«ιδόντες αυτόν παρεκάλεσαν όπως μεταβή από των ορίων αυτών» Οι κάτοικοι των Γεργεσηνών παρέβαιναν την εντολή του Μωσαϊκού νόμου να μην τρώγουν χοίρειο κρέας.
Η ύπαρξη του δαιμονισμένου και το σημείο του Κυρίου με τον πνιγμό της αγέλης των χοίρων δεν τους συνέτισαν. Αντίθετα, αντί να μετανοήσουν, έδιωξαν τον Θεάνθρωπο Ιησού από τον τόπο τους, παραμένοντας υποχείρια του σατανά, εξ αιτίας της αγάπης τους για το χρήμα.
Οι δαίμονες είναι πεπτωκότες άγγελοι. Ο Θεός ως Πανάγαθος δεν δημιούργησε κάτι κακό ή άσχημο, αλλά τα πάντα «καλά λίαν». Όμως τα κτιστά όντα είναι τρεπτά, αλλοιωτά. Μπορούν να κάνουν βήματα προς την τελείωσή τους, μπορούν όμως να οδηγηθούν και στο μηδέν, στην ανυπαρξία. Η τελείωση είναι για τον άνθρωπο η μετοχή στο τέλειο ον, στον Θεό, και το μηδέν ισοδυναμεί με την απώλεια ακόμη και του είναι.
Δεν υπάρχει άλλη πραγματικότητα εκτός από τον Θεό, τον όντως όντα. Ο διάβολος και οι δαίμονες είναι κτίσματα, άγγελοι που έπεσαν. Δεν υπάρχει ο θεός του Καλού και ο θεός του Κακού (δυαρχία). Μόνο ο Θεός είναι αυθύπαρκτος και η κτιστή πραγματικότητα είναι εικόνα του Θεού, σύμφωνα με τους προαιώνιους «δημιουργικούς λόγους». Γι’ αυτό και όλη η κτίση «συστενάζει και συνωδίνει», κατά τον Απόστολο Παύλο, με τον άνθρωπο, από την στιγμή της πτώσης των Πρωτοπλάστων. Η μετοχή στις θείες ενέργειες κάθε περιοχής της κτίσης ποικίλει κατά την δεκτικότητά της.
Ο Θεός δεν αστόχησε με την δημιουργία του ανθρώπου και χρειάστηκε να επανορθώσει με την ενανθρώπιση του Λόγου, αλλά η κατά στάδια δημιουργία υπήρχε στην βούληση του Θεού απ’ αρχής της δημιουργίας, ήταν «προεπινοούμενον» κατά τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή. Οι «λόγοι των όντων» είναι στη βούληση του Θεού, γι’ αυτό η πτώση στον Παράδεισο δεν είναι το θεμελιώδες γεγονός με το οποίο ερμηνεύεται όλη η θεολογία, αλλά ένα περιστατικό.
Η αμαρτία κατά την Ορθόδοξη θεολογία είναι νόσος που χρήζει θεραπείας, όχι παράβαση που χρήζει τιμωρίας. Ο Θεός δεν είναι τιμωρός, αλλά αγάπη. Γι’ αυτό και οι συνέπειες της πτώσης στον Παράδεισο, δηλαδή η φθορά και ο θάνατος, αίρονται με την ενανθρώπιση του Υιού και Λόγου του Θεού. Η άπειρη αγάπη του Θεού προς το πλάσμα του επιτρέπει την μετοχή του ανθρώπου στην θεωτική ενέργεια του Θεού, στην θέωση δηλαδή, ανάλογα με την καθαρότητα και την δεκτικότητά του. Το κακό είναι απλώς διάβρωση, παραμόρφωση της αγαθής πραγματικότητας. Κατά τους Πατέρες της Εκκλησίας δεν είναι πράγμα, δεν είναι ον, δεν έχει υπόσταση.
Ο Διάβολος μπορεί να επηρεάσει τον νου του ανθρώπου. Η αποδοχή του κακού όμως έγκειται στη ελεύθερη βούληση του ανθρώπου. Δεν μπορεί ο διάβολος να επιβάλει το κακό στον άνθρωπο. Μπορεί να του υποβάλει μία σκέψη, μία πρόταση μόνον. Η μακροχρόνια, όμως, παραμονή του ανθρώπου μακριά από τον Θεό αδυνατίζει την αντίστασή του στο κακό. Γι αυτό χρειάζεται η Ορθόδοξη άσκηση, δηλαδή η τήρηση των εντολών, η προσευχή του ενός για τον άλλον, και η τακτική εξομολόγηση. Οι Πρωτόπλαστοι δεν κατακρίθηκαν επειδή έπεσαν αλλά επειδή δεν μετενόησαν.
Ο διάβολος, κατά την ρήση του Κυρίου, είναι «ανθρωποκτόνος». Επιζητεί τον αφανισμό του ανθρώπου. Ο Θεός δεν του επιτρέπει, όμως, να καταστρέψει το πλάσμα του. Αντιθέτως, ο αδύναμος άνθρωπος μπορεί να υπερβεί τις παγίδες του Πονηρού εάν είναι ενωμένος με τον Κύριο. Από την άλλη πλευρά, δεν μπορεί ο άνθρωπος βασιζόμενος στις δικές του δυνάμεις να ανταπεξέλθει στις μηχανουργίες των δαιμόνων. Όταν, όμως, εν ταπεινώσει αναγνωρίσει την αδυναμία του και επικαλεσθεί την δύναμη του Θεού, σώζεται. Για τον λόγο αυτό ο Χριστός στην σημερινή ευαγγελική διήγηση επιτρέπει στους δαίμονες να εισέλθουν στο κοπάδι των χοίρων «ουκ εκείνοις πειθόμενος, αλλά πολλά εντεύθεν οικονομών» κατά τον άγιο Ιωάννη Χρυσόστομο, προκειμένου, δηλαδή, να δείξει την καταστροφική μανία των δαιμόνων, αλλά όχι σε βάρος ανθρώπων.
Χρειάζεται η αρετή της διάκρισης προκειμένου κανείς να διακρίνει τις παγίδες των δαιμόνων. Στην «Κλίμακα» του Αγίου Ιωάννη του Σιναΐτου η διάκριση είναι εκ των υψηλοτέρων αρετών. Ο ασφαλής δρόμος στην πορεία για την ένωσή μας με τον Θεό είναι η «υψοποιός» ταπείνωση. Οι δαίμονες δεν μπορούν να πλησιάσουν τον ταπεινό επειδή η ψυχή του καταυγάζεται από την ευλογία του Θεού. Όμως, στην πάλη του με τα πονηρά πνεύματα ο άνθρωπος αποκτά πείρα πνευματική και αγαπά περισσότερο τον Θεό που προσφέρει αγάπη, παρηγοριά, ασφαλές καταφύγιο και τελικά την αιώνιο ζωή με τον αγαπητό των αγαπητών, σε μια πλημμυρίδα φωτός.
Από το βιβλίο: Αρχιμανδρίτου Δωροθέου Τζεβελέκα, ΔΙΗΓΗΣΟΜΑΙ ΠΑΝΤΑ ΤΑ ΘΑΥΜΑΣΙΑ ΣΟΥ (η αγάπη του Θεού στα κυριακάτικα Eυαγγέλια). Θεσσαλονίκη 2015





































