Η Πολεμική Αεροπορία (Π.Α.) είναι ο τρίτος κατ' αρχαιότητα κλάδος των Ελληνικών Ένοπλων Δυνάμεων και αποτελεί την πολεμική αεροπορική ισχύ της Ελλάδας. Πρώτιστη αποστολή της Πολεμικής Αεροπορίας είναι η φύλαξη και προστασία του ελληνικού εναέριου χώρου από κάθε είδους παραβιάσεις, η παροχή εναέριας υποστήριξης σε επιχειρήσεις τόσο στο Ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό όσο και στον Ελληνικό Στρατό και παράλληλα η πυρόσβεση, η έρευνα και διάσωση καθώς και η παροχή κάθε δυνατής ανθρωπιστικής βοήθειας ακόμα και σε άλλες χώρες όταν παρίσταται έκτακτη ανάγκη.

Παράλληλα η Ελλάδα παρέχει στρατιωτικές αεροπορικές υπηρεσίες στην Βόρεια Μακεδονία διότι η χώρα αυτή δεν έχει πολεμική αεροπορία. Επίσης η Ελλάδα συμμετέχει μέσω του ΝΑΤΟ του οποίου είναι μέλος, σε στρατιωτικές αεροπορικές επιχειρήσεις εκτός Ελλάδας.

Το σύνθημα της Πολεμικής Αεροπορίας είναι «Αἰὲν ὑψικρατεῖν», το οποίο σημαίνει «Πάντοτε να κυριαρχείς στα ύψη», φράση που αποδίδεται στον αντισμήναρχο (αργότερα υποπτέραρχο) Σπύρο Παπασπύρο,[2] διοικητή του κέντρου κατάταξης στη Βάση της Γάζας, ο οποίος με τη φράση αυτή, στην ημερήσια διαταγή της 5ης Οκτωβρίου 1941, καλωσόρισε στην Αίγυπτο το προσωπικό της 335 Μοίρας, της πρώτης ελληνικής μοίρας μαχητικών αεροσκαφών στη Μέση Ανατολή. Το έμβλημα της Ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας αναπαριστά αετό σε πτήση μπροστά από το κυκλικό διακριτικό της.

Η Πολεμική Αεροπορία (Π.A.) τελεί υπό τη διοίκηση του Γενικού Επιτελείου Αεροπορίας (Γ.Ε.Α.)[3][4]

Ιστορία

Αεροπλάνο Farman HF.III, το πρώτο στρατιωτικό αεροπλάνο της Ελλάδας
Προέλευση
Η Ελληνική Πολεμική Αεροπορία ιδρύθηκε το 1911 και μετράει 112 χρόνια ιστορίας. Οι πρώτες προσπάθειες εισαγωγής της αεροπορίας στην Ελλάδα ανήκουν στον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο, τη συνεισφορά του οποίου η κυβέρνηση αναγνώρισε το 2000, δίνοντας το όνομά του στο νέο Διεθνή Αερολιμένα Αθηνών. Παρ’ όλα αυτά οι πρώτες εμφανίσεις αεροπλάνων στην Ελλάδα οφείλονταν σε ιδιωτική πρωτοβουλία, όπως αυτή του επιχειρηματία Λεωνίδα Αρνιώτη που το 1910 έκανε δύο αποτυχημένες προσπάθειες απογείωσης με το αεροπλάνο του τύπου Blériot XI των 30 ίππων με αποτέλεσμα την καταστροφή του. Στις 8 Φεβρουαρίου 1912 ο Εμμανουήλ Αργυρόπουλος έγινε ο πρώτος Έλληνας αεροπόρος πετώντας με ένα αεροπλάνο Nieuport 4G με το παρωνύμιο Αλκυών στην περιοχή του Ρουφ. Στη δεύτερη πτήση που εκτέλεσε ο Αργυρόπουλος την ίδια μέρα πέταξε με τον τότε πρωθυπουργό της χώρας Ελευθέριο Βενιζέλο. Ο δημοσιογράφος Αλέξανδρος Καραμανλάκης επέλεξε τον ίδιο χώρο απογείωσης με ένα αεροπλάνο Blériot XI αλλά προτίμησε μια τολμηρή πτήση προς το Ρίο, με αποτέλεσμα την αναγκαστική προσθαλάσσωσή του λόγω απειρίας και ισχυρών ανέμων και κατά συνέπεια στον πνιγμό του.[5]

Ίδρυση
Τον Μάρτιο του 1911, η κυβέρνηση ανέθεσε σε Γάλλους ειδικούς τη δημιουργία Ελληνικής Αεροπορικής Υπηρεσίας[6]. Τον Δεκέμβριο του 1911 έξι αξιωματικοί στάλθηκαν στη Γαλλία, στη σχολή των αδελφών Farman λίγο έξω από το Παρίσι, για να εκπαιδευτούν ως πιλότοι, ενώ παραγγέλθηκαν και τα πρώτα διπλάνα τύπου Farman.

Η πρώτη στρατιωτική πτήση έγινε στις 13 Μαΐου 1912 από τον υπολοχαγό Δημήτριο Καμπέρο με το πρώτο στρατιωτικό αεροπλάνο της Ελλάδας τύπου Farman HF.III στο Φάληρο, εκεί που σήμερα βρίσκεται το Μουσείο Ιστορίας της Πολεμικής Αεροπορίας. Τον Ιούνιο του ίδιου έτους, ο Δημήτριος Καμπέρος πέταξε με αεροπλάνο Farman HF.III με το παρωνύμιο Δαίδαλος το οποίο είχε μετασκευαστεί σε υδροπλάνο[7], θέτοντας έτσι τις βάσεις της ναυτικής αεροπορίας. Τον Σεπτέμβριο, ο Ελληνικός Στρατός απέκτησε την πρώτη του πολεμική αεροπορική μονάδα, τον Λόχο αεροπόρων, με έδρα τη Λάρισα.[5]

Βαλκανικοί Πόλεμοι (1912 – 1913)

Το αεροπλάνο Farman MF.VII bis hydravion των Μουτούση και Μωραϊτίνη ρυμουλκείται από το Βέλος μετά την επιτυχή αποστολή του στα Δαρδανέλια
Η Ελληνική Πολεμική Αεροπορία συμμετείχε στους Βαλκανικούς Πολέμους αναδεικνύοντας το αεροπλάνο ως πρωτοποριακό πολεμικό μέσο. Λόγω της ανεπάρκειας των αεροπλάνων Farman HF.III για πολεμικές επιχειρήσεις, παραγγέλθηκαν τα βελτιωμένα Farman HF.XX και Farman MF.VII, ενώ μαζί τους κατατάχθηκε με το βαθμό του ανθυπολοχαγού του μηχανικού ο Εμμανουήλ Αργυρόπουλος με το ιδιωτικής χρήσεως Nieuport 4G έπειτα από την προτροπή ένταξης στον Λόχο αεροπορίας, όσοι ιδιώτες διέθεταν δίπλωμα αεροπόρου.[8]

Στις 5 Οκτωβρίου 1912 πραγματοποιήθηκε η πρώτη παγκοσμίως πολεμική αεροπορική αποστολή αναγνώρισης των Τούρκων στο μέτωπο της Θεσσαλίας, ενώ ακολούθησαν αποστολές βομβαρδισμού με ρίψεις αυτοσχέδιων βομβών στα οχυρά του Μπιζανίου, καθώς και ρίψεις εφημερίδων και τροφίμων στους πολιορκούμενους κατοίκους των Ιωαννίνων. Στις 24 Ιανουαρίου 1913 πραγματοποιήθηκε η πρώτη πολεμική αποστολή ναυτικής συνεργασίας στον κόσμο πάνω από τα Δαρδανέλλια, γεγονός που αποτέλεσε σταθμό στην ιστορία των θαλάσσιων επιχειρήσεων. Με τη βοήθεια από το αντιτορπιλικό του Ελληνικού Βασιλικού Ναυτικού Βέλος, ο υπολοχαγός Μιχαήλ Μουτούσης και ο σημαιοφόρος Αριστείδης Μωραϊτίνης[9], πετώντας με ένα υδροπλάνο Farman MF.VII bis hydravion, εντόπισαν και κατάρτισαν σχεδιάγραμμα των θέσεων του τουρκικού στόλου τον οποίο και βομβάρδισαν. Η αποστολή αυτή σχολιάστηκε ευρέως τόσο από τον ελληνικό όσο και τον διεθνή τύπο.

Στις 4 Απριλίου 1913 ο αεροπόρος Εμμανουήλ Αργυρόπουλος έγινε ο πρώτος νεκρός της Ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας χάνοντας τη ζωή του όταν έπεσε το τούρκικο καταληφθέν αεροπλάνο του τύπου Blériot XI-2.

Αρχικά το Ελληνικό Βασιλικό Ναυτικό και ο Ελληνικός Στρατός Ξηράς λειτουργούσαν ξεχωριστές μονάδες ναυτικής αεροπορίας και στρατιωτικής αεροπορίας. Η Ελληνική Ναυτική Αεροπορική Υπηρεσία ιδρύθηκε το 1914 από τον τότε Βρετανό αρχηγό του γενικού επιτελείου του Ελληνικού Βασιλικού Ναυτικού ναύαρχο Μαρκ Κερρ.[10]

Στις 16 Αυγούστου 1913 η Θεσσαλονίκη ορίστηκε ως η έδρα του Λόχου Αεροπορίας, ενώ στις 23 Δεκέμβριου 1913, ο Λόχος Αεροπορίας υπήχθη στο υπουργείο στρατιωτικών με διοικητή τον λοχαγό Δημήτριο Καμπέρο και έδρα το αεροδρόμιο Λεμπέτ (σημερινή Ευκαρπία).[11]

Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και Μικρασιατική Εκστρατεία

Βομβαρδιστικό Airco De Havilland D.H.9 στη Σμύρνη (1919)
Τον Οκτώβριο του 1915 ο “Λόχος αεροπορίας” μετονομάστηκε σε Αεροπορική Υπηρεσία Στρατού (ΑΥΣ), και παράλληλα διέθετε το Αεροδρόμιο, την Αεροπορική Μοίρα Παλαιού Φαλήρου και τον Έμπεδο Λόχο Αεροπόρων. Η ΑΥΣ αποτελούσε το επιτελείο με τα σημερινά δεδομένα και είχε ως διοικητή τον ταγματάρχη Δημήτριο Καμπέρο. Στις αρμοδιότητές της περιλαμβανόταν η οικονομική υπηρεσία, η διαχείριση υλικού και η υγειονομική υπηρεσία. Στο Αεροδρόμιο ανήκαν οι εκπαιδευόμενοι χειριστές, το συνεργείο τεχνιτών και το βοηθητικό προσωπικό οπλιτών, ενώ η Αεροπορική Μοίρα Παλαιού Φαλήρου ήταν η μονάδα επιφορτισμένη με την επισκευή των αεροπλάνων. Τέλος, στον Έμπεδο Λόχο Αεροπόρων ανήκε το προσωπικό για τη διοικητική μέριμνα και τη στρατολογία.[12]

Με την είσοδο της Ελλάδας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο τον Ιούνιο του 1917 στο πλευρό των συμμάχων, ξεκίνησε μια νέα δραστηριοποίηση της ΑΥΣ με τους Έλληνες ιπτάμενους και τεχνικούς να εκπαιδεύονται από τους Γάλλους που είχαν σημαντική παρουσία στη Θεσσαλονίκη στο αεροδρόμιο Σέδες. Το Νοέμβριο του 1917 η ΑΥΣ επανήλθε στη Θεσσαλονίκη και μετά την εκπαίδευση από τους Γάλλους το 1918 μετατράπηκε σε διακριτό σώμα αεροπορίας ισότιμο με τα υπόλοιπα όπλα του Ελληνικού στρατού.[13]

Η πρώτη Ελληνική Πολεμική Μοίρα ήταν η 532 Μοίρα Αναγνωρίσεως που επιχειρούσε από την Αξιούπολη από τις 10 Δεκεμβρίου του 1917 με 12 αεροπλάνα Dorand AR.1 και λίγα Breguet 14A2/B2 με αποστολή τη φωτογράφιση και αναγνώριση των εχθρικών θέσεων, ενώ διέθετε μικτό προσωπικό Γάλλων και Ελλήνων έως το 1918. Ακολούθησε η 531 Μοίρα Δίωξης η οποία συγκροτήθηκε την 13η Μαρτίου 1918 και επιχειρούσε στην ίδια περιοχή με αεροπλάνα Nieuport 24/24bis, Nieuport 27, SPAD S.VII και SPAD S.XIII με το πρωτόγνωρο έργο της επιβολής αεροπορικής κυριαρχίας, ώστε να μπορούν να δρουν τα υπόλοιπα αεροσκάφη και οι χερσαίες δυνάμεις. Η διοίκησή της προσφέρθηκε τιμητικά στον Ανθυπίλαρχο Αλέξανδρο Ζάννα. Με έδρα το Δημητρίτσι Σερρών συγκροτήθηκε και η 533 Μοίρα αναγνώρισης και βομβαρδισμού (ΜΑΒ) την 1η Ιουνίου 1918.[14] Η τελευταία ελληνική Μοίρα του πολέμου ήταν η 534 Μοίρα Αναγνώρισης, η οποία συγκροτήθηκε το Σεπτέμβριο του 1918 στο Λεμπέτ (σημερινή Ευκαρπία).[15] Επιπλέον βοηθητικές υπηρεσίες ανέπτυξε η ΑΥΣ στο Μικρό Καραμπουρνού της Θεσσαλονίκης.[16]

Τον Αύγουστο του 1918 δόθηκε ένα οριστικό οργανωτικό σχήμα με την κατάργηση όλων των προηγούμενων νόμων. Έτσι η νέα οργανωτική μορφή της αεροπορίας περιλάμβανε το αεροπορικό σώμα, στο οποίο υπάγονταν οι 531, 532 και 533 Αεροπορικές Μοίρες, η Έμπεδος Μοίρα, η Μοίρα Εκπαιδεύσεως (Σέδες), το αεροπορικό απόσπασμα στο Γουδί, το αεροπορικό απόσπασμα Ελευσίνας και το τμήμα αεροπορίας υπαγόμενο στη διεύθυνση μηχανικού του υπουργείου στρατιωτικών.[17]

Η Πολεμική Αεροπορία πραγματοποιούσε φωτογραφίσεις, αναγνωρίσεις, περιπολίες και συλλογή πολύτιμων πληροφοριών πάνω από τις εχθρικές γραμμές, καθώς και προσβολές των εχθρικών χαρακωμάτων. Η Ελληνική Ναυτική Αεροπορική Υπηρεσία από την πλευρά της εκτελούσε νυκτερινές επιδρομές, ανθυποβρυχιακές έρευνες και προσβολές στόχων ζωτικής σημασίας, ενώ εμπλεκόταν και σε αερομαχίες. Χαρακτηριστικές είναι οι νυκτερινές επιδρομές στη χερσόνησο της Καλλίπολης-Κωνσταντινούπολης, η επιδρομή κατά των γερμανικών καταδρομικών Γκέμπεν και Μπρέσλαου, οι επιδρομές και η συμμετοχή στη μάχη του Σκρα και βομβαρδισμοί της Σμύρνης. Οι απώλειες της πολεμικής αεροπορίας στη διάρκεια του πολέμου ανήλθαν σε 17 αεροπόρους.

Μετά τη σύναψη ανακωχής από την Οθωμανική Αυτοκρατορία (20 Οκτωβρίου 1918) και τη Βουλγαρία (30 Σεπτεμβρίου 1918) η 531 Μοίρα διαλύθηκε στο αεροδρόμιο της Μίκρας τον Οκτώβριο του 1918, ενώ η 534 Μοίρα εστάλη στη Ρωσία προς ενίσχυση της συμμαχικής εκστρατείας το 1919. Παράλληλα η 533 Μοίρα παρέλαβε αεροπλάνα Breguet 14A2/Β2. Μετά τη λήξη του πολέμου οι εγκαταστάσεις πέρασαν στη κυριότητα της ΑΥΣ. Η ναυτική αεροπορία διέθετε 50 αεροσκάφη και η στρατιωτική αεροπορία διέθετε 70 αεροσκάφη.

Η Ελληνική Αεροπορία συμμετείχε ενεργά και στις επιχειρήσεις της Μικρασιατικής εκστρατείας. Ήδη από τον Μάιο του 1919 είχε αναπτυχθεί η Ναυτική Αεροπορική Μοίρα Σμύρνης, ενώ τον Ιούνιο του 1919 η 533 Μοίρα διενέργησε βομβαρδισμό στο Αϊδίνιο. Η Ναυτική Μοίρα καθώς και οι 3 Στρατιωτικές Μοίρες ανέλαβαν αποστολές φωτογραφίσεως, αναγνωρίσεως και βομβαρδισμού, χωρίς να λείπουν οι αερομαχίες.

Τον Δεκέμβριο του 1919 οργανώθηκε η Διεύθυνση Αεροπορικής Υπηρεσίας Στρατιάς (ΔΑΥΣ) που ενσωμάτωσε όλες τις αεροπορικές δυνάμεις στη Μικρά Ασία και οι Μοίρες 532, 533, 534 μετονομάσθηκαν σε Α’, Β’ και Γ’ αντίστοιχα, αριθμώντας 8-12 αεροσκάφη η καθεμία. Το 1921 κάλυπτε αποτελεσματικά ένα μέτωπο που έφθανε τα 700 χλμ. Καθοριστικές ήταν οι αποστολές βομβαρδισμού της Κιουτάχειας και του Εσκί Σεχίρ. Στις 12 Ιουλίου 1922 ο αεροπόρος Χριστόφορος Σταυρόπουλος κατέρριψε ένα τουρκικό Breguet βορειοανατολικά του Αφιόν Καραχισάρ.[18]

Στις 16/08/1920 ο αεροπόρος ανθ/γός Πέτρος Πετροπουλέας, μετέπειτα διοικητής της Σχολής Αεροπορίας Στρατού και στη συνέχεια αρχηγός αυτής, με το μαχητικό του τύπου SPAD γίνεται ο πρώτος Έλληνας πιλότος που έρχεται σε επαφή με τουρκικό αεροπλάνο, το οποίο και κυνήγησε αναγκάζοντας τον πιλότο του να το προσγειώσει ενώ στις 25 Ιουνίου 1920 είχε προσγειώσει το αεροπλάνο του μέσα στον περίβολο της τούρκικης στρατιωτικής ακαδημίας στην Προύσα, υψώνοντας την ελληνική σημαία.[19]

Τον Αύγουστο του 1922 με την εκκίνηση της γενικής αντεπίθεσης από τις τουρκικές δυνάμεις ξεκίνησε και η σύμπτυξη του Ελληνικού Στρατού με τα 10 αεροπλάνα Airco De Havilland D.H.9 της ΝΑΥ, ενώ από πλευράς Β’, Γ’ και Δ’ Μοιρών υπήρχαν 15 μαχητικά και στην ΔΑΥΣ υπήρχαν περίπου 25-30 αναγνωριστικά/βομβαρδιστικά. Μέχρι τις 26 Αυγούστου όλα τα αεροσκάφη που είχαν διασωθεί είχαν επιστρέψει σε ελληνικό έδαφος. Οι απώλειες της πολεμικής αεροπορίας στη διάρκεια της Μικρασιατικής εκστρατείας ανήλθαν σε 23 αεροπόρους, ενώ η χρήση του αεροπορικού όπλου είχε πλέον αποδείξει την αξία της.

Εκκλησία Online
Γράψε το σχόλιό σου

Αφήστε μια απάντηση

Comment moderation is enabled. Your comment may take some time to appear.