Του Αλεξάνδρου Π. Κωστάρα, Ομότιμου Καθηγητή Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Θράκης-Τα περιστατικά της καταχρηστικής άσκησης αστυνομικής βίας που κατά καιρούς απασχολούν την εγχώρια επικαιρότητα, θέτουν ζήτημα επανεξέτασης του θεσμικού ρόλου της Αστυνομίας στην σημερινή δικαιοκρατούμενη Πολιτεία. Φαίνεται ότι ορισμένα στελέχη της, σπρωγμένα από ένα είδος αστυνομικού «αταβισμού» που κουβαλούν μέσα τους, λειτουργούν με τη νοοτροπία του χωροφύλακα της αλήστου μνήμης εποχής, που αποτελούσε ωδήν στον αυταρχισμό του περίφημου Αστυνομικού Κράτους.

Γι’ αυτό δεν χάνουν την ευκαιρία να επιδεικνύουν την ικανότητά τους στην καθ’ υπέρβαση των καθηκόντων τους χρήση της αστυνομικής ράβδου. Το θλιβερό σε αυτές τις περιπτώσεις είναι ότι πρωταγωνιστές των σχετικών επεισοδίων δεν εμφανίζονται, συνήθως, Αστυνομικοί της παλιάς φρουράς, οι οποίοι ως επί το πλείστον έχουν αποχωρήσει από την υπηρεσία λόγω συνταξιοδότησής τους, αλλά νεώτεροι Αστυνομικοί, που απεφοίτησαν από τις παραγωγικές Σχολές της Αστυνομίας, δηλ. από την Σχολή Αστυφυλάκων και από την Σχολή Αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας μετά την ενοποίηση το 1984 των δυο πρώην Σωμάτων αυτής, ήτοι της Χωροφυλακής και της Αστυνομίας Πόλεων στον καινούργιο οργανισμό της Ελληνικής Αστυνομίας.

Οι φοιτητές των Σχολών αυτών της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης, είτε ως Δόκιμοι Αστυφύλακες είτε ως Δόκιμοι Αξιωματικοί, είναι αποδέκτες μιας πολύ υψηλού επιπέδου εκπαίδευσης τόσο σε θεωρητικό όσο και σε πρακτικό επίπεδο, αφού όλοι οι διδάσκοντες σε αυτές –αν εξαιρέσει κάποιος το αυστηρά αστυνομικό προσωπικό αυτώ – είναι Καθηγητές Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων ή Ανώτατοι Δικαστικοί Λειτουργοί. Αυτό το γνωρίζω εξ ιδίας πείρας δεδομένου ότι επί σειράν ετών υπήρξα διδάσκων και στις δύο αυτές Σχολές μέχρι την αφυπηρέτησή μου από το Πανεπιστήμιο λόγω συμπληρώσεως του εκ του Συντάγματος προβλεπομένου ορίου ηλικίας. Επιγραμματικά σημειώνω εδώ ότι όλοι όσοι συμμετέχουν στην εκπαιδευτική διαδικασία των εν λόγω Σχολών εμφορούνται από την ίδια φιλοδοξία: Να συμβάλουν, ο καθένας με τον τρόπο του, ώστε να «μπολιαστούν» οι σπουδαστές των Αστυνομικών Σχολών, που είναι «σάρκα» από τη «σάρκα» της κοινωνίας μας, με το «γονίδιο» του σεβασμού στις αρχές και στις αξίες της δικαιοκρατούμενης Πολιτείας, στο πλαίσιο της οποίας ο πολίτης είναι το σημείο της αναφοράς τους. Γι’ αυτό και η στάση τους προς αυτόν άλλοτε αποθεώνει την αποστολή τους και άλλοτε την «θάβει» στα τρίσβαθα της απαξίωσης. Τί συμβαίνει λοιπόν και παρ’ όλα αυτά η αστυνομική πράξη μάς βγάζει συχνά προς τα έξω ένα αρρωστημένο πρόσωπο της Αστυνομίας, που πολλές φορές εκδηλώνεται με αδικαιολόγητους τραυματισμούς –κάποτε και με θανάτους– πολιτών, συνηθέστερα όμως με κακοποιήσεις πολιτών κατά την εκτέλεση αστυνομικών καθηκόντων;

Όπως συμβαίνει με όλες τις παθογένειες που παρατηρούνται σε ζωντανούς οργανισμούς, έτσι και αυτές που μας προβάλλει ο οργανισμός της Αστυνομίας, έχουν την αιτιολογία τους, την οποία θα μπορέσει να εντοπίσει κάποιος, εάν ψάξει σχολαστικά τα γεγονότα. Η χρήση του όπλου για τον εκφοβισμό ενός απείθαρχου πλήθους που τελικά οδηγεί σε τραυματισμό ή σε θάνατο κάποιου διαδηλωτή από τον εξοστρακισμό της σφαίρας, η επιθετική και όχι αμυντική χρήση της αστυνομικής ράβδου απέναντι σε πολίτες που θέλουν να διεμβολίσουν τους παρατεταγμένους Αστυνομικούς και να περάσουν το δικό τους, η σύλληψη του αναρχικού μετά τον «καταιγισμό» των Αστυνομικών με βόμβες «μολότοφ» που έριξε εναντίον τους, όλα αυτά συνθέτουν το «βραχυκύκλωμα» του Αστυνομικού. Πίσω από αυτό κρύβονται πολλά. Η κακή διαχείριση της στιγμής. Η σύγχυση ή πλημμελής κατανόηση των ορίων μεταξύ αναγκαίου και υπερμέτρου. Η ανθρώπινη αγανάκτηση που οδηγεί στην εκδικητική κακοποίηση του συλληφθέντος βομβιστή κ.λπ. Έχω την αίσθηση ότι πολλές περιπτώσεις «βραχυκύκλωσης» θα είχαν αποφευχθεί με μια διδαχή προσομοίωσης της αστυνομικής εκπαίδευσης προς την πανομοιότυπα επαναλαμβανόμενη αστυνομική πράξη. Τα μαθήματα προσομοίωσης δίνουν την ευκαιρία στους εκπαιδευόμενους Αστυνομικούς να γνωρίσουν την αστυνομική πράξη, πριν ακόμη εκτεθούν σε αυτήν, και τους εξηγούν παραστατικά, τί πρέπει να κάνουν σε κάθε περίπτωση. Πάντα βέβαια με οδηγό τις ρητές ή σιωπηρές υποδείξεις του νόμου. Δια της διδακτικής προσομοίωσης αναδεικνύεις το εκάστοτε διακύβευμα της αστυνομικής πράξης τόσο για τον ίδιο τον Αστυνομικό, όσο και για την Αστυνομία που εκπροσωπεί. Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι η παρανομία ενός Αστυνομικού δεν χρεώνεται μόνο σε αυτόν, αλλά και στο Σώμα που υπηρετεί. Και δεν συμψηφίζεται βέβαια ποτέ με την παρανομία ενός πολίτη εναντίον του ή εναντίον αγαθών της κοινωνίας που έχει καθήκον ο Αστυνομικός να προστατεύει.

Είναι άλλο πράγμα να αναλύεις θεωρητικά στους εκπαιδευόμενους Αστυνομικούς την έννοια της άμυνας, να τους μιλάς για τις προϋποθέσεις της και για τα όρια αυτής υπογραμμίζοντας τις συνέπειες της υπέρβασής τους και άλλο πράγμα να τούς το δείχνεις αυτό με ένα πλάνο από μια διαδήλωση και να τους λες ότι ο Αστυνομικός που φαίνεται εδώ να κακοποιεί τον πολίτη, ο οποίος δεν του επιτίθεται πια, δεν βρίσκεται σε άμυνα! Γι’ αυτό δεν δικαιολογείται η πράξη του. Μετέχει και αυτή της παρανομίας που εγκαινίασε ο πολίτης με την επίθεσή του εναντίον του Αστυνομικού. Το ίδιο ισχύει και για την κατά κόρον διδασκαλία στις Αστυνομικές Σχολές ότι η άσκηση βίας εκ μέρους του Αστυνομικού τότε μόνον είναι νόμιμη, όταν χρειάζεται, για να καμφθεί η αντίσταση ή άρνηση συμμόρφωσης του πολίτη στις νόμιμες υπηρεσιακές διαταγές. Και αυτό αλλιώς το περνάς με θεωρητικές αναλύσεις και αλλιώς το λες με τα λόγια της πράξης μέσα από μια διαφάνεια επεισοδίων που σου προβάλλει ανάγλυφα την καταχρηστική άσκηση της αστυνομικής βίας, καθώς δείχνει τον Αστυνομικό να κλωτσάει ή να κακοποιεί με άλλον τρόπο τον συλληφθέντα ή εξουδετερωμένο πολίτη που παρανομούσε προηγουμένως. Περιστατικά τύπου «Τζορτζ Φλόιντ» ή παραλλαγές τους, που συγκλόνισαν πριν από λίγους μήνες τις Ηνωμένες Πολιτείες, δεν είναι συμβατά με το Κράτος Δικαίου.

Όλα αυτά τα γράφουμε εδώ, χωρίς να απαξιώνουμε το έργο της Αστυνομίας, όπως πράττουν όσοι την βλέπουν ως «σάκο» του μποξ, για να εκδηλώνουν τα απωθημένα τους απέναντι σε αυτήν. Εμείς αναγνωρίζουμε τον σπουδαίο ρόλο που επιτελεί η Αστυνομία μέσα στην κοινωνία. Και θέλουμε να την βοηθήσουμε να απαλλαγεί από τις παθογένειές της, για να την καμαρώνουμε στον αγώνα της κατά της παρανομίας. Είναι η Αστυνομία που ξαγρυπνά, για να κοιμόμαστε εμείς ήσυχα, αφού προστατεύει τα αγαθά μας από τους διάφορους νυχτόβιους «βρυκόλακες» που τα εποφθαλμιούν. Η Αστυνομία που διασφαλίζει την άσκηση των ελευθεριών μας απέναντι στους «Ρουβίκωνες» και στους Κουφοντίνες ή στους υποστηρικτές τους. Συχνά πληρώνοντας βαρύ «τίμημα» αίματος για την συνεπή άσκηση των καθηκόντων της. Την Αστυνομία την φοβούνται μόνον οι παράνομοι. Αυτοί που με τα πανό ή τα συνθήματά τους ζητούν να φύγει από τις γειτονιές, για να αλωνίζουν ανενόχλητοι σε αυτές ή για να τις διαφεντεύουν.

Όσοι βλέπουμε αλλιώς την αποστολή της Αστυνομίας σε ένα Κράτος Δικαίου, τοποθετούμαστε κριτικά απέναντι σε αυτήν. Την επαινούμε για τα επιτεύγματά της, χωρίς να παραλείψουμε να την επικρίνουμε για τις παρανομίες της. Την επελαύνουσα κατά της Αστυνομίας «μπουλντόζα» την χειρίζονται όσοι χύνουν «κροκοδείλια δάκρυα» για τους τραυματισμούς Αστυνομικών από εκείνους που οι ίδιοι στρέφουν εναντίον τους. Και οδύρονται, επίσης, για τα δήθεν παθήματα της Δημοκρατίας μας από τα διάφορα σκηνικά «έντασης» που «στήνουν» άλλοι ερήμην αυτών. Παραβλέπουν, όμως, ότι αυτή τη Δημοκρατία την έχουν «ντύσει» οι ίδιοι προ πολλού στο χακί με την «στολή» και τα «παράσημα» του «πατερούλη» παρελαύνοντας στον «βηματισμό» των παραγγελμάτων του στις σχεδόν καθημερινές «στρατιωτικές» παρελάσεις τους, από τις οποίες υποφέρει η ελληνική κοινωνία και τις οποίες προσπαθεί να αποτρέψει η μισητή Αστυνομία.

Εκκλησία Online
Αποστολή
Αξιολόγηση επισκεπτών 0 (0 ψήφοι)

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.