Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Μπίγκορσκι / Αρχιεπισκοπή Αχρίδος.
Υπάρχει μία νύχτα κατά την οποία η έρημος ομιλεί. Υπάρχει μία γέννηση ύστερα από την οποία τα γηρασμένα χείλη, που είχαν μείνει άφωνα επί μήνες, ανοίγουν και πάλι – όχι για να μιλήσουν απλώς, αλλά για να υμνήσουν. Τέτοια είναι η νύχτα αυτή: η νύχτα κατά την οποία η Ιερά Μονή μας Μπίγκορσκι εορτάζει την πανήγυρή της – το Γενέθλιο του τιμίου και ενδόξου Προφήτου, Προδρόμου και Βαπτιστού του Κυρίου, αγίου Ιωάννου, εκείνου από τον οποίο κανείς μεγαλύτερος δεν υπάρχει εν γεννητοίς γυναικών.
Διότι και πριν ακόμη δει τον κόσμο, εκείνος είχε ήδη γνωρίσει το Φως: από την κοιλία της μητέρας του ακόμη σκίρτησε μπροστά στην έλευση του Σωτήρος, όπως το αρνί σκιρτά μπροστά στον ανοιξιάτικο ήλιο. Και όταν συμπληρώθηκαν οι ημέρες και η στείρα Ελισάβετ γέννησε, τότε και ο άφωνος Ζαχαρίας βρήκε και πάλι τον λόγο του – και η πρώτη λέξη της λυμένης γλώσσας δεν ήταν μομφή για τη σιωπή, αλλά ευλογία προς τον Θεό. Ιδού όλο το μυστήριο της ημέρας αυτής: η στειρότητα ανθίζει, η σιωπή ψάλλει, και μέσα στον ερημικό τόπο συλλαμβάνεται εκείνη η φωνή που σύντομα θα αναφωνήσει πάνω από τον Ιορδάνη: «Ετοιμάσατε την οδό Κυρίου, ευθείας ποιείτε τας τρίβους αυτού». Λύχνος πριν από τον αβασίλευτο Ήλιο, φίλος του Νυμφίου που χαίρει για τη φωνή Του – τέτοιος είναι ο πολυαγαπημένος μας Πρόδρομος, τέτοια είναι και η εορτή μας.
Και όπως κάποτε προς αυτόν, στην έρημο, εξήρχετο όλος ο λαός από τα περίχωρα του Ιορδάνου, έτσι και τώρα, κατά την ευλογημένη αυτή νύχτα, προς την ερημία του Μπίγκορσκι συνήχθη πλήθος Ορθοδόξων, για να δοξάσει το Γενέθλιο του Βαπτιστού με μία καρδιά και ένα στόμα.
Τελέστηκε ολονύκτια, πολύωρη αγρυπνία – μία προσευχητική ροή, μέσα στην οποία οι ώρες έμοιαζαν να χάνουν το μέτρο τους, ενώ οι καρδιές συνάγονταν σε μία και μοναδική ευχαριστία προς τον Θεό και προς τον ένδοξο Πρόδρομό Του. Μέσα στη σιωπηλή μεγαλοπρέπεια της λατρείας, υπό την πνευματική μέριμνα και προσευχητική καθοδήγηση του Γέροντός μας, του Θεοφιλεστάτου Επισκόπου Αντανίας κ. Παρθενίου, και με τη φιλάδελφη συμμετοχή της αδελφότητος, των αγαπητών μας επισκεπτών από το Άγιον Όρος, την Ελλάδα και τη Ρουμανία, καθώς και του συναγμένου λαού, η Μονή Μπίγκορσκι φανερώθηκε και πάλι ως οίκος προσευχής και λιμάνι χαράς. Πάνω από τον βράχο του Μπίγκορσκι, στον οίκο του Τιμίου Προδρόμου, έγινε αισθητή εκείνη η χαριτωμένη ενότητα της Εκκλησίας, μέσα στην οποία κάθε φιλοξενούμενος, κάθε προσκυνητής και κάθε προσευχόμενος γίνεται μέρος μιας μεγάλης δοξολογίας, περιβεβλημένης με ειρήνη, αξιοπρέπεια και πνευματική αγαλλίαση.
Και προς μεγάλη μας χαρά, στην πανήγυρη αυτή κατήλθε και η ευλογία της Βασίλισσας Μητέρας, διά του παναγίου και πανευλογημένου Περιβολιού της. Συγκεκριμένα, για την ολονύκτια αγρυπνία προσήλθαν: ο σεβαστός Αγιορείτης Γέροντας Αντύπας με τον συνασκητή του π. Θεοδόσιο, ο αγαπητός μας αδελφός εν Χριστώ, Αρχιμανδρίτης Ματθαίος, επίσης από το Περιβόλι της Υπεραγίας Θεοτόκου, μαζί με τους σεβαστούς πατέρες, τον Αρχιμανδρίτη Πρόδρομο από τη Μητρόπολη Καρπενησίου και τον Αρχιμανδρίτη Φιλάρετο από τη Μητρόπολη Θηβών, καθώς και τον σεβαστό Πρωτοπρεσβύτερο π. Θεμιστοκλή από τον Ιερό Ναό του Αγίου Ελευθερίου στην Αθήνα και τον σεβαστό Ιεροδιάκονο Χρυσόστομο από το Άγιον Όρος.
Ιδιαίτερη και πράγματι ιστορική τιμή, καθώς και μεγάλη πνευματική παρηγορία για τη μοναστική μας κοινότητα, αποτέλεσε η παρουσία του Πολιτικού Διοικητού του Αγίου Όρους Άθω, και συγχρόνως Άρχοντος του Οικουμενικού Πατριαρχείου και του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας, κ. Αλκιβιάδη Στεφανή, ο οποίος προσήλθε μαζί με τον Γέροντα Αντύπα. Η έλευσή του αποτελεί γεγονός ιδιαιτέρας σημασίας, διότι για πρώτη φορά στη Μονή μας, και στους τόπους μας γενικότερα, πάτησε το πόδι του ένα τόσο υψηλό πρόσωπο συνδεδεμένο με την ιερά Αθωνική Πολιτεία, με την αιωνόβια τάξη της, το πνευματικό της κύρος και τη ζωντανή μοναστική της παράδοση. Στην επίσκεψή του αναγνωρίστηκε, θα έλεγε κανείς, μία γέφυρα αγάπης και σεβασμού ανάμεσα στη Μονή Μπίγκορσκι και το Άγιον Όρος, ανάμεσα στο όρος του Προδρόμου και το Περιβόλι της Παναγίας, ανάμεσα στην ιερά μας Μονή και εκείνη την αγία γη, η οποία επί αιώνες είναι η καρδιά του ορθοδόξου μοναχισμού. Η Μονή αγαλλίασε με αγιορείτικο πνεύμα, ώστε έμοιαζε πως ο ίδιος ο Άθως, με τους χαριτωμένους Γέροντές του, τους φύλακες και τους ευλαβείς λειτουργούς του, ήλθε ως φιλοξενούμενος στον Πρόδρομο – μία μοναστική έρημος να προσκυνήσει μία άλλη μοναστική έρημο.
Πριν από την ίδια την έναρξη της αγρυπνίας, πρώτος απηύθυνε θερμό και εγκάρδιο λόγο ο Γέροντάς μας, ο Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Αντανίας κ. Παρθένιος, χαιρετίζοντας με αγάπη και σεβασμό τους υψηλούς προσκεκλημένους:
Εξοχώτατε, σεβαστέ Πολιτικέ Διοικητά του Αγίου Όρους και Άρχοντα της Αγίας του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας και του Πατριαρχείο Αλεξανδρείας, κύριε Αλκιβιάδη Στεφανή,
Πανοσιολογιώτατοι και Οσιολογιώτατοι,
Τίμιοι πατέρες και αγαπητοί εν Κυρίω αδελφοί και αδελφές,
Κατά την ευλογημένη αυτή εσπέρα, όταν το Πνεύμα του Θεού μας εισάγει στην αγρυπνία για το φωτεινό και χαρμόσυνο Γενέθλιο του αγίου Ιωάννου του Προδρόμου και Βαπτιστού του Κυρίου, η καρδιά της Ιεράς καθ’ ημάς Μονής Μπίγκορσκι πληρούται από ιδιαίτερη ευγνωμοσύνη, κατάνυξη και πνευματική αγαλλίαση. Διότι η νύχτα αυτή δεν είναι απλώς ακόμη μία σύναξη προσευχής, αλλά μυστική συνέχεια εκείνης της χαράς που άρχισε στον οίκο των δικαίων Ζαχαρία και Ελισάβετ, όταν, ύστερα από πολλές προσευχές, σιωπή, δάκρυα και προσμονή, γεννήθηκε η φωνή του Λόγου, ο λύχνος του Ηλίου, ο Πρόδρομος του Σωτήρος.
Ο άγιος Ιωάννης είναι εκείνος που στέκεται στο όριο μεταξύ του παλαιού και του νέου, μεταξύ της σκιάς και της εκπληρώσεως, μεταξύ του πόθου και της φανερώσεως. Είναι ο ερημίτης που έκανε την έρημο ναό, ο σιωπηλός που έγινε η ισχυρότερη φωνή, ο ασκητής που δεν κράτησε τίποτε για τον εαυτό του, αλλά μετέβαλε ολόκληρη τη ζωή του σε υπόδειξη προς τον Χριστό: «Ίδε ο Αμνός του Θεού, ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου». Γι’ αυτό και η δική μας αυτή Μονή, η οποία από την ίδρυσή της ζει υπό τη σκέπη της προστατευτικής του ευλογίας, απόψε με ιδιαίτερο ιερό δέος ευχαριστεί τον Θεό για όλες τις ευεργεσίες Του και τα προνοιακά Του δώρα.
Και ένα από αυτά τα δώρα είναι αναμφίβολα και η ευλογημένη αυτή συνέχεια της χαράς που ο Κύριος ο Δωροδότης μας χάρισε κατά τις ιερές αυτές ημέρες. Αφού χθες είχαμε την τιμή και την ευλογία να υποδεχθούμε στη Μονή μας τον αγαπητό και πάντοτε προσφιλή μας πατέρα και αδελφό εν Χριστώ, τον Αρχιμανδρίτη Ματθαίο, μαζί με τους σεβαστούς πατέρες, αρχιμανδρίτη Πρόδρομο, από τη Μητρόπολη Καρπενησίου, και αρχιμανδρίτη Φιλάρετο, από τη Μητρόπολη Θηβών, καθώς και τον αγαπητό μας πατέρα πρωτοπρεσβύτερο Θεμιστοκλή από την Αθήνα και τον αγαπητό ιεροδιάκονο Χρυσόστομο από το Άγιον Όρος, σήμερα μας δωρίζεται ακόμη μία ανεκτίμητη χαρά: η παρουσία σας ανάμεσά μας, σεβαστέ κύριε Αλκιβιάδη Στεφανή.
Για τη μοναστική μας αδελφότητα αυτό αποτελεί μεγάλη πνευματική παρηγορία, επίσκεψη υψίστης σημασίας και αληθινά ιστορική τιμή. Για πρώτη φορά σε αυτή την Ιερά Μονή, και μπορούμε να πούμε και σε αυτά τα μέρη μας, πατά το πόδι του ένα τόσο υψηλό πρόσωπο, άμεσα συνδεδεμένο με την ιερή Αθωνική Πολιτεία, με την αιωνόβια τάξη της, με το πνευματικό της κύρος και με τη ζωντανή μοναχική παράδοση, η οποία εκεί, σαν ακοίμητο κανδήλι, καίει για περισσότερο από χίλια χρόνια.
Την έλευσή σας, μαζί με τον λίαν αγαπητό αδελφό μας εν Χριστώ, τον σεβαστό Αγιορείτη Γέροντα Αντύπα, τη βιώνουμε πράγματι ως μεγάλο και ευλογημένο σημείο. Σε αυτήν αναγνωρίζουμε μία γέφυρα αγάπης, σεβασμού και πνευματικής συγγένειας μεταξύ της Μονής Μπίγκορσκι και του Αγίου Όρους Άθω· μεταξύ του όρους του Προδρόμου και του Περιβολιού της Παναγίας· μεταξύ της ταπεινής μας Μονής, που βρίσκεται μέσα σε αυτές τις ορεινές αγκάλες, και εκείνης της αγίας γης, η οποία επί αιώνες αποτελεί την καρδιά του ορθοδόξου μοναχισμού, σχολείο μετανοίας, εργαστήριο προσευχής και αγιότητος, και ήσυχο ιερό προσκύνημα της οικουμενικής Ορθοδοξίας.
Για την αφοσίωση και την αγάπη σας προς το Άγιον Όρος, σεβαστέ κύριε Στεφανή, έχουμε ακούσει με σεβασμό τόσο από τον Γέροντα Αντύπα όσο και από άλλους Αγιορείτες πατέρες. Κατά θεία όμως πρόνοια είχαμε την ευκαιρία και προσωπικά να βεβαιωθούμε για αυτή την αγάπη σας, για εκείνο τον ειλικρινή ζήλο προς το Περιβόλι της Υπεραγίας Θεοτόκου, όταν ακούσαμε την ομιλία σας στο συμπόσιο που ήταν αφιερωμένο στον μακαριστό Γέροντα Αιμιλιανό Σιμωνοπετρίτη, το οποίο πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαΐου του τρέχοντος έτους. Εκεί αισθανθήκαμε καθαρά ότι η διακονία σας προς το Άγιον Όρος δεν είναι απλώς ένα καθήκον που απορρέει από την εμπιστευμένη ευθύνη, αλλά και μία εσωτερική προσήλωση, τιμή και πνευματική αγάπη προς την ιερά του παράδοση.
Το Άγιον Όρος δεν υπήρξε ποτέ απλώς ένας γεωγραφικός τόπος. Είναι πνευματική κατάσταση, λειτουργική αναπνοή, χαριτωμένο μυστήριο της Εκκλησίας. Εκεί, υπό τη σκέπη της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και υπό την ευλογία του πρωτοθρόνου Οικουμενικού Πατριαρχείου, οι λαοί χάνουν τις διαιρέσεις τους όχι επειδή παύουν να είναι αυτό που είναι, αλλά επειδή γίνονται αυτό που κλήθηκαν να είναι: ένα σώμα εν Χριστώ, μία καρδιά στην προσευχή, μία ψυχή στη μετάνοια, μία αγία κοινωνία στο Ποτήριο του Κυρίου.
Ακριβώς εκεί, στην Αθωνική παράδοση, αποκαλύπτεται με ιδιαίτερη καθαρότητα και το βαθύ νόημα της Ρωμιοσύνης: όχι ως στενή εθνική ή πολιτική ιδιότητα, αλλά ως υπερεθνική, εκκλησιαστική και πνευματική ταυτότητα των Ορθοδόξων· ως τρόπος υπάρξεως, μέσα στον οποίο οι διαφορετικοί λαοί, γλώσσες και πολιτισμοί συνάγονται σε μία πίστη, μία Θεία Λειτουργία και μία συνοδική συνείδηση. Όλες οι γλώσσες και όλοι οι λαοί, μέσα στους αιώνες, διδάχθηκαν εκεί ότι η αληθινή ταυτότητα δεν καταργεί την πατρίδα, αλλά την αγιάζει· δεν ταπεινώνει τον λαό, αλλά τον ανυψώνει προς την καθολικότητα της Εκκλησίας.
Οι μοναχοί που τράφηκαν από αυτό το αγιορείτικο πνεύμα, όταν επέστρεφαν στις πατρίδες τους, δεν έφερναν μαζί τους ιδεολογία, αλλά ειρήνη· δεν έφερναν ανθρώπινη υπερηφάνεια, αλλά χαριτωμένη ταπείνωση· δεν έφερναν διαιρέσεις, αλλά εμπειρία ενότητος. Έτσι υπήρξε ανά τους αιώνες, και έτσι συνέβη και με εμάς. Ο μακαριστός Γέροντας Γεώργιος Καψάνης, Καθηγούμενος της Ιεράς Μονής Οσίου Γρηγορίου, σε μία εποχή πολύ δύσκολη, δυσμενή και φορτισμένη από πολιτικές και κοινωνικές προκαταλήψεις, άνοιξε τις πύλες της καρδιάς του σε μερικούς μοναχούς από τη χώρα μας. Δεν μας έβλεπε μέσα από το πρίσμα των επίγειων διαιρέσεων, αλλά με τα μάτια της Εκκλησίας, με το βλέμμα του πνευματικού πατέρα, ο οποίος σε κάθε άνθρωπο αναζητεί την εικόνα του Θεού και τη δυνατότητα της αναστάσεως.
Από εκείνον δεν λάβαμε μόνο την αγιορείτικη φιλοξενία, αλλά και μία πνευματική παρακαταθήκη. Όταν ήλθε ο καιρός να επιστρέψουμε στην πατρίδα μας, μας ευλόγησε και μας υπενθύμισε ότι τα μοναστήρια πρέπει να είναι ανοιχτά για κάθε άνθρωπο· ότι ο λαός διψά για ζωντανό μοναχισμό· ότι οι μονές δεν πρέπει να είναι κλειστά φρούρια, αλλά αγκαλιές της Εκκλησίας, τόποι όπου ο άνθρωπος βρίσκει και πάλι τον εαυτό του μέσα στον Θεό. Ο Γέροντας είχε τη δυνατότητα να γνωρίζει τις εδώ συνθήκες, και γι’ αυτό ο λόγος του για εμάς δεν ήταν μία μακρινή διδαχή, αλλά προφητική κατεύθυνση, πατρική ευλογία και θεμέλιο για το έργο που κατόπιν, με το έλεος του Θεού, άρχισε να οικοδομείται.
Και ιδού, σήμερα, ύστερα από τρεις δεκαετίες, ενώ η Μονή αυτή με θυσιαστικότητα και αγάπη αγωνίζεται να είναι ανοιχτή οικία για κάθε άνθρωπο, θεραπευτήριο για τις πληγωμένες ψυχές, λιμάνι για τους νέους, παρηγορία για τους ηλικιωμένους, μαρτυρία της πίστεως και της αγάπης του Χριστού μέσα σε ένα περιβάλλον συχνά δοκιμαζόμενο από διάφορες δυσκολίες, την παρουσία σας ανάμεσά μας τη βιώνουμε ως αναγνώριση εκείνης της αγιορείτικης ευλογίας. Όχι ως αναγνώριση δικών μας ανθρώπινων αξιών – διότι κάθε αγαθό είναι από τον Θεό – αλλά ως μαρτυρία ότι ο σπόρος που σπάρθηκε με τις προσευχές των Αγιορειτών πατέρων, με τα δάκρυα των προκατόχων μας και με τη σκέπη του αγίου Προδρόμου, πράγματι έφερε κάποιον καρπό.
Γι’ αυτό, σεβαστέ κύριε Στεφανή, από καρδιάς σας ευχαριστούμε που ευαρεστηθήκατε να βρίσκεστε απόψε μαζί μας. Η παρουσία σας αποτελεί μεγάλη τιμή για τη Μονή μας, αλλά και χαρά για όλους όσοι αγαπούν το Άγιον Όρος και βλέπουν σε αυτό μία πνευματική μητέρα, η οποία ήσυχα, χωρίς θόρυβο, χωρίς επίγεια εξουσία και χωρίς ματαιοδοξία, επί αιώνες φυλάσσει το βαθύτερο αξίωμα του ορθοδόξου ανθρώπου: την προσευχή, τη μετάνοια, την υπακοή, τη λειτουργική ενότητα και την αγάπη προς τον Χριστό.
Ευχαριστούμε αμέτρητα και εσάς, αγαπητέ μας Γέροντα Αντύπα, που με την αγιορείτικη παρουσία σας πλουτίζετε αυτή την εσπέρα και μας φέρνετε εκείνη την ευωδία της αθωνικής ερήμου, όπου η σιωπή ομιλεί, όπου η νύχτα γίνεται φως, όπου ο άνθρωπος, γυμνωμένος από όλα, ενδύεται τη χάρη του Θεού.
Από καρδιάς ευχαριστούμε και τα μέλη του χορού «Νεκτάριος Πρωτοψάλτης» από το Βουκουρέστι, τα οποία, μαζί με τον πνευματικό τους καθοδηγητή, τον αγαπητό πατέρα Ιωάννη, με αγάπη και μεγάλη θυσιαστικότητα ταξίδεψαν ειδικά από τη μακρινή Ρουμανία, για να πλουτίσουν με τη δική τους προσευχητική και κατανυκτική ψαλμωδία την πανήγυρη της Μονής μας και αυτή την ιερά αγρυπνία. Η παρουσία τους απόψε αποτελεί ακόμη μία μαρτυρία ότι η ανατολική ορθόδοξη ψαλτική υπερβαίνει σύνορα και γλώσσες, και ότι μέσα στην κοινή δοξολογία όλοι γινόμαστε ένας χορός ενώπιον του προσώπου του Θεού.
Ας γίνει αυτή η αγρυπνία μία κοινή μας ευχαριστία προς τον Θεό, μία κοινή μας προσευχή προς τον άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο, μία αγαπητική μας αγκαλιά προς το Άγιον Όρος και μία ταπεινή μας δέηση για την ενότητα όλων των Ορθοδόξων. Είθε ο Πρόδρομος του Κυρίου, ο οποίος δεν ζήτησε τίποτε για τον εαυτό του, αλλά παραδόθηκε ολόκληρος στον Χριστό, να μας διδάξει και εμάς να ζούμε όχι για τη δική μας δόξα, αλλά για τη δόξα του Θεού· όχι για διχόνοιες, αλλά για ειρήνη· όχι για τον εαυτό μας, αλλά για την Εκκλησία του Θεού.
Καλώς ήλθατε στον Οίκο του αγίου Ιωάννου του Βαπτιστού. Είθε η αγρυπνία αυτή να είναι ευλογημένη για όλους σας, η προσευχή σας ειρηνική, και όλοι μαζί, μέσα σε αυτή την αγία νύχτα, να αισθανθούμε το απαλό άγγιγμα της χάριτος του Θεού. Αμήν.
Στην προσφώνηση αυτή του Γέροντος, με εξίσου μεγάλη τιμή, αξιοπρέπεια και ειλικρινή ευγνωμοσύνη και αγάπη, απάντησε ο Πολιτικός Διοικητής του Αγίου Όρους Άθω, κ. Αλκιβιάδης Στεφανής:
Θεοφιλέστατε Επίσκοπε Αντανίας, Άγιε Καθηγούμενε της Ιεράς Μονής του Τιμίου Προδρόμου, κ.κ. Παρθένιε, ευλογείτε!
Σας ευχαριστώ πάρα πολύ για τα καλά σας λόγια, αλλά θα ήθελα να επισημάνω ότι η τιμή είναι δικιά μου που είμαι εδώ. Πάρα πολύ καιρό ήθελα να έρθω στο μοναστήρι σας, έχοντας ακούσει τόσα εξαιρετικά καλά λόγια για εσάς.
Τι να πρωτοπώ; Την αναστήλωση από τις στάχτες αυτού του υπέροχου χώρου; Τα εξαιρετικά ξυλόγλυπτα του τέμπλου; Την άγια εικόνα; Την πνευματικότητά σας και τον τρόπο με τον οποίο καθοδηγείτε τους νέους;
Να σας έχει ο Άγιος Θεός καλά, να συνεχίσετε να προσφέρετε σε αυτόν τον υπέροχο τόπο.
Δύο στοιχεία θα ήθελα να πω και θα κλείσω, Άγιε Γέροντα.
Το πρώτο: με εντυπωσίασε η ευπρέπεια, η πίστη και η ευλάβεια των πιστών που είναι εδώ στην εκκλησία. Και το κυριότερο, ο τρόπος με τον οποίο εκφράζουν την αγάπη τους προς εσάς.
Και το δεύτερο: είδα με χαρά παιδιά της Αθωνιάδας εδώ, τα οποία ήρθαν και μου μιλήσανε. Είμαστε πολύ υπερήφανοι στο Άγιο Όρος για τα παιδιά της Αθωνιάδας που είναι από εδώ, και συγχαίρουμε τους γονείς για τα υπέροχα πλάσματα που έχουν φέρει στον κόσμο.
Επίσης χαίρομαι, Γέροντα, διότι βλέπω πάρα πολλούς μοναχούς, σεβαστούς μοναχούς από το Άγιο Όρος εδώ. Άρα λοιπόν νιώθουμε ότι είμαστε στο Άγιο Όρος τώρα. Άλλωστε και εσείς είστε αγιορείτης.
Κλείνοντας, θέλω να πω το εξής: όταν είμαι στο Όρος, με ρωτάνε ποια είναι η αγαπημένη μου μονή, και εγώ απαντώ ότι και 20 μονές είναι αγαπημένες μου. Από τώρα θα λέω ότι και 21 μονές είναι αγαπημένες μου, προσθέτοντας και την Άγια Μονή εδώ.
Γέροντά μου, την ευλογία σας. Σας αγαπώ πολύ!
Την αγρυπνία καλλώπισε και ουρανοποίησε η θαυμάσια βυζαντινή ψαλμωδία του χορού «Νεκτάριος Πρωτοψάλτης» από το Βουκουρέστι, τα μέλη του οποίου, ειδικά για την πανήγυρη του Μπίγκορσκι, μαζί με τον πνευματικό τους προεστώτα, τον ευλαβή πρεσβύτερο Ιωάννη, διήνυσαν τον μακρύ δρόμο από τη Ρουμανία, για να καταθέσουν το δώρο τους – τη φωνή τους – στα πόδια της «φωνής βοώντος εν τη ερήμω». Μαζί τους αντήχησε και η ωραία ψαλμωδία των αδελφών μας, με τον χορό «Μητροπολίτης Κοσμάς Πρετσιστάνσκι», ώστε μέσα σε μία μοναδική δοξολογία ενώθηκαν το μακρινό και το κοντινό, το ξένο και το οικείο, διότι εν Χριστώ δεν υπάρχει πλέον ούτε μακρινό ούτε ξένο.
Έτσι, στον οίκο του Τιμίου Προδρόμου, η ευλογημένη αυτή νύχτα έμεινε ως φωτεινή μαρτυρία ότι η Εκκλησία ομιλεί βαθύτερα όταν προσεύχεται, ότι η έρημος γίνεται παράδεισος όταν μέσα της ακούγεται δοξολογία, και ότι η χαρά του φίλου του Χριστού, του αγίου Ιωάννου, ακόμη και σήμερα συνάγει τις καρδιές σε ειρήνη, ευγνωμοσύνη και αγάπη.




































