Η Σεπτή των Ορθοδόξων κορυφή, ο Παναγιώτατος Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος, σε ιδιόχειρο μήνυμά του, προς τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Γερμανίας κ. Αυγουστίνο, μετά την επίσημη επίσκεψή του τον Μάιο του 2014 στην Γερμανία μεταξύ άλλων αναφέρει χρησιμοποιώντας τον λόγο της Αποκαλύψεως: "οίδα σου τα έργα και την αγάπην και την πίστιν και την διακονίαν και την υπομονήν σου, και τα έργα σου τα έσχατα πλείονα των πρώτων".

Σήμερα έξι χρόνια και πλέον περίπου μετά, τα ίδια θα επαναλάμβανε ο Παναγιώτατος, διότι τα ίδια κατά τι αυξημένα, αφορούν τον Μητροπολίτη Γερμανίας Αυγουστίνο και τα ενθυμούμαστε αυτό το διάστημα διότι η φετινή χρονιά έχει ιδιαίτερη ιστορική και όχι μόνο σημασία και για την Ιερά Μητρόπολη Γερμανίας, αλλά και για τον οιακοστρόφο της, τον σεπτό Ποιμενάρχη της, τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη κ. Αυγουστίνο.

Σάββατο 8 Νοεμβρίου 1980. Στην Βόννη, έδρα της Μητροπόλεως Γερμανίας ενθρονίζεται ως τέταρτος κανονικός Μητροπολίτης Γερμανίας και Έξαρχος Κεντρώας Ευρώπης ο από Επίσκοπος Ελαίας κ. Αυγουστίνος Λαμπαρδάκης.

Σαράντα χρόνια μετά αξιοχρέως αναφερόμαστε σε αυτό το ευλογημένο ιερό και ιστορικό γεγονός, για να θυμηθούμε οι παλαιότεροι και για να γνωρίσουν οι νεώτεροι πώς οι αδιαρρήκτως συνδεδεμένες έννοιες Μητρόπολη και Μητροπολίτης Γερμανίας συνυπάρχουν ζωοδοτούντες και ολοκληρώνοντας η μία την άλλη και είναι αδύνατον να γίνει ουσιαστική επισκόπιση τους αν η μία ξεχωριστεί από την άλλη. Δεν είναι μόνο τα σαράντα χρόνια που στο πηδάλιο της Μητροπόλεως Γερμανίας βρίσκεται ο Αυγουστίνος. Την ίδια Μητρόπολη διακόνησε επί μία οκταετία ως βοηθός Επίσκοπος Ελαίας, αλλά και ως διάκονος από την πρώτη στιγμή της ιδρύσεώς της, την 5η Φεβρουαρίου 1963 και στην συνέχεια ως πρεσβύτερος. Συνυφασμένη επομένως η πορεία του Μητροπολίτη Αυγουστίνου με αυτήν της Μητροπόλεώς του και είναι δύσκολο να διακρίνει κάποιος αν η Μητρόπολη έχει ασκήσει επιρροή στον Μητροπολίτη ή το αντίθετο, αν και γιατί όχι να μην είναι αμφίδρομος αυτή η επιρροή, εφόσον πρόκειται περί ζώντων οργανισμών και προσώπων κατ’ εικόνα Θεού!

Το γεγονός πάντως το υπό όλων αποδεκτό είναι, πως η Ιερά Μητρόπολη Γερμανίας και Εξαρχία Κεντρώας Ευρώπης βρίσκεται στην κορυφή των επαρχιών του Οικουμενικού Θρόνου από πλευράς ακτινοβολίας και προσφοράς και ο Μητροπολίτης της, Σεβασμιώτατος κ. Αυγουστίνος συγκαταλέγεται μεταξύ των σπουδαιοτέρων και ικανοτέρων μελών της σεβασμίας Ιεραρχίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Και οι δύο ομού Μητρόπολη και Μητροπολίτης απολαμβάνουν τον σεβασμό και την αναγνώριση πρωτίστως της Οικουμενικής Ορθοδοξίας, των Χριστιανών παγκοσμίως και όχι μόνον.

Με την ευκαιρία λοιπόν του ευλογημένου Ιωβηλαίου των σαράντα χρόνων από της αναρρήσεως στον Μητροπολιτικό Θρόνο της Μητροπόλεως Γερμανίας, θεωρούμε επιβεβλημένο καθήκον μας να αναφέρουμε και κάποια από τα στοιχεία εκείνα, τα οποία θα μας καταστήσουν περισσότερο γνωστό τον στιβαρό πηδαλιούχο της, τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Γερμανίας και Έξαρχο Κεντρώας Ευρώπης κ. Αυγουστίνο.

Όπως ήδη αναφέραμε η πορεία του Μητροπολίτη Γερμανίας Αυγουστίνου είναι συνυφασμένη με εκείνη της Μητροπόλεως Γερμανίας μια και είναι από τους πρώτους κληρικούς της, από τη στιγμή της ιδρύσεώς της το έτος 1963. Επί ενάμιση χρόνο περίπου υπήρξε Διάκονος, άλλα οχτώ περίπου πρεσβύτερος και από το έτος 1972 Επίσκοπος και το 1980 Μητροπολίτης της.

Ο Μητροπολίτης Γερμανίας και Έξαρχος Κεντρώας Ευρώπης Αυγουστίνος Λαμπαρδάκης γεννήθηκε τη Δευτέρα 7 Φεβρουαρίου 1938, στο χωριό Βουκολιές, 27 χιλιόμετρα ΝΔ της πόλεως των Χανίων, 7 χιλιόμετρα από τη θάλασσα, χτισμένο σε υψόμετρο 200 μέτρων στην δυτική όχθη του ποταμού Ταυρωνίτη, ο οποίος αποτελεί το φυσικό όριο μεταξύ των επαρχιών Κισάμου και Κυδωνίας. Το βαπτιστικό του όνομα Γεώργιος το έλαβε στην κολυμβήθρα του ιερού ναού Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, ο οποίος είναι και σήμερα ο ενοριακός ναός των Βουκολιών. Γονείς του ήταν ο Εμμανουήλ Λαμπαρδάκης από τις Βουκολιές, με σφακιανή καταγωγή μάλλον, και η Ευρυδίκη από την Κάντανο. Πιστοί άνθρωποι και οι δύο, ο πατέρας του ασκούσε το επάγγελμα κατά κύριο λόγο του γεωργού, αλλά και αυτό του υποδηματοποιού και η μητέρα του ασχολούνταν με τα οικιακά. Δύο χρόνια αργότερα (1940) γεννήθηκε ο αδερφός του Στυλιανός ο οποίος έμελλε στα σαράντα του χρόνια (1980) να έχει ακαριαίο θάνατο μετά από πτώση από ξύλινη σκάλα, κατά την συγκομιδή ελαιοκάρπου.

Παρόλο που ο πατέρας του ήταν υποδηματοποιός, εντούτοις και τα δύο αδέρφια κυκλοφορούσαν ξυπόλυτα, διότι τα λιγοστά παπούτσια που έφτιαχνε ο πατέρας τους τα πουλούσε για να εξοικονομεί τα προς το ζην της οικογένειάς του. Στην περίοδο της Κατοχής οι Γερμανοί είχαν επιτάξει το σπίτι τους και έμεναν αυτοί στο ισόγειο και στον επάνω όροφο Γερμανοί. Ο Γεώργιος επισκέφθηκε το δημοτικό σχολείο του χωριού του, το οποίο την εποχή εκείνη είχε γύρω στα εκατόν πενήντα (150) παιδιά. Με είκοσι από αυτά ήταν στην ίδια τάξη. Δάσκαλος του ήταν ο Νικόλαος Γουλιέλμος. Επειδή το κτίριο που στεγαζόταν το σχολείο το είχαν καταστρέψει οι Γερμανοί, τα πρώτα χρόνια το μάθημα γινόταν έξω, κάτω από έναν δρυ, στον οποίο ήταν κρεμασμένος ο πίνακας. Φυσικό ήταν να γίνεται μάθημα όποτε το επέτρεπε ο καιρός.

Ο Γεώργιος τελειώνοντας το δημοτικό συνέχισε στο γυμνάσιο του χωριού, το οποίο στεγαζόταν σε κτήριο στον καταυλισμό που έμεναν οι Γερμανοί και ήταν ιδιωτικό. Τελειώνοντας την τέταρτη τάξη κάποιος εκπαιδευτικός συνέστησε στους γονείς του να τον στείλουν στην Χάλκη. Έτσι βρέθηκε το έτος 1954 να είναι μαθητής του λυκειακού τμήματος της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης. Μέχρι να φύγει για την Χάλκη δεν γνώριζε τίποτα για την Θεολογική Σχολή, ούτε τον είχε απασχολήσει ως παιδί το θέμα της ιεροσύνης. Όπως και οι ευσεβείς γονείς του, με την εκκλησία είχε επαφή από μικρός, πήγαινε και βοηθούσε τον ιερέα Αντώνιο Μαραγκουδάκη. Επηρεασμένος από τον δάσκαλό του στο δημοτικό Νικόλαο Γουλιέλμο, ήθελε να γίνει δάσκαλος.

Την απόφαση για να ιερωθεί την πήρε στο τελευταίο έτος των σπουδών του (1960) στην Θεολογική Σχολή της Χάλκης. Στη λήψη αυτής της απόφασης τον βοήθησαν με τον τρόπο ζωής τους, με τη διδασκαλία τους, με τη λειτουργία τους οι σχολάρχες, Ικονίου Ιάκωβος και Σταυρουπόλεως Μάξιμος, ο οποίος υπήρξε και γέροντας του, καθώς και ο καθηγητής της Σχολής Χρυσόστομος Κωνσταντινίδης, μητροπολίτης Μύρων και μετέπειτα Εφέσου. Έτσι το Σάββατο του Λαζάρου, 9 Απριλίου 1960, χειροτονήθηκε Διάκονος από τον Μητροπολίτη και μετέπειτα Αρχιεπίσκοπο Κρήτης Ευγένιο, ο οποίος εκείνο το διάστημα βρισκόταν στην Πόλη για την παρασκευή του Αγίου Μύρου. Κατά την χειροτονία έλαβε το όνομα Αυγουστίνος, το οποίο ήταν επιλογή του ιδίου. Μετά τη χειροτονία, με ενέργειες του σχολάρχη, ο διάκονος Αυγουστίνος έφυγε για μεταπτυχιακές σπουδές στο Στρασβούργο και στην συνέχεια για μια διετία στο Πανεπιστήμιο της πόλης Münster της τότε Δυτικής Γερμανίας, όπου είχε καθηγητή τον Josef Ratzinger, μετέπειτα Πάπα Ρώμης Βενέδικτο 16ο. Συνέχισε σπουδές για ένα χρόνο στο ελεύθερο Πανεπιστήμιο του τότε Δυτικού Βερολίνου.

Η εις πρεσβύτερον χειροτονία του έγινε την Κυριακή 30 Αυγούστου 1964 από τον Μητροπολίτη Γερμανίας Πολύευκτο, στο Eidorf, μια μικρή πόλη κοντά στη Βόννη. Την εποχή εκείνη η Μητρόπολη Γερμανίας δεν διέθετε ναούς, γι’ αυτό και η χειροτονία έγινε σε μια αίθουσα την οποία χρησιμοποιούσαν οι Έλληνες Ορθόδοξοι για τις λατρευτικές τους ανάγκες. Την ίδια μέρα χειροτονήθηκε Διάκονος ο Γεώργιος Βεργέτης, μετέπειτα πρωτοπρεσβύτερος και τώρα εφησυχάζων εφημέριος της Μητροπόλεως Γερμανίας. Με την τοποθέτησή του στην ενορία του Βερολίνου του απονεμήθηκε το οφίκιο του Αρχιμανδρίτη.

Η ενορία του Βερολίνου τότε ήταν εντελώς ανοργάνωτη. Ο πρώτος μόνιμος ιερέας είχε εμφανισθεί το 1958. Οι ακολουθίες τελούνταν σε ναό παραχωρημένο από την Ευαγγελική Εκκλησία και από το 1960 σε ένα προσωρινά διασκευασμένο ναΰδριο χωρητικότητας 60-80 ανθρώπων, αφιερωμένο στον Άγιο Νικόλαο, στο ισόγειο μιας πολυκατοικίας. Ιδιαίτερα στις κυριακάτικες Λειτουργίες, όπως και στις μεγάλες εορτές ο πολύς κόσμος στεκόταν έξω στο πεζοδρόμιο. Η κατάσταση αυτή συνεχίστηκε μέχρι το 1976 που εγκαινιάσθηκε ο νέος ναός της Αναλήψεως του Σωτήρος.

Οι Έλληνες του Βερολίνου την εποχή εκείνη ήταν στην πλειοψηφία τους φοιτητές και λιγότεροι εργάτες. Τα χρόνια της Χούντας στην Ελλάδα (1967-1974) στο Βερολίνο υπήρχαν αρκετοί Έλληνες που ήταν αντίθετοι με το καθεστώς αυτό και πάρα πολλοί ήταν εκείνοι που δεν μπορούσαν να κατέβουν στην Ελλάδα. Κάθε μέρα γινόταν διαδηλώσεις μπροστά στο Ελληνικό Προξενείο. Δυσκολίες από το καθεστώς αντιμετώπιζε και ο Αυγουστίνος. Όπως ο ίδιος λέει, δεν έκανε συστηματικά κηρύγματα κατά της Χούντας, αλλά για κάποιες υπερβολές του καθεστώτος άφηνε μερικές “μπηχτές” στο τέλος της Λειτουργίας και δεν δεχόταν να κάνει Δοξολογία για τον εορτασμό της 21ης Απριλίου. Φρόντιζε επίσης, κυρίως οι φοιτητές τους οποίους “κυνηγούσε” η Χούντα να έχουν τουλάχιστον ένα πιάτο φαγητό, γι’ αυτό και είχε συμφωνήσει με ένα ελληνικό εστιατόριο να χορηγεί καθημερινά φαγητό σε όσους από αυτούς ήθελαν και πλήρωνε μία φορά το μήνα με χρήματα που έβρισκε από διάφορους γνωστούς και φίλους, αλλά και από τα δικά του.

Στο Βερολίνο ο καθηγητής Marcel Reding όρισε με εντολή διδασκαλίας, τον Aρχιμανδρίτη Αυγουστίνο να διδάσκει Πατρολογία στο Ρωμαιοκαθολικό Σεμινάριο, όπου παρέμεινε επί μία εξαετία. Αυτή ήταν μια σημαντική εμπειρία για τον νεαρό τότε Αυγουστίνο, ο οποίος έζησε από μέσα την φοιτητική επανάσταση (Student Revolution) της εποχής εκείνης και γνώρισε από κοντά τη νοοτροπία των νέων, χώρια το γεγονός ότι εντρύφησε ιδιαιτέρως στους Εκκλησιαστικούς Πατέρες. Ο Αρχιμανδρίτης Αυγουστίνος Λαμπαρδάκης ύστερα από πρόταση του Μητροπολίτη Γερμανίας Ειρηναίου Γαλανάκη εξελέγη βοηθός Επίσκοπος την Τρίτη 21 Μαρτίου 1972, επί Πατριάρχου Αθηναγόρα από την Αγία και Ιερά Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου, με τον τίτλο της πάλαι ποτέ διαλαμψάσης Επισκοπής Ελαίας. Η εκλογή διεξήχθη στον Πάνσεπτο Πατριαρχικό Ναό του Αγίου Γεωργίου και ήταν παμψηφεί. Το τριπρόσωπο συγκρότησαν οι αρχιμανδρίτες Αυγουστίνος Λαμπαρδάκης, Αγαθάγγελος Παπαγεωργίου και Βενέδικτος Νικήτας. Η χειροτονία έγινε πέντε μέρες μετά την εκλογή, στο ναό του Αγίου Ανδρέου στο κεντρικό πάρκο (Grüneburgpark) της Φρανκφούρτης την Κυριακή 26 Μαρτίου 1972 και ήταν η πρώτη χειροτονία ορθοδόξου επισκόπου που γινόταν στη Γερμανία. Η χειροτονία τελέσθηκε από τον Μητροπολίτη Γερμανίας Ειρηναίο Γαλανάκη συλλειτουργούντων του σχολάρχη της Χάλκης Μητροπολίτη Σταυρουπόλεως Μαξίμου Ραπανέλη και του Μητροπολίτη Καλαβρίας Αιμιλιανού Τιμιάδη. Όλα έγιναν τόσο γρήγορα που ο εψηφισμένος Επίσκοπος Ελαίας δεν πρόλαβε να ετοιμάσει τίποτα. Ο Μητροπολίτης Καλαβρίας Αιμιλιανός τον εφοδίασε με μίτρα και αρχιερατικά άμφια, τα οποία είχε ράψει η μητέρα του γι’ αυτόν και πρωτοφορέθηκαν από τον Ελαίας. Μα και να ήθελε ο Αυγουστίνος να κατέβει στην Ελλάδα για να εφοδιαστεί τα της χειροτονίας ήταν δύσκολο. Οι ενέργειές του να μην τελεί Δοξολογία την 21η Απριλίου και να εξασφαλίζει ένα πιάτο φαγητό σ’ αυτούς που διώκονταν από τη Χούντα είχαν ενοχλήσει την δικτατορική Κυβέρνηση των Αθηνών. Ο τότε Γενικός Πρόξενος της Ελλάδος στο Βερολίνο τον είχε προειδοποιήσει: “Μην κατεβείς στην Ελλάδα, θα σου πάρουν το διαβατήριο”. Για το λόγο αυτό και μέχρι της πτώσεως της Χούντας δεν είχε επισκεφθεί την Ελλάδα.

Με πρωτοβουλία του Επισκόπου Ελαίας Αυγουστίνου, κτίσθηκε ο ιερός ναός Αναλήψεως του Σωτήρος στο Βερολίνο. Με τις γνωριμίες που είχε και προβαίνοντας στις ανάλογες ενέργειες κατάφερε να εξασφαλίσει άδεια από τον τοπικό δήμο του Steglitz στο κέντρο του Βερολίνου και με την εξολοκλήρου χρηματοδότηση της Ρωμαιοκαθολικής και Ευαγγελικής Εκκλησίας χτίστηκε εκ θεμελίων ο ιερός ναός Αναλήψεως του Σωτήρος στην Mittel Straße 32 και ήταν ο πρώτος ελληνορθόδοξος ναός που κτίσθηκε στη Γερμανία. Παρότι κτίσθηκε εκ θεμελίων, δεν επετράπη από τις αρμόδιες γερμανικές αρχές να ακολουθηθεί η ορθόδοξη ναοδομία, διότι ήταν αταίριαστη προς το περιβάλλον.

Το καλοκαίρι του 1980 ο Μητροπολίτης Γερμανίας Ειρηναίος επισκεπτόμενος την Ελλάδα εμποδίστηκε από μερίδα του κόσμου της πρώην Μητροπόλεώς του Κισάμου και Σελίνου να επιστρέψει στη Γερμανία. Σε συνεδρία της η Αγία και Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου υπό τον Πατριάρχη Δημήτριο, την Δευτέρα 29 Σεπτεμβρίου 1980 έθεσε σε διαθεσιμότητα τον Μητροπολίτη Ειρηναίο και στην ίδια συνεδρία της εξέλεξε παμψηφεί ως Μητροπολίτη Γερμανίας τον Επίσκοπο Ελαίας Αυγουστίνο Λαμπαρδάκη. Μεταξύ των εκλεκτόρων Μητροπολιτών ήταν και ο Χαλκηδόνος Βαρθολομαίος, νυν Οικουμενικός Πατριάρχης. Στο τριπρόσωπο συμμετείχαν οι Επίσκοποι Ελαίας Αυγουστίνος ο Μιλητουπόλεως Τιμόθεος καθώς και ο Αρχιμανδρίτης Χρυσόστομος Δημητριάδης, ο οποίος μετέπειτα εξελέγη βοηθός Επίσκοπος του Μητροπολίτη Γερμανίας.

Η ενθρόνιση του Μητροπολίτη Γερμανίας και Εξάρχου Κεντρώας Ευρώπης κ. Αυγουστίνου έγινε το Σάββατο 8 Νοεμβρίου 1980 στον Μητροπολιτικό Ναό Αγίας Τριάδος στη Βόννη και την ίδια ημέρα έγινε από το νέο Μητροπολίτη και η εις Επίσκοπον χειροτονία του Επισκόπου Παμφίλου Χρυσοστόμου Δημητριάδη, μετέπειτα και έως της κοιμήσεως του (9 Ιανουαρίου 2018) Μητροπολίτου Σύμης. Ο Μητροπολίτης Αυγουστίνος είναι ο πρώτος Μητροπολίτης Γερμανίας ο οποίος ενθρονίστηκε στον Μητροπολιτικό Ναό Αγίας Τριάδος στην Βόννη.

Στον ενθρονιστήριο λόγο του διατύπωσε για άλλη μια φορά την άποψή του για την ανάγκη ανάληψης προτοβουλιώνν από πλευράς της Μητροπόλεως για να απαλλαγούν οι Έλληνες μετανάστες από τη νοοτροπία του Gastarbeiter (φιλοξενούμενος εργάτης), τονίζοντας ότι: “Η προσωρινότητα μεταβάλλεται σε μονιμότητα” και διαβεβαίωσε το πλήρωμα της επαρχίας του, ότι τα προβλήματα των ξενιτεμένων Ελλήνων αποτελούν και προβλήματα της Μητροπόλεως και θα στέκεται δίπλα τους. Παρότρυνε όλους να δημιουργήσουν πυρήνες με κέντρο την ενορία, να κτισθούν ναοί και πνευματικά κέντρα, αλλά και άλλοι χώροι, όπου ήταν δυνατόν. Να δημιουργηθούν έτσι “μικρές πατρίδες”, όπως χαρακτηριστικά ανάφερε.

Στο ξεκίνημα της ποιμαντορίας του ως Μητροπολίτης Γερμανίας ο Αυγουστίνος είχε ήδη ως βοηθό επίσκοπο τον Αρίστης Βασίλειο. Με προτάσεις δικές του εξελέγησαν και χειροτονήθηκαν από τον ίδιο πέντε βοηθοί Επίσκοποι: ο Παμφίλου Χρυσόστομος, ο Θερμών Δημήτριος, ο Λεύκης Ευμένιος, ο Αριανζού Βαρθολομαίος και ο Χριστουπόλεως Εμμανουήλ. Μαζί με τους βοηθούς Επισκόπους και τον Πρωτοσύγκελλό του Αρχιμανδρίτη του Οικουμενικού Θρόνου Αμβρόσιο Κουτσουρίδη ασκεί την διοίκηση της Μητροπόλεως της οποίας ο αριθμός ενοριών και εφημερίων έχει σχεδόν διπλασιαστεί. Σήμερα σε όλη την Ο.Δ. Γερμανίας από την Ελληνική Ορθόδοξη Μητρόπολη Γερμανίας και Εξαρχία Κεντρώας Ευρώπης εξυπηρετούνται συνολικά 151 πόλεις από 66 ενορίες 71 ιερείς και 2 διακόνους.

Ο Μητροπολίτης Αυγουστίνος δίδει μεγάλη σημασία στα Ιερατικά Συνέδρια. Κατ’ αρχήν τα θεωρεί ευκαιρία για να συναντιούνται για λίγο χρονικό διάστημα όλοι οι κληρικοί της Μητροπόλεως, γι’ αυτό πραγματοποιούνται κάθε χρόνο και επιλέγονται κάθε φορά συνεδριακοί χώροι σε διαφορετικά σημεία της Γερμανίας, που παρέχουν την δυνατότητα της διαμονής όλων των συνέδρων, ούτως ώστε να δίδεται η ευκαιρία της συναναστροφής και της αλληλογνωριμίας, αλλά τα βλέπει επίσης και ως ευκαιρία εμπλουτισμού γνώσεων και εμπειριών για την ευόδωση του ποιμαντικού έργου. Επίσης επιδεικνύει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το μορφωτικό επίπεδο των κληρικών του, τους οποίους παροτρύνει και διευκολύνει για να σπουδάσουν. Αμείωτο είναι επίσης το ενδιαφέρον του και για την μόρφωση ιδιαιτέρως των νέων. Με προσωπική μέριμνά του έχει εισαχθεί το μάθημα των Ορθόδοξων Θρησκευτικών στην γερμανική γλώσσα στα περισσότερα ομοσπονδιακά κρατίδια της Γερμανίας, ενώ μετά από πολύμοχθους αγώνες του δημιουργήθηκε και λειτουργεί από το 1984 την αρχή ως έδρα και στην συνέχεια ως “Τμήμα Ορθοδόξου Θεολογίας” στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου.

Ο Μητροπολίτης Γερμανίας Αυγουστίνος ως λειτουργός χαρακτηρίζεται από ιεροπρέπεια και απλότητα. Δεν τον ενδιαφέρουν τα πολυτελή άμφια και εγκόλπια, αλλά η αρχοντιά και η τάξη, κάτι το οποίο ζητά και από τους κληρικούς του. Όταν λειτουργεί, όπως όλοι οι Χαλκίτες, στέκεται μπροστά στην Αγία Τράπεζα σαν άγαλμα, χωρίς περιττές κινήσεις. Δεν αρέσκεται σε αυτοσχεδιασμούς ούτε προσθαφαιρέσεις στις εκφωνήσεις ή στις ευχές. Η φωνή του βροντερή και επιβλητική ενισχύει τη γενικότερη ιεροπρεπή παρουσία του. Το ίδιο επιβλητικός είναι και ο λόγος του. Πάντα λαμβάνει υπόψη το ακροατήριο στο οποίο απευθύνεται και αναλόγως προσαρμόζει και τον λόγο του, ο οποίος χαρακτηρίζεται από πάθος. Στα κηρύγματα χρησιμοποιεί κατά κύριο λόγο, ρητά και εικόνες από την Αγία Γραφή. Τον λόγο του τον στηρίζει αγιοπατερικά και πάντα θα βρει τον τρόπο για να απευθύνει τις πατρικές νουθεσίες του στους νέους.

Από τη πρώτη στιγμή της παρουσίας του στην Γερμανία ο Μητροπολίτης Αυγουστίνος κατανόησε ότι, στον σύγχρονο κόσμο με τις κατακλυσμιαίες αλλαγές και μεταβολές είναι απαραίτητος ο διάλογος με τους ετεροδόξους, γι’ αυτό και έχει ανοίξει δίαυλο επικοινωνίας και συνεργασίας προκειμένου να διευθετούνται λειτουργικές και πνευματικές ανάγκες του ποιμνίου του.

Από πολύ νωρίς ο Μητροπολίτης Γερμανίας Αυγουστίνος έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την Πανορθόδοξη συνεργασία στη Γερμανία και εργάστηκε εντατικά για την επίτευξή της. Έκανε μεγάλο αγώνα για να δημιουργηθεί μία Επιτροπή και να ονομασθεί Επιτροπή της Ορθόδοξης Εκκλησίας και όχι των Ορθοδόξων Εκκλησιών, στοχεύοντας έτσι στην άμβλυνση του χωρισμού που επικρατεί στην Ορθόδοξη Εκκλησία, με την δημιουργία μιας ενιαίας φωνής όλων των Ορθοδόξων της Γερμανίας.

Ο Μητροπολίτης Αυγουστίνος σέβεται και τιμά απεριόριστα τη Μητέρα Εκκλησία, το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Στην υπερπεντακοετή διακονία του στην Εκκλησία έχει ζήσει τρεις Πατριαρχίες, των Οικουμενικών Πατριαρχών Αθηναγόρα, Δημητρίου και Βαρθολομαίου. Όταν αναφέρεται στον Οικουμενικό Πατριάρχη Αθηναγόρα, χρησιμοποιεί το επίθετο “μέγας”. Τον γνώρισε από κοντά τα έξι χρόνια που βρισκόταν στη Χάλκη.

Τον Οικουμενικό Πατριάρχη Δημήτριο τον χαρακτηρίζει ως αγία μορφή. Ένας άγιος άνθρωπος, ένας απλός άνθρωπος σε μια εποχή δύσκολη που με την απλότητά του μπορούσε και κατακτούσε τους πάντες. Επί πατριαρχίας του ο Αυγουστίνος εξελέγη Μητροπολίτης Γερμανίας.

Με τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο συνυπήρξε στη Σχολή της Χάλκης. Τον έχει ζήσει και ως συνοδικός. Όπως λέει, ήταν και παραμένει άνθρωπος με πολλά χαρίσματα. Έχει γνώση των πραγμάτων και δεν ζει στα σύννεφα. Είναι ένα δώρο του Θεού για το Οικουμενικό Πατριαρχείο, για την εκκλησία, αλλά και για την ανθρωπότητα ολόκληρη. Έχει κάνει γνωστό το Οικουμενικό Πατριαρχείο σε όλο τον κόσμο. Είναι μια ηγετική παρουσία για την εκκλησία. Τολμηρός δεν φοβάται παρά μόνο το Θεό.

Επί Μητροπολίτου Αυγουστίνου έγινε η πρώτη επίσημη επίσκεψη Οικουμενικού Πατριάρχη στην Γερμανία. Πρόκειται για αυτήν που πραγματοποιήθηκε από τον Παναγιώτατο Οικουμενικό Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίο τον Οκτώβριο του 1993.

Κορυφαίο γεγονός της ζωής του Μητροπολίτη Αυγουστίνου υπήρξε η συμμετοχή του στην Αγία και Μεγάλη Σύνοδο που πραγματοποιήθηκε τον Ιούνιο του 2016 στο Κολυμπάρι της Κρήτης, η οποία όπως λέει ο ίδιος, υπήρξε μεγάλη εμπειρία για τον ίδιο.

Ενδιαφέρον επίσης είναι να αναφερθεί ότι ο Μητροπολίτης Γερμανίας Αυγουστίνος έχει τιμηθεί με ανώτατα πολιτειακά παράσημα των χωρών Γερμανίας και Ελλάδος, ενώ έχει αναγορευθεί Επίτιμος Διδάκτορας της Ρωμαιοκαθολικής Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Friedrich Wilhelm της Βόννης.

Ο Αυγουστίνος, όπως προαναφέρθηκε, στο Βερολίνο είχε εντολή διδασκαλίας στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο από τον Καθηγητή Marcel Reding. Ο Καθηγητής Marcel Reding υπήρξε μεγάλος φιλέλληνας και φιλορθόδοξος. Από την πανεπιστημιακή του καριέρα και την συγγραφική του δραστηριότητα είχε γίνει κάτοχος μεγάλης περιουσίας. Μετά τον θάνατό του ο Marcel Reding με διαθήκη παραχώρησε την τεράστια περιουσία του στον Μητροπολίτη Αυγουστίνο. Μαζί με τον Redig την περιουσία της κληροδότησε στον Μητροπολίτη Αυγουστίνο και η οικονόμος του Sigrid Rome, η οποία, παρόλο που είχε μεγάλη αναπηρία των κάτω άκρων, την είχε βοηθήσει να σπουδάσει και να εξελιχθεί ως αρχίατρος και καθηγήτρια Πανεπιστημίου.

Ο Μητροπολίτης αμέσως μετά τη γνωστοποίηση της διαθήκης ανάθεσε στο νομικό σύμβουλο της Μητροπόλεως να κινήσει τη διαδικασία ούτως ώστε όλη η περιουσία που κληρονομούσε να μεταβιβαστεί στη Μητρόπολη. Για τον εαυτό του δεν κράτησε τίποτα, παρά μόνο μία φωτογραφία των ανθρώπων που κληρονόμησε.

Η κληρονομιά, εκτός από μετρητά μερικών εκατομμυρίων γερμανικών μάρκων, περιελάμβανε μια πλούσια βιβλιοθήκη με σπάνια βιβλία μεγάλης αξίας, παραθεριστική κατοικία στην Ανατολική Θάλασσα, μία παρόμοια στην Πελοπόννησο με μεγάλο οικόπεδο, μία μονοκατοικία στην περιοχή Wannsee του Βερολίνου, δύο αυτοκίνητα και διάφορα άλλα.

Τα ακίνητα στην Ανατολική Θάλασσα και στην Πελοπόννησο μαζί με τα οικόπεδα τους πουλήθηκαν και το τίμημά τους κατατέθηκε στο ταμείο της Μητροπόλεως. Η μεταφορά της έδρας της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας στο Βερολίνο, μετά την ένωση των δύο Γερμανιών, είχε ως αποτέλεσμα την ανάγκη ύπαρξης μόνιμης αντιπροσωπείας της Μητροπόλεως στη νέα πρωτεύουσα. Έτσι λύθηκε το στεγαστικό πρόβλημα με την μονοκατοικία στο Βερολίνο. Πάρα πολλά χρήματα από την κληρονομιά διατέθηκαν σε ενορίες που εκείνο το διάστημα ανοικοδομούσαν ναούς ή ενοριακά κέντρα.

Τα όσα έχουν γραφτεί εδώ μέχρι τώρα, μπορούν να θεωρηθούν πολλά. Στην πραγματικότητα όμως αποτελούν σταγόνα στον ωκεανό ως πεπραγμένα των πολυσχιδών δραστηριοτήτων μιας μεγάλης εκκλησιαστικής προσωπικότητας, όπως αυτή του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Γερμανίας κ. Αυγουστίνου Λαμπαρδάκη, ο οποίος παρόλ’ αυτά με κάθε ευκαιρία που του δίδεται λέει; “Εγώ δεν έκανα τίποτα. Ο Θεός τα έκανε. Ό,τι υπάρχει στην Γερμανία έγινε, επειδή ο Θεός έστειλε καλούς κληρικούς, πιστούς χριστιανούς και πολλούς φίλους Γερμανούς”.

Με την ευκαιρία της συμπληρώσεως των σαράντα χρόνων ως Ποιμενάρχης μας υιικώς εκ μέσης και αγαπώσης καρδίας ευχόμαστε να του χαρίζει ο Άγιος Θεός μακρότητα ημερών και συνέχιση της λαμπράς αρχιερατείας του!

Του π. Γεράσιμου Φραγκουλάκη

Αρχιμανδρίτου του Οικουμενικού Θρόνου

Εκκλησία Online
Αποστολή
Αξιολόγηση επισκεπτών 0 (0 ψήφοι)

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.