Αυτοκριτική αναφορά και στον εκκλησιαστικό χώρο έκανε ο Μητροπολίτης Ιερισσού Θεόκλητος, μιλώντας στην Αρναία για το χρήμα, το συμφέρον και τα σαθρά στηρίγματα της σημερινής κοινωνίας.
Η παρέμβαση έγινε στον Ιερό Ναό Αγίων Αναργύρων Αρναίας, κατά την εορτή των Αγίων Κοσμά και Δαμιανού, όπου είχε προηγηθεί η υποδοχή ιερού λειψάνου της Οσίας Σοφίας της εν Κλεισούρα.
Ο κ. Θεόκλητος ξεκίνησε από την εορτή και την παρουσία των ιερών λειψάνων, όμως το κύριο βάρος της ομιλίας του μεταφέρθηκε γρήγορα στη σημερινή κοινωνία και στα θεμέλια πάνω στα οποία, όπως είπε, στηρίζουν οι άνθρωποι τη ζωή τους.
Πρώτο από αυτά χαρακτήρισε το χρήμα, το συμφέρον και το κέρδος, περιγράφοντας μια κοινωνία που μετρά την αξία των πραγμάτων με βάση την ωφέλεια και την αναγνώριση.
Σε εκείνο το σημείο δεν εξαίρεσε ούτε τον εκκλησιαστικό χώρο. «Πολλοί από μας, εδώ, παπάδες και δεσποτάδες, μεγάλες κοιλιές και μεγάλες τσέπες έχουμε», είπε χαρακτηριστικά.
Η αναφορά του δεν έγινε ως ευθεία τοποθέτηση για τη δημόσια συζήτηση γύρω από τις αποδοχές των κληρικών.
Ωστόσο, σε μια περίοδο όπου το χρήμα στην εκκλησιαστική ζωή βρίσκεται ξανά στον δημόσιο λόγο, η αυτοκριτική φράση για «παπάδες και δεσποτάδες» έδωσε καθαρό ειδησεογραφικό βάρος στην ομιλία του.
Ο Μητροπολίτης Ιερισσού επανέλαβε και τη φράση που, όπως είπε, έχει χρησιμοποιήσει πολλές φορές: «Το σάβανο δεν έχει τσέπες», θέλοντας να δείξει ότι ο πλούτος δεν μπορεί να αποτελέσει τελικό στήριγμα για τον άνθρωπο.
Δεύτερο θεμέλιο της εποχής χαρακτήρισε την επιστήμη. Ξεκαθάρισε ότι τη σέβεται και ότι ο ίδιος έχει προσφύγει στη βοήθειά της, όμως έβαλε όριο στις δυνατότητές της. «Δεν μπορεί η επιστήμη να λύσει όλα τα προβλήματα», είπε, συμπληρώνοντας ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να ελέγξει απόλυτα τη ζωή.
Τρίτο σημείο της κριτικής του ήταν η δόξα. Μίλησε προσωπικά, λέγοντας ότι και ο ίδιος, ως επίσκοπος, γνωρίζει τι σημαίνει τιμή και αναγνώριση, αλλά επέμεινε ότι ούτε η δόξα μπορεί να σταθεί μπροστά στην κοινή ανθρώπινη κατάληξη.
Η αιχμή του δεν περιορίστηκε στην ατομική ζωή. Ο κ. Θεόκλητος ζήτησε να μπει ο Χριστός ως θεμέλιο στο σπίτι, στην πολιτεία, στη Βουλή, στην Εκκλησία, στο σχολείο και στο πανεπιστήμιο.
Αναφέρθηκε επίσης σε άρχοντες και υψηλόβαθμους, λέγοντας ότι όσοι προσκυνούν καθημερινά την εικόνα του Χριστού και της Παναγίας αποτελούν «μειοψηφία, ελαχιστότατη».
Από εκεί πέρασε στη βία και στην παραβατικότητα. Μίλησε για ατομισμό, χρησιμοθηρία, ενδοοικογενειακή βία, γυναικοκτονίες, νεανικές συγκρούσεις και επιθέσεις σε ανθρώπους των σωμάτων ασφαλείας.
«Δεν είμαστε καλά», είπε, ενώ επικαλέστηκε ως παράδειγμα και τις φυλακές της Τρίπολης, υποστηρίζοντας ότι μεγάλο μέρος των κρατουμένων εκεί αφορά υποθέσεις σε βάρος των ίδιων των παιδιών τους.
Ο Μητροπολίτης Ιερισσού συνέδεσε αυτά τα φαινόμενα με την απουσία πνευματικού και ηθικού θεμελίου. «Ζωή χωρίς Χριστό είναι σπίτι χωρίς θεμέλιο», τόνισε, εξηγώντας ότι το ζήτημα αφορά την οικογένεια, την κοινωνία, την πολιτεία και την παιδεία.
Στην ίδια γραμμή κινήθηκε και η φράση του: «Πιστεύεις στον Χριστό; Δεν σου επιτρέπονται τα πάντα». Κατά τον κ. Θεόκλητο, η πίστη λειτουργεί ως όριο απέναντι στην εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, στη γελοιοποίηση του προσώπου και στην αφαίρεση της ζωής.
Προς το τέλος της ομιλίας του, χρησιμοποίησε μια ασυνήθιστη σύγκριση για να τονίσει τον σωτηριολογικό χαρακτήρα της πίστης. «Δεν σώζει ο Γκάντι και ο Τσε Γκεβάρας. Ο Κύριος σώζει», είπε, φέρνοντας ως παράδειγμα προσφοράς τους Αγίους Αναργύρους και την Οσία Σοφία.
«Δεν λογαριάζεις τον Χριστό; Δεν λογαριάζεις τον άνθρωπο», κατέληξε ο κ. Θεόκλητος.





































