Η Ιερά Θεολογική Σχολή της Χάλκης, είναι η Σχολή της Πίστεως και του Γένους της οποίας την ιερή και πλατιά αποστολή διέκοψαν οι Τούρκοι το 1971 με την ψήφιση νόμου ο οποίος απαγορεύει την λειτουργία ανωτέρων ιδιωτικών ακαδημαϊκών ιδρυμάτων. Κι από τότε πέρασαν κι όλας 50 χρόνια κι η Σχολή παραμένει κλειστή παρόλα τα πολλά διαβήματα, υποσχέσεις και εξαγγελίες ακόμα και από Αμερικανούς Προέδρους.

Η Σχολή της Χάλκης βρίσκεται σ’ έναν επιβλητικό λόφο, που ονομάζεται λόφος της Ελπίδας, στη νήσο Χάλκη, που είναι ένα νησί από τα Πριγκηπόννησα. Απέχει μία περίπου ώρα με πλοίο από την ακτή της Πόλης. Στον τόπο των εγκαταστάσεων της Σχολής βρίσκεται η Μονή της Αγίας Τριάδος, που ιδρύθηκε κατά την περίοδο των Βυζαντινών χρόνων, χωρίς να έχουμε πληροφορίες για τον ακριβή χρόνο. Η ανίδρυση και ανασύσταση της Μονής συνδέεται με τους Οικουμενικούς Πατριάρχες Μέγα Φώτιο, Μητροφάνη Γ και Γερμανό Δ. Ο τελευταίος, ο Γερμανός Δ (1842-1845) επισκέφθηκε τη Μονή το 1842, είδε κατεστραμμένες και ερειπωμένες τις εγκαταστάσεις της και αφού έλαβε τη σχετική άδεια από τις τουρκικές αρχές προχώρησε σε ανίδρυση και ανοικοδόμησή της. Την 1η Οκτωβρίου του 1844 με ειδική τελετή επανάρχισε η λειτουργία της Ιεράς Μονής και ταυτόχρονα έγινε η έναρξη της λειτουργίας της Θεολογικής Σχολής.

Το κτίριο, στο οποίο στεγάστηκε αρχικά η Μονή ήταν ξύλινο. Περιελάμβανε χώρους για τη στέγαση των καθηγητών και των σπουδαστών, αίθουσες διδασκαλίας, νοσοκομείο, διευθυντήριο και το πατριαρχικό διαμέρισμα. Σε παρακείμενη λιθόκτιστη διώροφη οικοδομή στεγάστηκε η βιβλιοθήκη του ιδρύματος. Ο σεισμός όμως της 28ης Ιουνίου 1894 μετέτρεψε σε ερείπια τις εγκαταστάσεις, εκτός του ναού, και ανέστειλε τη λειτουργία του.

Η σημερινή μορφή της Ιεράς Μονής και της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης οφείλεται στην προσφορά του μεγάλου ευεργέτη Παύλου Σκυλίτση Στεφάνοβικ που ανέθεσε στον αρχιτέκτονα Περικλή Φωτιάδη την οικοδόμηση των νέων εγκαταστάσεων σε σχήμα Π.

Το συγκρότημα της Σχολής αποτελείται από υπόγειο, ισόγειο και δύο ορόφους. Τα εγκαίνια έγιναν την 6ην Οκτωβρίου 1896 και συνεχίστηκε η λειτουργία της Σχολής. Κατά τη δεκαετία του ’50 άρχισαν και προοδευτικά ολοκληρώθηκαν αρκετές εσωτερικές μεταρρυθμίσεις του οικοδομικού συγκροτήματος με στόχο τους την ικανοποίηση των νέων αναγκών και απαιτήσεων. Ολοκληρώθηκαν σύγχρονοι εγκαταστάσεις λουτρών, εσωτερικής θερμάνσεως, μαγειρείων, ψυκτικού θαλάμου, ενώ έγινε πλήρης επισκευή της οροφής και επαναδιοργάνωση του νοσοκομείου και του διευθυντηρίου.

Στην περίοδο αυτή έγιναν και οι εργασίες επιδιορθώσεως του μοναστηριακού ναού. Οι κτιριακές εγκαταστάσεις περιβάλλονται από κήπους, την αισθητική σχεδίαση και την δημιουργία των οποίων επιμελήθηκε ο Μητροπολίτης Πριγκηποννήσων Δωρόθεος. Πίσω από το ιερό βήμα του ναού της Μονής και σε ιδιαίτερο χώρο εκτός του κήπου υπάρχουν τάφοι Πατριαρχών, Μητροπολιτών και Καθηγητών της Σχολής.

Η Θεολογική Σχολής της Χάλκης ιδρύθηκε για να καλύψει τις εκπαιδευτικές ανάγκες της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως και της Ορθοδοξίας γενικότερα. Την ίδρυσή της επέβαλαν και ειδικότερα αίτια, όπως η ευρύτερη αναγέννηση των γραμμάτων κατά τον 19ον αιώνα, η ανάγκη της εκκλησιαστικής και θεολογικής καταρτίσεως του Ορθόδοξου κλήρου, η τακτική και συστηματική καλλιέργεια της θεολογικής επιστήμης, η αντιμετώπιση σε ιδεολογικό επίπεδο και με αυστηρά επιστημονικά επιχειρήματα καινοφανών δυτικών ιδεολογιών, όπως του υλισμού και κοινωνικο-φιλοσοφικών συστημάτων με αντιχριστιανικές θέσεις, αλλά και η αντιμετώπιση του προσηλυτισμού που άρχισαν να ασκούν σε βάρος της Ορθοδοξίας οι Δυτικές Χριστιανικές Ομολογίες.

Η ιστορία της Ιεράς Θεολογικής Σχολής της Χάλκης από της ιδρύσεώς της (1844) μέχρι σήμερα περιλαμβάνει πέντε περιόδους: την πρώτη περίοδο, από το 1844 μέχρι το 1919. Κατά την περίοδο αυτήν η Σχολή είχε επτά τάξεις, τέσσερις γυμνασιακές και τρεις θεολογικές, με κάποιες περιοδικές εξαιρέσεις. Τη δεύτερη περίοδο, από το 1919 μέχρι το 1923, όταν καταργήθηκε το γυμνασιακό τμήμα και η Σχολή λειτούργησε ως Ακαδημία με πέντε τάξεις, την τρίτη περίοδο, από το 1923 μέχρι το 1951, όταν επανήλθε στο παλαιό επτατάξιο σχήμα της, την τέταρτη περίοδο από το 1951 μέχρι το 1971, που η Σχολή λειτουργούσε με επτά τάξεις, τις τρεις γυμνασιακές και τις τέσσερις θεολογικές. Το 1971 η Σχολή έκλεισε, όπως ήδη αναφέραμε πιο πάνω με νόμο της τουρκικής κυβερνήσεως που απαγόρευσε τη λειτουργία ιδιωτικών Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων. Προσέρχονται προσκυνηματικά οι Ορθόδοξοι και οι φίλοι της Ορθοδοξίας, ενώ πρόσφατα με πρωτοβουλία του Οικουμενικού Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου διοργανώνονται διεθνή Οικολογικά Συμπόσια και Συνέδρια.

Η Σχολή της Χάλκης λειτούργησε βάσει Εκπαιδευτικών Κανονισμών, που εκδόθηκαν κατά τα έτη 1845, 1853, 1857, 1867, 1874, 1898, 1903 και 1951. Ο Κανονισμός του 1903 εφαρμοζόταν συνεχώς από το 1923 και εξής με τροποποιήσεις σύμφωνα προς τον περί Μειονοτικών Σχολών και της Μέσης Παιδεύσεως Κανονισμό του Υπουργείου Παιδείας της Τουρκίας. Τέλος ο Κανονισμός του 1951 είναι ο πρώτος που επικυρώθηκε από την τουρκική πολιτεία. Βέβαια για θέματα εσωτερικής ζωής, σχέσεων, πειθαρχίας και εφαρμογής του προγράμματος υπάρχουν και οι ειδικού εσωτερικοί κανονισμοί.

Η Θεολογική Σχολή της Χάλκης είναι Ιδρυμα του Οικουμενικού Πατριαρχείου και έχει ως άμεσο προστάτη, ρυθμιστή και πνευματική κορυφή τον εκάστοτε Οικουμενικό Πατριάρχη και την περί αυτόν Ιερά Σύνοδο του Οικουμενικού Θρόνου.

Ειδικότερα με τα αναφερόμενα στην Σχολή ζητήματα ασχολείται ιδιαίτερη επιτροπή αρχιερέων, που ονομάζεται «Εφορεία της Ιεράς Θεολογικής Σχολής της Χάλκης». Η «Εφορεία» διαθέτει ιδιαίτερο γραφείο στο Πατριαρχείο και αναφέρεται κανονικώς στην Ιερά Σύνοδο. Την «Εφορεία» απασχολούν η κατάρτιση του προϋπολογισμού, ο διορισμός του διδάσκοντος προσωπικού, η πρόσληψη των σπουδαστών και η γενικότερη εποπτεία της Σχολής.

Την εσωτερική διεύθυνση της Σχολής ασκεί ο διευθυντής της, που ονομάζεται Σχολάρχης και μπορεί να ονομαστεί αρχιμανδρίτης ή συνήθως επίσκοπος ή μητροπολίτης. Αυτός είναι ο πρόεδρος του καθηγητικού συλλόγου και θεωρείται ηγούμενος της μοναστικής κοινοβιακής αδελφότητας, που απαρτίζουν κατά ιδιότυπο τρόπο ως αδελφοί της Ιεράς Μονής οι σπουδαστές της.

Συνεργάτες στο έργο του ο σχολάρχης έχει τους καθηγητές, τον γραμματέα, τον επιστάτη ή επιμελητή των σπουδαστών, τον βιβλιοφύλακα, τον γραμματέα της διευθύνσεως και τον οικονόμο. Σχολάρχης συνήθως διορίζεται ένας από τους αγάμους κληρικούς μέλος του καθηγητικού συλλόγου. Σχολάρχες, που διεύθυναν κατά τον 19ον αιώνα για σειράν ετών την Σχολή, υπήρξαν: ο Μητροπολίτης Σταυρουπόλεως Κωνσταντίνος Τυπάλδος (1844-1864) και ο Αρχιμανδρίτης Γερμανός Γρηγοράς (1868-69, 1977-97). Κατά δε τον 20όν αιώνα σχολάρχες υπήρξαν ο Μητροπολίτης Σελευκείας Γερμανός Στρηνόπουλος (1907-1922), ο Μητροπολίτης Ιωακείμ Πελεκάνος (1924-1931, ο Μητροπολίτης Φιλαδελφείας Αιμιλιανός (1932-1942), ο Μητροπολίτης Νεοκαισαρείας Χρυσόστομος Κορωναίος (1942-1950), ο Μητροπολίτης Ικονίου Ιάκωβος Στεφανίδης (1951-1955) και τέλος ο Μητροπολίτης Σταυρουπόλεως Μάξιμος Ρεπανέλλης (1955-1991).

Καθηγητές του Θεολογικού Τμήματος, κληρικοί και λαϊκοί, υπήρξαν συνήθως απόφοιτοι της Σχολής που συνέχισαν σπουδές ειδικεύσεως σε Ορθόδοξες ή ξένες πανεπιστημιακές σχολές.

Κατά τον εσωτερικό κανονισμό η Σχολή έναντι των σπουδαστών της διατηρεί διορθόδοξη μορφή με σαφώς οικουμενικό χαρακτήρα. Επειδή λειτουργεί ως μοναστική αδελφότητα, προσλαμβάνει ως σπουδαστές της μόνον άνδρες, λαϊκούς, κληρικούς ή μοναχούς και τελευταία για μικρό διάστημα και ως ακροατές εγγάμους. Οι σπουδαστές φορούν μέσα στους χώρους της Σχολής ομοιόμορφο κοντόρασο μαύρου χρώματος. Εχουν περιορισμένες εξόδους σε ορισμένες ημέρες και αν χρειαστεί, για ειδικούς λόγους περισσότερος χρόνος, η σχολαρχία χορηγεί ειδική άδεια. Η φοίτηση στην Σχολή είναι συνεχής και παρέχεται δωρεάν. Σε περίπτωση, κατά την οποία οι σπουδαστές με την ολοκλήρωση των σπουδών τους δεν χειροτονηθούν, οφείλουν να καταθέσουν στη Σχολή χρηματική αποζημίωση έναντι των εξόδων σπουδών και διατροφής τους. Οι σπουδαστές είτε κατά τη διάρκεια των σπουδών είτε μετά την αποφοίτησή τους και εφόσον έχουν την κατάλληλη ηλικία και τα απαιτούμενα κανονικά προσόντα εισέρχονται στις τάξεις του Κλήρου. Το ποσοστό των χειροτονουμένων αποφοίτων της Σχολής είναι αρκετά υψηλό και εγγίζει το 80%. Κέντρο της ζωής των σπουδαστών αποτελούσε η Ορθόδοξη λατρεία και η συμμετοχή στις λατρευτικές συνάξεις του ναού. Σημαντική βαρύτητα δινόταν στη διδασκαλία του μαθήματος της βυζαντινής μουσικής και οι απόφοιτοι της Σχολής διακρίνονται για την κατάρτισή τους στο βυζαντινό μέλος.

Το πρόγραμμα των μαθημάτων του Γυμνασιακού Τμήματος ήταν παρόμοιο με εκείνο των κλασικών Λυκείων, ενώ του Θεολογικού Τμήματος ανάλογο εκείνων των Ορθοδόξων Θεολογικών Σχολών που λειτουργούν είτε στην Ελλάδα είτε σε άλλες Ορθόδοξες χώρες. Τα μαθήματα συνήθως εκτείνονται σε παραδόσεις ετήσιας διάρκειας που τέμνεται ισομερώς σε δύο εξάμηνα. Οι εξετάσεις γίνονται στο τέλος κάθε εξαμήνου, ενώ ενδιάμεσα πραγματοποιούνται δοκιμασίες προόδου. Στο τέλος του Δ’ έτους σπουδών οι σπουδαστές υπέβαλλαν πτυχιακή διατριβή και μετά την επιτυχή κρίση τους στο περιεχόμενό της έδιναν τις πτυχιακές εξετάσεις. Οι απόφοιτοι λάμβαναν τον τίτλο του «διδασκάλου της Ορθοδόξου Χριστιανικής Θεολογίας» σε ιδιαίτερη τελετή την Α’ Κυριακή του Ιουλίου κάθε έτους, κατά τη διάρκεια ειδικής εκκλησιαστικής τελετής που προεξήρχε ο Πατριάρχης περιβαλλόμενος από τους συνοδικούς αρχιερείς στον Ιερό Ναό της Σχολής.

Κατά τη διάρκεια των τεσσάρων θεολογικών ετών διδάσκονταν τα εξής μαθήματα: Εισαγωγή στην Παλαιά και την Καινή Διαθήκη, Εξηγητική της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, Ιερά Ερμηνευτική, Ιερά Κριτική, Εβραϊκή Αρχαιολογία, Εκκλησιαστική Ιστορία, Ιστορία των Ορθοδόξων Αυτοκεφάλων Εκκλησιών, Πατρολογία, Χριστιανική Αρχαιολογία και Χριστιανική Αρχιτεκτονική, Δογματική, Συμβολική, Απολογητική, Ιστορία Δογμάτων, Χριστιανική Ηθική, Εκκλησιαστικό Δίκαιο, Λειτουργική, Κατηχητική, Ποιμαντική, Ομιλητική, Εγκυκλοπαίδεια της Θεολογίας, Φιλοσοφική Ηθική, Ιστορία της Φιλοσοφίας, Ιστορία των Θρησκευμάτων, Βυζαντινή Μουσική και Υγιεινή. Για τους σπουδαστές που είναι Τούρκοι υπήκοοι διδάσκεται το δίωρο καθ’ εβδομάδα μάθημα της Τουρκικής Φιλολογίας.

Η βιβλιοθήκη της Σχολής, που θεωρείται μία από τις πιο πλούσιες στον Κόσμο σε παλαιότυπα και σπάνια βιβλία, έχει την αρχή της στους Βυζαντινούς χρόνους, αφού πολλά από τα χειρόγραφά της προέρχονται από την εποχή του Θεόδωρου Στουδίτη, του ιερού Φωτίου και της Αικατερίνης της Κομνηνής. Κύριος διοργανωτής και θεμελιωτής της βιβλιοθήκης, πριν ακόμη υπάρξει η Σχολή, υπήρξε ο Πατριάρχης Μητροφάνης Γ’ (1565-1572 και 1579-1580). Είναι εκείνος που μεταξύ άλλων δώρισε και 300 σπάνια χειρόγραφα, πολλά από τα οποία σώζονται σήμερα στην Αίθουσα Χειρογράφων της Πατριαρχικής Βιβλιοθήκης. Η βιβλιοθήκη πλουτίστηκε με διάφορες εκδόσεις από δωρεές και σημαντικές αγορές. Κύριος δωρητής της υπήρξε το Οικουμενικό Πατριαρχείο, στο οποίο ανήκει αυτή ως η δευτέρα Πατριαρχική Βιβλιοθήκη, μετά από εκείνην που υπάρχει αυτοτελώς στο Φανάρι. Πριν από τη λειτουργία της Σχολής η βιβλιοθήκη της Μονής ήταν πιθανώς εγκατεστημένη σε ιδιαίτερο χώρο του Πατριαρχείου. Μετά την ίδρυση της Σχολής ο Πατριάρχης Γερμανός Δ’ κατά την δεύτερή του Πατριαρχία (1852-53) και με προσωπικές δαπάνες κατασκεύασε διώροφο λιθόκτιστο κτίριο βιβλιοθήκης που χρησιμοποιήθηκε μέχρι το σεισμό του 1894.

Από το 1986 μέχρι το 1927 τα βιβλία ήταν τοποθετημένα στη μεγάλη αίθουσα της νοτιοδυτικής πλευράς του άνω πατώματος της Σχολής. Από το 1927 και μετά βρίσκονται στη σημερινή τους θέση στο υπόγειο της βόρειας πλευράς της Σχολής. Τμήμα ολόκληρο πρόσφατα με δαπάνη του Κ. Παμούκογλου διασκευάστηκε κατάλληλα ως αίθουσα περιοδικών, αναγνωστήριο και γραφείο του υπευθύνου της λειτουργίας της. Δωρητές και ευεργέτες υπήρξαν, εκτός από τους προαναφερθέντες, κυρίως οι απόφοιτοι της Σχολής, πατριάρχες, ιεράρχες, και άλλοι κληρικοί, καθηγητές της, διάφοροι ομογενείς φιλάνθρωποι, αδελφές Εκκλησίες, φίλες χριστιανικές Εκκλησίες, εκκλησιαστικά ιδρύματα και μεμονωμένα άτομα. Η βιβλιοθήκη λειτουργεί υπό την εποπτεία της Συνοδικής Επιτροπής επί των Βιβλιοθηκών και υπό την επίβλεψη τριών καθηγητών της Σχολής, με διευθυντή της τον εκάστοτε βιβλιοφύλακα. Εκτός της Μεγάλης αυτής Βιβλιοθήκης υπάρχει και άλλη, η Μαθητική Βιβλιοθήκη, που ιδρύθηκε, συντηρείται και διευθύνεται από το 1923 από τους σπουδαστές της Σχολής, υπό την εποπτεία του Σχολάρχη.

Θα πρέπει να σημειωθούν επίσης και ολίγα για τη σημασία και τους σκοπούς που υπηρετεί η Θεολογική Σχολή της Χάλκης. Η Σχολή, ως γνωστό, λειτουργεί με τη μορφή μοναστικής αδελφότητας σε τόπο γαλήνης και ησυχίας, σε Πατριαρχική Μονή και μακριά από τον θόρυβο της πόλεως. Ζει όμως μια έντονη ακαδημαϊκή και εκκλησιαστική ζωή κατά τα πρότυπα των αρχαίων εκκλησιαστικών και Θεολογικών Σχολών της Αλεξάνδρειας, της Αντιόχειας και της Κωνσταντινουπόλεως. Στη Σχολή προετοιμάζονται οι τρόφιμοί της και καταρτίζονται στη θεολογική επιστήμη και την εκκλησιαστική τάξη.

Η Σχολή υπηρετούσε και κάλυπτε τις επιστημονικές και ιερατικές ανάγκες του Οικουμενικού Πατριαρχείου, αλλά και των άλλων Ορθοδόξων Αυτοκεφάλων Εκκλησιών. Ο σημερινός Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος, αρκετοί αρχιερείς του Φαναρίου και πλήθος ιεραρχών στην Ελλάδα και το εξωτερικό καθώς και πολλοί πανεπιστημιακοί καθηγητές είναι απόφοιτοι ή προέρχονται από τη Σχολή της Χάλκης.

ope.gr

Εκκλησία Online
Γράψε το σχόλιό σου

Αφήστε μια απάντηση

Comment moderation is enabled. Your comment may take some time to appear.