ημίν και έθνη υπό τους πόδας ημών.

Ευαγγέλιον. Εκ του κατά Ματθαίον. (ΙΣΤ’ . 13 -19 ).

            Τω καιρώ εκείνω, ελθών ο Ιησούς εις τα μέρη Καισαρείας της Φιλίππου, ηρώτα τους μαθητάς αυτού λέγων˙ Τίνα με λέγουσιν οι άνθρωποι είναι τον Υιόν του ανθρώπου; Οι δε είπον˙ οι μεν Ιωάννην τον Βαπτιστήν, άλλοι δε Ηλίαν˙ έτεροι δε Ιερεμίαν, ή ένα των Προφητών. Λέγει αυτοίς˙ Υμείς δε τίνα με λέγετε είναι; Αποκριθείς δε Σίμων Πέτρος, είπε˙ Σύ εί, ο Χριστός, ο Υιός του Θεού του ζώντος. Και αποκριθείς ο Ιησούς, είιπεν αυτώ˙ Μακάριος εί, Σίμων Βάρ Ιωνά, ότι σάρξ και αίμα ούκ απεκάλυψέ σοι, άλλ’ ο Πατήρ μου ο εν τοις ουρανοίς. Καγώ δε σοι  λέγω, ότι σύ εί Πέτρος, και επί ταύτη τη Πέτρα οικοδομήσω μου την Εκκλησίαν, και πύλαι άδου ού κατισχύσουσιν αυτής˙ και δώσω σοι τας κλείς της βασιλείας των ουρανών˙ και ο εάν δήσης επί της γης, έσται δεδεμένον εν τοις ουρανοίς, και ο εάν λύσης επί της γης, έσται λελυμένον εν τοις ουρανοίς.

Δόξα.

Ταις  των Θεοστέπτων.

Και νύν.

Ταις της Θεοτόκου.

Στίχος. Ελεήμον, ελέησόν με ο Θεός. Και το παρόν Προσόμοιον. Ήχος Πλ. Β’ . Μεταβολή των θλιβομένων.

             Μεταβολή των αιχμαλώτων, ανόρθωσιν των πεπτωκότων υπάρχοντες, Βασιλείς θεοφόροι, σώσατε Πόλιν και Λαόν, των πολεμουμένων οι προστάται, και ανορθωταί τυραννουμένων, ταις θείαις ημών εντεύξεσι.

Το, Σώσον ο Θεός τον Λαόν σου κ.τ.λ.

Ωδή Ζ’ . Παίδες Εβραίων.

             Άναξ, το κλέος ανεδείχθης, των Ανάκτων σκηνώματα δ’ Αγγέλων, κατοικών των πιστώς ημών σε ανυμνούντων, το κοσμικόν κλυδώνιον, καταπράϋνον λιταίς σου.

            Κύριος στέφανον, ώ Άναξ, απονέμει σοι γενναίως καθελόντι, των ειδώλων βωμούς, και πάντας τους ανθρώπους, εις Πίστιν οδηγήσαντι, την ορθήν και παναγίαν.

            Τις διηγήσεται, Ελένη, ούς υπέστης θεοφιλείς αγώνας, υπέρ Πίστεως, ήν ηγάπησας, θεόφρον˙ έν ταύτη ούν στερέωσον, σαίς λιταίς τους σούς οικέτας.

Θεοτόκιον.

            Άχραντε Κόρη, αμαρτάνων, και δουλούμενος ατόποις συνηθείαις, τη σεπτή σου αεί, προστρέχω συμπαθεία, απηλπισμένον σώσόν με, μητρικαίς σου ικεσίαις.

Ωδή Η’ . Τον Βασιλέα…

             Σοί Κωνσταντίνε, καταφεύγων ο τάλας, ανακούφισιν απολαβείν ελπίζω, των κακών ών πάσχω, ταίς θείαις σου πρεσβείαις.

            Γραπτούς τους ύμνους, ευλαβώς σοι προσφέρω, ικετεύων, ώ Άναξ, όπως σώσης, εκ των ενοχλούντων, εχθρών με σαίς πρεσβείαις.

            Ευσεβοφρόνως, οι φιλέορτοι δεύτε, προσπελάσωμεν Ελένη τη θεία, όπως νοσημάτων, ρυσθώμεν και κινδύνων.

Θεοτόκιον.

             Ρανίδα στάξον, θείας γνώσεως, Κόρη, εκ των άνω μοι ως τάξας σοφίας, χορηγόν τον θείον, και φώτισον τον νούν μου.

Ωδή Θ’ . Κυρίως Θεοτόκον…

             Αγίως την ζωήν μου, τελέσας, Κωνσταντίνε, σύν τοις Αγίοις οικείν κατηξίωσαι, υπέρ ημών ικετεύων, τον Παντοκράτορα.

             Ιάματα παντοία, βλύζει η Εικών σου, και απελαύνει Τυράννων φρυάγματα, ώ Κωνσταντίνε, διο σε πίστει γεραίρομεν.

             Ρύσαι εκ κινδύνων, πάντας, ώ Ελένη, τους μετά πίστεώς σοι προστρέχοντας, και εκ των νόσων απάλλαξον, ταις πρεσβείαις σου.

Θεοτόκιον.

            Ω Θεοτόκε Κόρη, πυρός αιωνίου, τους προσκυνούντας τον Τόκον σου, λύτρωσαι. Σύ γάρ ημών εί προστάτις, των ανυμνούντων σε.

Άξιόν εστιν ώ αληθώς. Και τα  παρόντα Μεγαλυνάρια.

             Τον μέγαν Κωνσταντίνον σύν τη μητρί, Ελένη τη θεία, τους προστάτας των ευσεβών, και ασείστους βάσεις, της ευσεβούς θρησκείας, ευφήμως κατ’ αξίαν ανευφημήσωμεν.

             Δώρησαι, Θεόστεπτε Βασιλεύ, τοις Μνήμην τελούσι, την αγίαν σου σαις λιταίς, άφεσιν πταισμάτων, και των δεινών την λύσιν, ως έχων παρρησίαν προς τον φιλάνθρωπον.

            Ορφανών υπέρμαχον και πτωχών, θησαυρόν σε μέγαν, απορούντων τε φροντιστήν, αιχμαλώτων ρύστην, και ταπεινών προστάτην, ειδότες σε τιμώμεν , ώ Ισαπόστολε.

            Πλήρης γενομένη αγιασμού, Ελένη θεόφρον, Ιαμάτων βλύζεις κρουνούς, δι’ ών αποπλύνεις, δυσώδεις ασθενείας, των σε ανευφημούντων, ταις ικεσίαις σου.

            Πάντες σε τιμώμεν χρεωστικώς, θείε Κωνσταντίνε, ως ανάκτων θεοσεβών, πρώτον και κρηπίδα, της πίστεως της θείας, σύν τη Μητρί Ελένη, ύμνοις γεραίροντες.

Θεοτόκιον.

            Ίλεως γενού μοι τω ταπεινώ, ότι πλήν σου άλλην, ού γινώσκω καταφυγήν, ο έν αμαρτίαις παντοίαις πεπλησμένος˙ ελέησόν με μόνη, Χριστιανών η ελπίς.

Τρισάγιον. Και το Τροπάριον Ήχος Δ’ .

            Του Σταυρού σου τον τύπον, εν Ουρανώ θεασάμενος, και ως ο Παύλος την κλήσιν, ούκ εξ ανθρώπων δεξάμενος, ο εν Βασιλεύσιν Απόστολός σου, Κύριε, Βασιλεύουσαν Πόλιν, τη χειρί σου παρέθετο, ήν περίσωζε δια παντός εν ειρήνη, πρεσβείαις της Θεοτόκου, μόνε φιλάνθρωπε.

Ο Ιερεύς μνημονεύει. Είτα εκτενής, και απόλυσις

καθ’ ήν ψάλλομεν το παρόν Προσόμοιον. Ήχος Β’ .

Ότε εκ του ξύλου Νεκρόν…

             Δεύτε ανυμνήσωμεν Πιστοί, τους των ευσεβών βασιλέων, προστάτας δεύτε φαιδρώς, τούτους ευφημήσωμεν, αναβοώντες αυτοίς˙ Κωνσταντίνε θεόστεπτε, θεόφρον Ελένη, παύσατε δεόμεθα, κακών την πρόοδον, θλίψεων πραΰνατε σάλον, και τοις αιχμαλώτοις την ρύσιν, ταις λιταίς ημών νύν χορηγήσατε.

Εκκλησία Online
Αποστολή
Αξιολόγηση επισκεπτών 0 (0 ψήφοι)

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.