Προθεσμία έξι μηνών έδωσε το Υπουργείο Εσωτερικών της Εσθονίας στην Εσθονική Χριστιανική Ορθόδοξη Εκκλησία, η οποία υπάγεται στο Πατριαρχείο Μόσχας, προκειμένου να προσαρμοστεί στη νέα νομοθεσία που απαγορεύει τη σύνδεση θρησκευτικών οργανισμών με ξένους θρησκευτικούς ηγέτες ή φορείς που θεωρούνται απειλή για την εθνική ασφάλεια της χώρας, σύμφωνα με δημοσίευμα του εσθονικού Τύπου.
Οι τροποποιήσεις του Νόμου περί Εκκλησιών και Θρησκευτικών Κοινοτήτων τέθηκαν σε ισχύ στις 27 Ιουνίου και προβλέπουν ότι έως τις 28 Δεκεμβρίου οι θρησκευτικοί οργανισμοί οφείλουν να συμμορφωθούν με τις νέες απαιτήσεις, διαφορετικά ενδέχεται να κινηθούν διαδικασίες αναγκαστικής διάλυσής τους.
Το βασικό ζήτημα αφορά την Εσθονική Χριστιανική Ορθόδοξη Εκκλησία, πρώην Εσθονική Ορθόδοξη Εκκλησία του Πατριαρχείου Μόσχας. Σύμφωνα με το Υπουργείο Εσωτερικών, η Εκκλησία θα πρέπει να ορίσει νέο Μητροπολίτη, καθώς ο σημερινός προκαθήμενός της, Μητροπολίτης Ευγένιος (Βαλέρι Ρεσέτνικοφ), υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει την Εσθονία στις αρχές του 2024, όταν οι υπηρεσίες ασφαλείας έκριναν ότι η δράση του συνιστούσε κίνδυνο για την εθνική ασφάλεια.
Παράλληλα, η Εκκλησία καλείται να αφαιρέσει από τα καταστατικά της κάθε αναφορά στην εξάρτησή της από το Πατριαρχείο Μόσχας και τον Πατριάρχη Μόσχας Κύριλλο. Με βάση το ισχύον καθεστώς, ο Πατριάρχης Κύριλλος εγκρίνει με την υπογραφή του σημαντικές αποφάσεις της Εκκλησίας, όπως τον προϋπολογισμό, τον ετήσιο απολογισμό και την εκλογή των διοικητικών της οργάνων.
Ο σύμβουλος του Υπουργείου Εσωτερικών Ίλμο Άου δήλωσε ότι η αποκοπή από το Πατριαρχείο Μόσχας ενδέχεται να είναι δύσκολη, αλλά είναι εφικτή, καλώντας τον τοπικό κλήρο να αποφασίσει «ποιον υπηρετεί: τον Τριαδικό Θεό ή το Κρεμλίνο και τον Πατριάρχη Μόσχας».
Αναλυτές εκτιμούν ότι η Εκκλησία πιθανότατα θα επιχειρήσει να περιορίσει την επιρροή της Μόσχας στα καταστατικά της έγγραφα. Ωστόσο, παραμένει αβέβαιο κατά πόσο θα μπορέσει να αποκοπεί πλήρως από τον τόμο του 1993 που εξέδωσε ο Πατριάρχης Αλέξιος Β΄ και ο οποίος καθορίζει τη θέση της εντός του Πατριαρχείου Μόσχας. Σύμφωνα με ειδικούς, το επόμενο εξάμηνο θα αποδείξει αν η Εκκλησία μπορεί να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες ή αν η εξάρτησή της από τη Μόσχα θα καταστήσει αδύνατη τη συνέχιση της λειτουργίας της με τη σημερινή μορφή.
Ο αναπληρωτής καθηγητής Εκκλησιαστικής Ιστορίας του Πανεπιστημίου του Τάρτου, Πριτ Ρόχτμετς, δήλωσε ότι ολόκληρη η διαδικασία είναι αναπόφευκτο να οδηγήσει σε νέες δικαστικές διαμάχες κατά τη διάρκεια του χειμώνα, καθώς τα δικαστήρια θα κληθούν να αποφανθούν εάν η Εκκλησία στην Εσθονία έχει πράγματι διακόψει τους δεσμούς της με τη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία. Με άλλα λόγια, θα πρέπει να κριθεί εάν συντρέχουν λόγοι για την αναγκαστική διάλυση της Εκκλησίας.
Ο ίδιος επισήμανε ότι στην Ουκρανία το ίδιο ζήτημα αποτελεί ήδη αντικείμενο δικαστικών διαδικασιών εδώ και περισσότερο από έναν χρόνο.
«Η Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία άλλαξε επίσης την ονομασία της και προχώρησε σε παρόμοιες τροποποιήσεις του καταστατικού της, όπως αυτές που αναμένονται τώρα από την Εσθονική Χριστιανική Ορθόδοξη Εκκλησία. Ωστόσο, ο ίδιος Τόμος παρέμεινε σε ισχύ», ανέφερε ο Ρόχτμετς.
Σύμφωνα με τον ίδιο, στην Ουκρανία βρίσκεται σήμερα σε εξέλιξη συζήτηση σχετικά με το κατά πόσον οι δεσμοί με τη Μόσχα έχουν πράγματι διακοπεί, εφόσον εξακολουθεί να ισχύει το ίδιο ιδρυτικό εκκλησιαστικό έγγραφο.
«Η αρμόδια κρατική αρχή έχει ήδη προσφύγει στη Δικαιοσύνη, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν εξακολουθεί να υφίσταται σύνδεσμος μεταξύ της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας και της τοπικής Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, η οποία υπάγεται στη Μόσχα», τόνισε.





































